.
Ποδήματα φθαρμένα, σαν της γριάς τα γνέματα,
και λαμπραστέρι μου έκπτωτο, τραυλό μαράζι,
κι εσύ, ψυχούλας σκιά, που βάλτωσες στα φλέματα
του γέρο-σατανά, που βλασφημά, κομπάζει,
τα τρόπαιά του πάρ’, τ’ αναίσχυντα, και κρέμα τα,
όπου η νύχτα, πιο από νύχτα, σε δαμάζει.
θαμμένος στου ανοσίου φαράγγια, λόγγους, ρέματα,
αιστάνσου το γλυκύτατον να πνεύσει αγιάζι,
σταλμένο, όλο, της σωτηρίας σου τα δέματα,
απ’ το Αρνίον, οπού πραότατα βελάζει.
μην κύπτεις, είναι πλάι σου, τα κακά πολέμα τα
με φως του, από σμαράγδι, αδάμαντα, τοπάζι.
διά του στεφάνου, πάντα καταλεί τα ψέματα
φουστάνι πια, της ανθρωπότητας, και νάζι,
κι ως οι άκανθες, τρυπώντας, πλημμυρίζουν αίματα,
η μυστική θυσία τον θάνατον αγιάζει.
 
Ο άνθρωπος από την Γαλιλαία, 2005
Advertisements

.

Άντε γαμήσου και χάσου,
πουτανίτσα φτιαγμένη στο Γαίηλ.
Θα κτενίσω τη νύκτα με κοκταίηλ
μολότωφ τα μαλλιά σου.

Χορεύουν σ’ ένα βελόνι
τρεις μονόχειρες χωροφυλάκοι·
ανοιχτοί μας προσμένουν δυο λάκκοι,
της χαράς μου τρυγόνι.

Ο συρφετός των αχρείων
μες στα ματάκια σου ανασαίνει.
Θα ζήσω λοιπόν τη ναρκωμένη
νύχτα των Εξαρχείων.

Κι όταν η μέρα ξυπνήσει
σε μια λαμαρίνα της Μεθώνης
θα με δει, θα σε δει, να καυλώνεις
α! στουπί στο μεθύσι.

Ίσως και να ’χεις εφεύρει
τους πεθαμένους που μας κοιτάνε.
Ήσυχα θ’ αποδημήσω και θα ’ναι
πρωινό του Νοέμβρη.

Θα ’ναι στα μπαρ του Παραδείσου
νυφούλα ραντισμένη με ρύζι
η ψυχή μου· κι εκεί να σφυρίζει
θε να βρει τη δική σου.

Το φως θ’ ανάψει πνοούλα,
απαλή σαν το χάδι κι η μνήμη,
και θα μοιάσει όλη η νύχτα απ’ ασήμι
και θα γίνεις δροσούλα.

Ανθοδέσμη, 1993

.

Ο Κοροπούλης ο Γιωργής κι ο Νιόνιος του Καψάλη
κι ο Λάγιος του Κωστή
τα μεσημέρια εσούρωναν (καθείς κι ένα ρεμάλι)
στη Σίνα εκεί ψηλά, στο «Κοπερτί».

Κι εκεί απαγγέλλαν Σολωμό σ’ όποια ενδημούσα κόρη
—ξεφτίλα φοβερή!—
και να, σε λίγο βλέπανε τον Βάγγο τον Μπιτσώρη
να σέρνει τον Φατούρο του στουπί.

Με τον γραμματολόγο ευθύς και με τον νέο Φελίνι
βραχνά να τραγουδούν,
«Χίλια εννιακόσια» πήγαιναν, που της Μαρίας το μίνι
έκαμνε τους λαιμούς να ξεραθούν.

Και βλαστημώντας η Μαρία τη μαύρη μέρα που ναι,
τη μοίρα την κακή,
σε μια γωνιά τους έβαζε κρυφή, να μην τους δούνε
κι έτσι ξεφτιλιστεί το μαγαζί.

