Μάκης Θεοφυλακτόπουλος2*

***

Λησμονημένες χαραυγές ζητούν τα βλέφαρά σου
σε ντύνει ο ίσκιος της αγάπης μου χλωμός
δεν έχω χρώμα προσμονής – είμαι φτωχός
δεν έχω βήματα να ’ρθώ στην άκρη της καρδιάς σου

Αγέρηδες από τα πεθαμένα χαμομήλια
χτυπούν την πόρτα που χαράζει ο λογισμός
το σχήμα του αποχωρισμού – είμαι φτωχός
δεν έχω ούτε μια χαρακιά ηδονής πάνω στα χείλια

Πίσω από τις αστέρινες της νύχτας χαραμάδες
κοιτάζω πάντα την αγάπη μοναχός
έχει το μέτωπο αυγινό – κι είμαι φτωχός
δεν έχω ένα παράθυρο να μην κοιτά στη λύπη

Έρχονται τα πουλιά από τη γωνιά της άρνησής σου
κι έτσι σκληρά μού κελαηδούν :  που είναι ο λωτός ;
Αχ, δεν μπορώ να σε ξεχάσω – είμαι φτωχός
δε θα ’χω χέρια δίχως την αφή της θύμησής σου

Θα ’μαι τυφλός μέσα στη λύπη δίχως τ’ όραμά σου
χωρίς την πίκρα της φυγής σου πιο ορφανός
έχεις μια θάλασσα πλατιά – κι είμαι φτωχός
δεν έχω μήτε στάχτη να χαράξω τ’ όνομά σου

Δεν θα ’χω σκέψη δίχως την ομίχλη απ’ τ’ όνειρό σου
κι ας μη με ξέρει διόλου ο ύπνος σου ο γλυκός
δεν έχω ελπίδα ζεστασιάς – είμαι φτωχός
της νιότης μου το σύννεφο λιώνει στο πρόσωπό σου

Χωρίς τη μοναξιά μου θα ’μουνα πιο μόνος
χωρίς τη σιωπή μου ακόμα πιο βουβός
γι’ αυτό ποτέ μη ξαναρθείς – είμαι φτωχός
δε φτάνει και για σε ο μικρός κι απέραντός μου πόνος

Ούτε ένα αστέρι μακρινό δε θα ’χω να σου δώσω
ούτε πεφτάστερο μάς δίνει ο ουρανός
δεν έχω κλείσει την καρδιά – μα είμαι φτωχός
πού να ’βρω άλλο φθινόπωρο στα μάτια, να σου δώσω;

Πηγή:
Ψυχοστασία, Ποιήματα 1949-1976

Εικονογράφηση:
Μάκης Θεοφυλακτόπουλος

Μάκης Θεοφυλακτόπουλος*********

Τι φοβερό, όσοι πρώτα μ’ άξια στέρνα
του κόσμου την τιμή και την τιμή τους
εδιαφεντεύαν, τώρα σε «μοντέρνα
διασκευή» να παίζουν την ψυχή τους

στης δυσωδίας τούς πάγκους και για πλήχτρα
να τρεμοψηλαφούν τρύπιες δεκάρες . . .
Πήχτρα τριγύρω η δυστυχία και πήχτρα
τα βογγητά, το πένθος κι οι κατάρες.

Λαχνοί στις μαύρες χούφτες του θανάτου
σειούμαστε κι όλη τρέμει η ανθρωπότης. —
Κι οι νεκροί ακόμα γίναν άνω κάτου·
ποιος είν’ ο ήρωας τώρα ; ποιος προδότης ;

Ο άνθρωπος φτήνηνε κι όσο φτηναίνει,
τόσο και μεγαλώνουν τα παζάρια.
Ούτε οι ουρανοί δεν είναι πια ανοιγμένοι·
καταστροφής τούς κλείνουν μανιτάρια.

Πολιτισμοί και κόσμοι ολόγυρά μας
σαν κόκαλα νεκρών έχουν σκορπίσει —
κι ο Παρθενώνας μες στα βάσανά μας
σα θώρακας σκελέθρου έχει ξασπρίσει.

Τρίζει —πώς τρίζει!— ετούτος μας ο αιώνας,
σταυρός που έχουν επάνω του σταυρώσει
ένα παιδί γιγάντιο — και κυκλώνας
έχει το μέτωπό του στεφανώσει.