Κι ως να φτιαχτούν και να σιαστούν και να τους τα σερβίρουν
κοκταίηλς και ποτά,
κι αυτοί ψιλολουφάζανε, μην τύχει και τους δείρουν
μ’ αιτία τα βερεσέδια τα πολλά.

Μα τη γουλιά ως κατέβαζε την πρώτη και βεβαίως
τελείως γινόταν γκολ,
ξεσάλων’ o Φατούρος πια κι έτσι άκουγε ο μοιραίος
ακόμη και τον Μότσαρτ ροκ εντ ρολ.

Και λίγο λίγο αρχίζοντας για τη χριστιανοσύνη
τραυλά να τους μιλά
όλο και δεν παρέλειπε το μάτι του να κλείνει
σ’ όποιαν ορθοβυζάτη κοπελιά.

Kι εκείθε που όλοι πάγωναν, τέτοιο τρανό ρεζίλι
βλέποντας να κινά,
τον Γκαίρινγκ ως θυμότανε, σήκωνε το μαντίλι
και σκούπιζε τα δάκρυα τα καυτά.

Κι όπως ετύχαινε συχνά σε τέτοιες σούρες να ναι
ευέξαπτοι κι αυτοί,
τ’ αριστερά τους ένστικτα άκουαν να ξυπνάνε
κι αισθάνονταν αντάρτες τρομεροί·

κι ευθύς τον Βάγγο Ντεριντά, τον Σαίξπηρ τον Διονύση,
τον Κίρκεγκααρντ Γιωργή
έβλεπες τον Φατούρο τους στη μέση να
χουν στήσει
και σαν γυναίκα να τον βρίζουνε κοινή.

Κι όποιος ακόμη απ’ το πολύ μεθύσι δεν μπορούσε
ν’ ακούσει και να δει,
κι αυτός κρυφομαντεύοντας στα γέλια σπαρταρούσε
(μιλάμε για τον Λάγιο του Κωστή).

Κι ο Νίκος, συνονθύλευμα σχιζοφρενείας και τρέλας
—μεγάλε Νικολή!—
επέμενε — κι εθαύμαζες και τον επεριγέλας
πως έσμιγε στο ουίσκι το κρασί…

Μα εκείθε που ο λογαριασμός έφτανε πια στα ύψη
κι οι τσέπες αδειανές,
σ’ όλων κινούσε τις ψυχές και τις καρδιές μια τύψη
που αφήσαν τις συζύγους μοναχές.

Καθώς η νύχτα ήταν βαθιά κι είχαν οι γκομενίτσες
γκόμενο στο πλευρό,
μετάνιωνεν ο Νικολής κι άρχιζεν αγκαλίτσες
κι έδινε και φιλάκι ρουφηχτό

στη Νίκη τη Φραντσέζα μας (το βρόμικο ρεμάλι!)
και σκύβοντας στους τρεις
τους σουρωμένους του υβριστές, οπού
χαν το κεφάλι
βαρύ σαν να περνούσ’ οτομοτρίς,

τους έλεγε (ο μεθύστακας!) πως δεν ήταν η τάξη
η Σόλωνος να δει
ποιητές, εκδότες, κριτικούς (που δεν τα
χουν αρπάξει)
σαν τον Φατούρο να μην στέκονται ορθοί.

Κι ενώ τους έλεγεν αυτά, στα γύρω τραπεζάκια
κουνάαν τις κεφαλές
και κλαίγαν για το φέσι τους οι μπάρμαν, και φιλάκια
σκόρπαγε ο Νικολής στις θηλυκές.

Μες στων πολυελαίων το φως η Πόπη του χυμούσε
(πού το
χε μυριστεί;)
κι όλοι λουφάζαν, κι απ’ τ’ αυτί βρίζοντας τον τραβούσε
— και τ’ άλλα, μια ιστορία θλιβερή…

Συνεστίασις, 1991

.

Ανάβει το φως μες στη διάφανη ημέρα
το φως που ακουμπά σ’ έναν κόσμο σκοτάδι
καθώς κυβερνάς στην σιγή ατμοσφαίρα
γλυκό λαμπυρίζει του πόθου το λάδι.

Το φως που ακουμπά σ’ έναν κόσμο σκοτάδι
γλιστρά στου ψαριού σου κορμιού τη σελήνη
γλυκά λαμπυρίζει του πόθου το λάδι.
κι η νύχτα που αυξάνει τη ζώνη σού λύνει.

Γλιστρά στου ψαριού σου κορμιού τη σελήνη
το χέρι τ’ απλό που διαβάζει την ύλη
κι η νύχτα που αυξάνει τη ζώνη σού λύνει
σ’ αφήνει στου κοίλου σπασμού την καμπύλη.

Το χέρι τ’ απλό που διαβάζει την ύλη
διδάσκει στον νου το τερπνό μεσημέρι
σ’ αφήνει στου κοίλου σπασμού την καμπύλη
ν’ ανθίζεις της πίκρας το ελάχιστο αστέρι.

Διδάσκει στον νου το τερπνό μεσημέρι
καθώς κυβερνάς στην σιγή ατμοσφαίρα
ν’ ανθίζεις της πίκρας το ελάχιστο αστέρι
ανάβει το φως μες στη διάφανη ημέρα.

Το βιβλίο της Μαριάννας, 1993

.

Σκούζουν κοράκοι, τα κωφάλαλα κρωξίματα
που απ’ ίσκιο τρόμου απλώνονται σ’ όλα τα μέρη.
μη σέρνεις, λύματα, τ’ αμαρτωλά σου βήματα,
στην επικράτεια που δε φέρει μεσημέρι.
αρνήσου τα δαιμονικά κρυφογνεψίματα,
τα μολυσμένα αρτύματα που σου προσφέρει.
θυμήσου ποιος περιπατεί πάνω στα κύματα,
κι είναι η καρδιά του αιματωμένο περιστέρι,
χέρι, που διώκει δόλους και φτενά κλεψίματα,
ποιος σφάζει τη θεότητά του κι υποφέρει.
οικεί σε ποιήματα κι υψόμετρα και κλίματα
που κελαηδεί κορυδαλλός και πνέει τ’ αγέρι,
και σβήνει του διαβόλου τα κακά ταξίματα
με το ν’ ανάφτει τον σταυρό του λιανοκέρι.
κι οίνο κερνάει την ανθρωπότητα απ’ τα κλήματα
που κάρπισαν στο σώμα του, όλο καλοκαίρι.

Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία, 2004

.

Μάτια oξιάς που στα κρυφά επουράνια ανάψανε
εγώ μονάχα για να τα φιλήσω·
χείλη δροσιάς που παραμίλησαν, τραγούδησαν και πάψανε
τον λόγο, στην ακέραια λέξη να τα κλείσω.

Πλάτη, σαν τόξο που θανάσιμο τανύζεται,
φαρμακωμένο βέλος που επάνω του έσυρα τη γλώσσα·
μπράτσα γυμνά, που σαν καμάρες το άκτιστο γεφύρι κτίζετε,
για του παραμυθιού τα λίγα και τα τόσα.

Χάνι, που κουρασμένος στρατοκόπος ύψωσα,
να πιω στα στήθη σου, χάλκινες κούπες, καμπανίτη·
κι ω η κοιλιά ! που γλύπτης ταπεινός το πρόπλασμά της γύψωσα,
για να το στήσω άγαλμα χρυσελεφάντινο, στο αδειανό μου σπίτι.