Με λόγχες και σπαθιά, τι καρτερείτε,
με σφουγγάρια στο ξίδι βουτημένα,
λεγεωνάριοι; Μάταια καρτερείτε·
δε θ’ ακουστεί «Τετέλεσται» κανένα.

— Σήκω, της δικαιοσύνης άγριο αγέρι,
τα δεσμά, που μας σφίγγουν, τώρα σπάσ’ τα!
Όχι ώς το κόκαλο να φτάσει το μαχαίρι.
Πριν από το «Τετέλεσται» — ανάστα!

Πηγή:
Ορθοστασία, 1957

Εικονογράφηση:
Μάκης Θεοφυλακτόπουλος

***

Οι γέροι στα λεωφορεία
σηκώνουν όρθια τα παιδιά
− για μεταμόσχευση καρδιά
ψάχνει η Γηραιά Κυρία

Μισεί τα νιάτα η σάπια σάρκα
οι ανάπηροι βυσσοδομούν
φτύνουνε τ’ άνθη, βλαστημούν
τον έρωτα στα πάρκα

Μες στο βυθό του Χειρουργείου
ανάβει ο Μέγας Αχινός
το κλομπ χτυπάει κι ο ουρανός
ανοίγει σαν κρανίο

Λουλούδια τέρατα εφιάλτες
αράχνες μαύροι προβολείς
− στο συρματόπλεγμα η βολή
καρφώνει δρομείς κι άλτες

Χτίζουν τους χτίστες τα ντουβάρια
οι ανεμόμυλοι φυσούν
τον άνεμο, θα καταπιούν
τη θάλασσα τα ψάρια

Ο χρόνος πρήζεται κολλάει
πάνω στους τοίχους, η καρδιά
βγαίνει τη νύχτα απ’ τα κορμιά
και σαν σκυλί αλυχτάει

Τα πέλματα ρόδα ανοιγμένα
οι φλέβες άλυτες θηλιές
σπασμένες ραχοκοκαλιές
σαγόνια γκρεμισμένα

Αίματα και φτερά γεμάτα
βαριά ανεβαίνουν τα κλουβιά
στα ουράνια δώματα – πηδά
λυσσά από κάτω η Γάτα

Σειρήνες γέμισαν οι δρόμοι
φανάρια που αίμα πιτσιλάν
απ’ τα καμιόνια τους πηδάν
γιατροί και νοσοκόμοι

με μάσκες και με δακρυγόνα
μα δε μαζεύεται ο Νεκρός
έγινε θάλασσα ουρανός
κι απλώνει στον αιώνα

Πηγή:
Kρύπτη, 1968

Εικονογράφηση:
Γιάννης Τζώρτζης, Χωρίς τίτλο, 2007

***
Το δείλι σέρνεται κι αλλάζει πάλι δέρμα
μες στις ψυχές μας, απαρνιέται όλα ξανά
τα χρώματά του – κι απομένουμε στεγνά
τοπία χωρίς αρχή και χωρίς τέρμα.

Γρίφοι λυμένοι και ξανά μπλεγμένοι
χτυπιόμαστε όλη μέρα σαν τυφλοί
για μια καλύτερη θεσούλα στο κλουβί
κι όλο βρισκόμαστε σφιχτότερα δεμένοι.

Στα λόγια σπάταλοι, φιλάργυροι όμως στο αίμα
κάναμε χάος το τοσοδά μας το μυαλό
– ο φόβος είναι θερμοκήπιο καλό,
ανθίζει σ’ όλες του τις ποικιλίες το ψέμα.

Ακούς και δεν γνωρίζεις τ’ όνομά σου,
κρυώνει η μοίρα που παλιά σου ’χε δοθεί
– σε ποιές λοιπόν παγίδες έχουμε συρθεί;
Μέγα κακό είναι ν’ αρνηθείς τ’ ανάστημά σου.

Δεν είναι ο κόσμος πείραμα στους τρόμους
του απείρου, όχι, δεν είναι δοκιμή.
Μπορείς να σέρνεσαι μια ολόκληρη ζωή,
υπογραφή δειλή μέσα στους δρόμους ;

Θα ’ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως
μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή
– άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή,
άνθρωποι που “διελύθησαν ησύχως . . . ”

Πηγή:
Ομίχλη του μεσημεριού, 1959

Εικονογράφηση:
Βαγγέλης Γκόκας, Χωρίς τίτλο, 2007

***

Κάτοχος, φυσικά, και ξένης γλώσσης,
είκοσι χρόνων, με λεπτή κορμοστασιά,
μήνες και μήνες τρέχει για δουλειά.
“— Δυστυχώς, δεν εδόθησαν πιστώσεις . . .”

Πρόσωπα αγαπημένα, πρόσωπα χλωμά
−περηφάνιας γραμμές, μ’ όλη την άλλη
δυστυχία σας στραμμένη από την άλλη−
μην κλαίτε. Αύριο ξανά, αύριο ξανά . . .

Σκάλες, ουρές, ουρές λογής λογής,
χαρτιά κι αιτήσεις πάνω στις αιτήσεις.
Και να ’χεις τόσα, τόσα ν’ αγαπήσεις,
είκοσι χρόνων, “στο άνθος της ζωής” . . .

Πηγή:
Ορθοστασία, 1957

Εικονογράφηση:
Μιχάλης Μανουσάκης, Χωρίς τίτλο, 2008 (;)

.  

Στη Σοφία Κολοτούρου 

Τα όνειρα, οι φιλοδοξίες και οι προσδοκίες μας
κρέμονται από τα ράφια των βιβλιοπωλείων.
Κι εμείς ανακατεύουμε τους στίχους μας
ξεγελώντας τους φύλακες των νεκροταφείων.

Κρέμονται από τα ράφια των βιβλιοπωλείων
οι αγωνίες, τα πάθη και οι μνήμες μας,
ξεγελώντας τους φύλακες των νεκροταφείων
και κοιτούν από μακριά τις ψυχές μας.

Οι αγωνίες, τα πάθη και οι μνήμες μας,
γίνονται βορά στους αδηφάγους αναγνώστες
και κοιτούν από μακριά τις ψυχές μας
καθώς παραδίδονται στης ποίησης τους γνώστες.

Γίνονται βορά στους αδηφάγους αναγνώστες…
Κι εμείς; Ανακατεύουμε τους στίχους μας
καθώς παραδίδονται στης ποίησης τους γνώστες
τα όνειρα, οι φιλοδοξίες και οι προσδοκίες μας.

Πρώτη δημοσίευση

.

Στο φλυτζανάκι βιε παρί τα κατακάθια του καφέ.
Τα νεκρά πλατανόφυλλα στην αποξηραμένη κρήνη.
Το περιστέρι, που σε αυτή νερό ζητά να πιει αλλά δεν πίνει —
κάποια απ’ όσα, φεύγοντας, δημιούργησες εφέ.

Υπάρχουν κι άλλα, όμως. Όπως:

Η σιωπή.
Η επερχομένη κρίση,
που δεν μπορεί κανείς να τη διαλύσει:
Στον ήλιο μαύρη οπή.

Ή, ακόμη:

Ο επερχόμενος χειμών.
Ένας άνευ ουσίας ή ετέρου αποχρώντος λόγου νύκτιος λειμών:

Ο θάνατος.

Πρώτη δημοσίευση

 

 

 

 

 

.

.

Gracias a la vida!

Μέσ’ από κείνες τις σελίδες
πρωτόμαθα τις θάλασσες, τα δάση
απόκρυφες βαθύσκιωτες πατρίδες
ριγούσαν ήδη στην αυριανή τους στάχτη.

Η μουσική διαφήμιζε ταξίδια
ακίνητα βαθιά στην πολυθρόνα
τα κύματα μας παίρναν και μας φέρναν
το παρελθόν νανούριζε το μέλλον.

Το τώρα όμως βασίλευε στην πλάση
καθώς ο κόσμος φρέσκος τραγουδούσε
στο Μεξικό! στο Μεξικό και στα μαλλιά σου!
στις μυστικές σελίδες της αρχής μας.

Στις μυστικές σελίδες της αρχής μας
στα σκοτεινά χαμηλοτάβανα σπιτάκια
ήλιος εφύσηξε χρυσός και τραγουδούσε
όπως αγέρι στα μαλλιά, όπως τα δάση.

Αρχή και τέλος τώρα, μ’ αγκαλιάζουν
αθάνατη ζωή χαρά της λύπης
τρεχούμενο νεράκι προδομένο
όνειρο βιαστικό τρελή παντιέρα

Γιατί τα δάση υπάρχουν όσο τα θυμάσαι
γιατί «όσα είπαμε παλιά ισχύουν»
γιατί το γέλιο κελαρύζει στο σκοτάδι
γιατί τα δάση υπάρχουν όσο τα θυμάσαι.