Πλέγμα εφηβαίο, μέταξα, φτερό, βελούδο που πολιόρκησα
όλη τη νύχτα των νυχτών, κι ήταν χαμένη η μάχη·
λάδι του σώματος, που φώτιζες λαμπρό και σ’ όρκισα
παντοτινά για μας να καις — και μείναμε μονάχοι.

Μηρών καστέλια, που γι’ αυτά χίλιους ρηγάδες πάλεψα και νίκησα,
να τα χορτάσω, μια στιγμή να
ναι καταδικά μου·
σάρκα της γάμπας, που για χάρη σου τη σάρκα μου αδίκησα,
σφυρά, που
στε τα νικηφόρα στέφανα του γάμου.

Και των ποδιών σου οι φάλαγγες, οι ανθρωποβόρες σάρισες,
που βαπτιστήκαν στο πηχτό, ληγμένο μου αίμα·
κι ό,τι αέναο πουλί μού έταξες και πρόσκαιρο μου χάρισες —
να τελειωθεί μέσα στου λιγοστού χαδιού το ψέμα.

Φεβρουάριος 2001, 2002

.

O χρόνος έφτασε,
το φως να φύγει·
ψυχής κυνήγι
δεν έχει πια.

Γέρνεις, αγάπη μου,
μες στο σκοτάδι·
κάτι από χάδι
και σκοτεινιά.

Ρόδο της μοίρας μου,
δειλό χεράκι,
να
ρθείς λιγάκι
βουβό φιλί.

Συγχώρα, αγάπη μου,
αυτή την ώρα,
γεμάτη δώρα
που μ’ εγκαλεί.

Νύχτα θαμπή, ανεξήγητη,
θυμού θα μας σκεπάσει·
άρρυθμη αδειάζει η πλάση,
και λίγη η προσευχή.

Και ίσως να πεις, καρδούλα μου
τα λόγια που δεν ξέρω·
τον πόθο να προφέρω,
μια λέξη μαγική.

Το εικοσιτετράωρο της Δηούς, 1998

.

Φτάνω στην κόλαση αναλφάβητος. Μαθαίνω
τα βογγητά και τον ωμό τρόμο του ξένου.
Ακούω τριγύρα αυτό μονάχα· να πεθαίνου-
νε μ’ ένα «μάνα» στην ψυχή. Διαβαίνει τραίνο

με μηχανοδηγό τυφλό που χει βοηθό του
πανέμορφη, φρικτή την τύψη των ανθρώπων,
στη μνήμη των καρφί καιρών, των ένδον τόπων.
Του παντοαδύναμου γαμώ το κέρατό του.

Αίφνης, εδώ θα ψάλλουν δέντρα·  ελάτια, πεύκα·
κι εν τέλει εδώ θ
ανθίσει ρόδο η δικαιοσύνη·
θα
ρθεί ο Θεός, κανέναν πλέον να μην κρίνει·
και θα υψωθεί στο φως, μια φουντωμένη λεύκα.

Ουράνια λεύκα που εν τω βίω ποτέ δεν είδα,
να με φέρει σ’ εσέ τερπνή, αληθής πατρίδα.

Πράξη υποταγής, 2000

12189775_448776558643923_8256396098512878517_n

.

M’ έχει βαρύνει το ποτό κι απόψε.
Αυτή
ναι η τελευταία μου παρτίδα.
Δώσε μου τα χαρτιά. Μοιράζω. Κόψε.
Τσιπ.
Κι εκατό. Κι άλλα εκατό. Τα είδα.
Διαβάσατε τί γράφει η εφημερίδα ;
Σκοτώσαν τη Γαβριέλλα· βράδυ Τρίτης.
Έφυγε για να βρει κι αυτή πατρίδα.
Να πάει στους ουρανούς με το μουνί της.