Σημειώσεις, τχ, 56, Ιούνιος 2002

.

Δεν χάσαμε και τίποτα σπουδαίο
στις παρακάμψεις των καλών ελπίδων
ψεύτικοι φάροι μας θαμπώσανε για λίγο
— κάτι χρονάκια που είχαμε τα δώσαμε στο γραίγο.

Ύστερα συνεχίσαμε σονέτο τη μισή ζωή
δεχτήκαμε κατάστηθα το μέλλον
— όσοι ξεφύγαν τις ριπές των αρχαγγέλων
δεθήκαν σε 12σύλλαβο σκοινί.

Μια τέχνη άχρηστη σε όλους.
Όμως ακούω να τρίζει στο κουπί
βήξιμο αποτσίγαρου του πρόγονου η φωνή
«Αν θέλεις τον Παράδεισο, βρες τα με τους διαόλους».

(Μια τέχνη άχρηστη σε όλους. Όμως καλύτερα έτσι, παρά εμι-
γκρές Πολωνός, γράφοντας εγγλέζικα αριστουργήματα.)

Σημειώσεις, τχ. 56, Ιούνιος 2002

 

ρεμπέτικο της Κούβας, 1968

Σαν αληθινό κρασί
σαν τραγούδι ψέμα
ρεματιά στον ουρανό
στο σκοτάδι αηδόνια

σαν αληθινό κρασί
σαν ζωγραφισμένο δάκρυ
τα μάτια σου τα χείλη σου
τώρα του κόσμου η άκρη

όνειρο στο λευκό χαρτί
έρχεσαι κι όμως φεύγεις
ρίμα γυμνή στην αγορά
αγάπη αγάπη αγάπη

σαν αληθινό χαρτί
σάν τραγούδι ψέμα
— χαμηλώνει η ζωγραφιά
χιόνισε στό αίμα.

Σημειώσεις, τχ. 42, Δεκέμβριος 1993

.

υποτροπή, 1993

Λέγε με ήλιο του Σεπτέμβρη
λέγε με ψέμα της αυγής
το ψέμα που ψαχνες να βρεις
κι ήρθε η κόψη του να σ’ έβρει

Κι ήταν η κόψη ενός ονείρου
από τα χρόνια τα παλιά
που οι κήποι ανάβανε πουλιά
κι η ποίηση μνήμες παπύρων

Γιατί όσα φύγαν δεν εφύγαν
κι όπου γυρίσεις θα με βρεις
— λέγε με ψέμα της αυγής
και θα σε πω χλωρή πατρίδα

Λέγε με ήλιο του Σεπτέμβρη
κι άσ’ το κερί μας να καεί
— όσο το ψέμα μας ανθεί
λέγε με ήλιο του Σεπτέμβρη

Σημειώσεις, τχ. 42, Δεκέμβριος 1993

..

Αγριομυρίκη εν τη ερήμω
επικατάρατος εν γη αλμυρά. . .
Έτσι το θέλησα και μη ρωτάς
Κι αν τώρα θλίβομαι είναι που σ’ αφήνω

στους πέντε δρόμους δίχως να χω πει
για σένα όσα σου άξιζαν και δίχως
να σε δοξάσει ένας μου στίχος
Τόσο βαθιά τόσο πολύ

σε σώπασα μέσ’ στη ζωή μου
Δεν ήτανε για να φανερωθεί
ούτε με ουράνια λόγια να ειπωθεί
αυτό το μυστικό που ήσουν κι ήμουν

Σε όσους με ποιήματα τα αισθήματα μετρούν
τι θα χεις από μένα να τους δείξεις;
Μια τέτοια αγάπη. . . δίχως αποδείξεις. . .
Και ποιος αυτός ο Βέρνερ Λέιο θα ρωτούν

Με τι καρδιά με τι πνοή είχα πάρει
τή ζωή. . . Μα δεν την άλλαξα· ούτε εσύ
Γι’  αυτό λοιπόν «χαμένη υπόθεση»
ο ποιητής Βύρωνας Λεοντάρης