Την πήδηξα. . . λοιπόν, το εξηνταδύο.
Πεντακόσια. Για σκέψου, ήμουν παιδάκι
τότε.
Θα μπω. Σκαστός από τ’ Ωδείο
( η μάνα επέμενε να πάω )∙ λιγάκι
δείλιασα όταν πρωτόειδα το φωτάκι
κόκκινο και μουντό. Μα το κορμί της. . .
Θεέ μου, τώρα το λιώνει το σαράκι.
Μα ας πάει στους ουρανούς με το μουνί της.

Εμπρός, συγκεντρωθείτε. Ανοίγω φύλλο.
Πάσο. Κι εγώ το πρώτο μου γαμήσι
το
κανα στης Γαβριέλλας. Μ’ έναν φίλο
τον Πέτρο.
Ρέστα μου. Την έχεις στήσει.
Πάσο ταχέως.
Τα βλέπω. Κάποια δύση
την πήρα, του πενήντα. Νά, η μορφή της !
και ντάμες τρεις. Καρέ. Σ’ έχω κερδίσει.
Θα πάω στους ουρανούς μες στο μουνί της.

Κυρά των εκκλησιών και των μπουρδέλων,
σεβάσου την αρχόντισσα Γαβριέλλα∙
κι ευδόκησε στις τάξεις των αγγέλων
ν’ αριθμηθεί. Ως λαλεί μικρός προφήτης
και καταπαύει την επίγεια τρέλα,
να πάει στους ουρανούς με το μουνί της.

Το Βιβλίο της Μαριάννας, 1993

.

ο θάνατος θα ρθεί να με γλεντήσει
μαχαίρι προσφυγιάς, πιρούνι ανέμου
(ακούω στρεβλές τις λέξεις μου να τρέμου-
νε προς την κάπως εύρυθμή του κλήση)
·

προς τον αιτούντα τ’ Όνομα αναφέρω
να μην βελάζει Παραδείσου φήμη
(κι έχει κακοφορμίσει πλάνο ενθύμι-
ο: μ’ όρισε μεσήλικα και γέρο)
·

ο θάνατος, ο πιο ακριβός μου φίλος
θα
ρθεί να μεταλάβει τη φωνή μου
(υπάρχεις η φωνή μου; στης ερήμου
σου να υλακείς το πριν ως άγριος σκύλος; )

ο θάνατος θα ρθεί να με τσουλήσει
νύφη της παιδικής μου μαλακίας
(εδώ θροεί ένας κλώνος ακακίας,
εκεί το αίνιγμα προέταξεν η λύση)
·

ω, πλέον δεινό, δειλό μου θανατάκι:
Ηλίας Λάγιος
· βάστα το για πάντα
(την ύστατη ώρα θα κρατούν αβάντα
στίχοι Κάλβου, Καβάφη, Καρυωτάκη)
·

βίζα φωτός πατείς στο μεσημέρι
με βάγια, κι από σκότος χορτασμένος
(δικέ μου, πώς κατάντησες; ασμένως
ο ξένος, που κανείς δεν θα προφέρει)
·

κι εντέλει θά ρθεις, μόρτης στο πλευρό μου
το ελάχιστο κακό που
χω ψαρέψει
(για να τελέσεις τη σεπτή μου στέψη
σ’ ανώνυμη στροφή εκλιπόντος δρόμου)
·

Πράξη υποταγής, 2000

.

Να φτάνεις ώς το 2002
μ’ ένα κοστούμι μόδας του
30.
Να λες του μεγαλόσχημου ήλιου: «Πάντα
μου αρκεί να δύω».

Να ρθείς στην γκρίζα χώρα του Σημίτη,
που ένα τραπέζης κάλπικο βιβλιάριο
θ’ αλλάξεις με μισθό, τζόκερ, ωράριο,
T.V. και σπίτι.

Μ’ αλκοόλ και νύχτα, μπάτσους κι ηρωίνη,
τ’ αδέλφια σου ενοικούν πλατεία Βάθης.
Σπεύσε το δίδαγμά σου να τους μάθεις.
Οργή κι οδύνη.

Τινάζεις απ’ τα ρούχα σου στου «Φλόκα»
άμμο απ’ τους σύσκιους δρόμους της Πρεβέζης.
Με τον Μαύρο μονότονα να παίζεις
πικέτο ή πόκα.

Περιστερές φρουρούν το Παρλιαμέντο.
Φλάσαρε ν’ ανεβείς στο Κολωνάκι.
Ίσκιος με ίσκιους θα πιεις σε λιγάκι
φαρμάκι φρέντο.

Και στην Δεξαμενή ως δεις ν’ απλώνει
του κυρ Αλέξανδρου ο επενδύτης,
θα τυλιχτείς πρηνής, θύμα και θύτης,
λευκό σεντόνι.

Να μπεις απλός πελάτης στην «Εστία»
κι όπως θ’ ακούς μεταμοντέρνους ήχους
να ψιθυρίσεις δυο δικούς σου στίχους,
έτσι στ’ αστεία.

Χλομούς δαίμονες βλέπεις υπεράνω
και στα έγκατα πύρινους ανθρώπους.
Ξέρεις να με πονάς με χίλιους τρόπους,
πριν καν πεθάνω.

Να χουνε σβήσει γύρω σου όλες κι όλοι,
δίχως να ονειρευτούν πράσινα δάση.
Ο θάνατος, μοιραίως, τους υφαρπάσσει
μ’ άδειο πιστόλι.

Κι αν παίξεις με τις κάργες, σαν παιδάκι,
στα κεραμίδια άφωνη μια λύρα,
ίσως συμμεριστείς εκ νέου, την μοίρα
του Καρυωτάκη.

Νέα Εστία, τχ. 1741, Ιανουάριος 2002

 
Στη δίψα μου ονειρεύομαι τον Ντιέγκο,
νεροσυρμή στην εσχατία του πόνου·
με τον Μακρή, τη Νοταρά, τον Βέγγο.
Ένας χωριάτης, πάνω στου ημιόνου
την πλάτη, με την έλλαμψη του μόνου
Έλληνος, που θα χτίσει Παρθενώνα.
Να θεωρεί με την πίκρα, του αυτοκτόνου
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Θολωμένο και γύφτικο το μάτι·
το εναρκτήριο λάκτισμα δικό του
σ’ όλα της Γης τα μήκη και τα πλάτη.
Να κουβαλά τα φτωχικά του Νότου
στο χρυσοεπιπλωμένο αρχοντικό του.
Ως τέλειωνεν της θλίψης τον αγώνα
τον είδα: είχε κακό το ριζικό του
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Εκεί, στη μακρινότατη Αρτζεντίνα
η οδύνη του είναι η οικεία μας οδύνη
(κάπου στο Μετς, Μουσούρου, στην Αθήνα).
Μ’ απόκαμ’ η ψυχούλα και της δίνει
παρηγορία ψυχρή την κοκαΐνη.
Α, στην οθόνη κλίναμε το γόνα,
λέγοντας: ας χαρεί λίγη γαλήνη
το περιστέρι ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Κυρά της μοναξιάς, μάνα του πλήθους,
κυρά του ξεπεσμού, του χαμού μάνα,
σταμάτα του αναθέματος τους λίθους.
Κι εμπρός στον επερχόμενο χειμώνα
μέμνησο να ταΐζει στην αλάνα
το περιστέρι, ο Ντιέγκο Μαραντόνα.

Το Βιβλίο της Μαριάννας, 1993

2

.

Δεν μ’ αγαπούσες –μ’ αγαπούσες;–
στις μέρες μου τις επιούσες.

Κι έτσι είχεν Κύριος υποστείλει
όλο το φως που μου
χες στείλει.

Πλην με παράστεκαν οι Μούσες,
με μαντολίνο, οι γρηγορούσες.

Και με παράστεκαν οι φίλοι
μ’ άσπρο χαμόγελο στα χείλη.

Ανθοδέσμη, 1993