Εν γη αλμυρά, 1996

.
Ποδήματα φθαρμένα, σαν της γριάς τα γνέματα,
και λαμπραστέρι μου έκπτωτο, τραυλό μαράζι,
κι εσύ, ψυχούλας σκιά, που βάλτωσες στα φλέματα
του γέρο-σατανά, που βλασφημά, κομπάζει,
τα τρόπαιά του πάρ’, τ’ αναίσχυντα, και κρέμα τα,
όπου η νύχτα, πιο από νύχτα, σε δαμάζει.
θαμμένος στου ανοσίου φαράγγια, λόγγους, ρέματα,
αιστάνσου το γλυκύτατον να πνεύσει αγιάζι,
σταλμένο, όλο, της σωτηρίας σου τα δέματα,
απ’ το Αρνίον, οπού πραότατα βελάζει.
μην κύπτεις, είναι πλάι σου, τα κακά πολέμα τα
με φως του, από σμαράγδι, αδάμαντα, τοπάζι.
διά του στεφάνου, πάντα καταλεί τα ψέματα
φουστάνι πια, της ανθρωπότητας, και νάζι,
κι ως οι άκανθες, τρυπώντας, πλημμυρίζουν αίματα,
η μυστική θυσία τον θάνατον αγιάζει.
 
Ο άνθρωπος από την Γαλιλαία, 2005

.

Άντε γαμήσου και χάσου,
πουτανίτσα φτιαγμένη στο Γαίηλ.
Θα κτενίσω τη νύκτα με κοκταίηλ
μολότωφ τα μαλλιά σου.

Χορεύουν σ’ ένα βελόνι
τρεις μονόχειρες χωροφυλάκοι·
ανοιχτοί μας προσμένουν δυο λάκκοι,
της χαράς μου τρυγόνι.

Ο συρφετός των αχρείων
μες στα ματάκια σου ανασαίνει.
Θα ζήσω λοιπόν τη ναρκωμένη
νύχτα των Εξαρχείων.

Κι όταν η μέρα ξυπνήσει
σε μια λαμαρίνα της Μεθώνης
θα με δει, θα σε δει, να καυλώνεις
α! στουπί στο μεθύσι.

Ίσως και να ’χεις εφεύρει
τους πεθαμένους που μας κοιτάνε.
Ήσυχα θ’ αποδημήσω και θα ’ναι
πρωινό του Νοέμβρη.

Θα ’ναι στα μπαρ του Παραδείσου
νυφούλα ραντισμένη με ρύζι
η ψυχή μου· κι εκεί να σφυρίζει
θε να βρει τη δική σου.

Το φως θ’ ανάψει πνοούλα,
απαλή σαν το χάδι κι η μνήμη,
και θα μοιάσει όλη η νύχτα απ’ ασήμι
και θα γίνεις δροσούλα.

Ανθοδέσμη, 1993

.

Αισθητηριακή απομόνωση άπνοια
έκοψα εντός μου με ξυράφι τα ποτάμια

Έσωσα την ψυχή μου – ποιο το νόημα
τι να το κάνω το ξερό ετούτο θρόισμα

Κόλαση; δεν πιστεύω την· δεν είναι
κι ούτε φλογοβολάει τα σωθικά μου

Αποκομμένη απ’ το πανάρχαιο κρίμα
δε μας σκοτώνει δε μας σώζει η αμαρτία

Χαμένη πια η ενότητα του πάθους
θάνατος και ηδονή ξέχωρα υπάρχουν

Σε σώζουν βατραχάνθρωποι, Οφηλία
Μαργαρίτα Γκωτιέ, βατεύου εν υγεία

Κανείς κανείς κανείς καθώς μαδάει
η καρδιά μου και χάνεται στα χάη

Άλλη είναι η μοναξιά σου άλλη η δικιά μου
κι αχ, δε βρέχει στην πόλη όπως κλαίει στην καρδιά μου

Δάκρυα φιλιά στου κρεβατιού την πλώρη
αγάπη μου, για πού τραβάμε ονειροπλόοι

Φρενίτιδα γυναίκα απελπισμένη
για μας τι πια σημαίνει η λίμνη Τρασιμένη

Μη λογαριάζεις τι ήμουν τι δεν ήμουν
δεν ομοιοκαταληκτώ με τη ζωή μου

Μόνον διά της λύπης, 2006

.

Ο Κοροπούλης ο Γιωργής κι ο Νιόνιος του Καψάλη
κι ο Λάγιος του Κωστή
τα μεσημέρια εσούρωναν (καθείς κι ένα ρεμάλι)
στη Σίνα εκεί ψηλά, στο «Κοπερτί».

Κι εκεί απαγγέλλαν Σολωμό σ’ όποια ενδημούσα κόρη
—ξεφτίλα φοβερή!—
και να, σε λίγο βλέπανε τον Βάγγο τον Μπιτσώρη
να σέρνει τον Φατούρο του στουπί.

Με τον γραμματολόγο ευθύς και με τον νέο Φελίνι
βραχνά να τραγουδούν,
«Χίλια εννιακόσια» πήγαιναν, που της Μαρίας το μίνι
έκαμνε τους λαιμούς να ξεραθούν.

Και βλαστημώντας η Μαρία τη μαύρη μέρα που ναι,
τη μοίρα την κακή,
σε μια γωνιά τους έβαζε κρυφή, να μην τους δούνε
κι έτσι ξεφτιλιστεί το μαγαζί.

Κι ως να φτιαχτούν και να σιαστούν και να τους τα σερβίρουν
κοκταίηλς και ποτά,
κι αυτοί ψιλολουφάζανε, μην τύχει και τους δείρουν
μ’ αιτία τα βερεσέδια τα πολλά.

Μα τη γουλιά ως κατέβαζε την πρώτη και βεβαίως
τελείως γινόταν γκολ,
ξεσάλων’ o Φατούρος πια κι έτσι άκουγε ο μοιραίος
ακόμη και τον Μότσαρτ ροκ εντ ρολ.

Και λίγο λίγο αρχίζοντας για τη χριστιανοσύνη
τραυλά να τους μιλά
όλο και δεν παρέλειπε το μάτι του να κλείνει
σ’ όποιαν ορθοβυζάτη κοπελιά.

Kι εκείθε που όλοι πάγωναν, τέτοιο τρανό ρεζίλι
βλέποντας να κινά,
τον Γκαίρινγκ ως θυμότανε, σήκωνε το μαντίλι
και σκούπιζε τα δάκρυα τα καυτά.

Κι όπως ετύχαινε συχνά σε τέτοιες σούρες να ναι
ευέξαπτοι κι αυτοί,
τ’ αριστερά τους ένστικτα άκουαν να ξυπνάνε
κι αισθάνονταν αντάρτες τρομεροί·

κι ευθύς τον Βάγγο Ντεριντά, τον Σαίξπηρ τον Διονύση,
τον Κίρκεγκααρντ Γιωργή
έβλεπες τον Φατούρο τους στη μέση να
χουν στήσει
και σαν γυναίκα να τον βρίζουνε κοινή.

Κι όποιος ακόμη απ’ το πολύ μεθύσι δεν μπορούσε
ν’ ακούσει και να δει,
κι αυτός κρυφομαντεύοντας στα γέλια σπαρταρούσε
(μιλάμε για τον Λάγιο του Κωστή).

Κι ο Νίκος, συνονθύλευμα σχιζοφρενείας και τρέλας
—μεγάλε Νικολή!—
επέμενε — κι εθαύμαζες και τον επεριγέλας
πως έσμιγε στο ουίσκι το κρασί…

Μα εκείθε που ο λογαριασμός έφτανε πια στα ύψη
κι οι τσέπες αδειανές,
σ’ όλων κινούσε τις ψυχές και τις καρδιές μια τύψη
που αφήσαν τις συζύγους μοναχές.

Καθώς η νύχτα ήταν βαθιά κι είχαν οι γκομενίτσες
γκόμενο στο πλευρό,
μετάνιωνεν ο Νικολής κι άρχιζεν αγκαλίτσες
κι έδινε και φιλάκι ρουφηχτό

στη Νίκη τη Φραντσέζα μας (το βρόμικο ρεμάλι!)
και σκύβοντας στους τρεις
τους σουρωμένους του υβριστές, οπού
χαν το κεφάλι
βαρύ σαν να περνούσ’ οτομοτρίς,

τους έλεγε (ο μεθύστακας!) πως δεν ήταν η τάξη
η Σόλωνος να δει
ποιητές, εκδότες, κριτικούς (που δεν τα
χουν αρπάξει)
σαν τον Φατούρο να μην στέκονται ορθοί.

Κι ενώ τους έλεγεν αυτά, στα γύρω τραπεζάκια
κουνάαν τις κεφαλές
και κλαίγαν για το φέσι τους οι μπάρμαν, και φιλάκια
σκόρπαγε ο Νικολής στις θηλυκές.

Μες στων πολυελαίων το φως η Πόπη του χυμούσε
(πού το
χε μυριστεί;)
κι όλοι λουφάζαν, κι απ’ τ’ αυτί βρίζοντας τον τραβούσε
— και τ’ άλλα, μια ιστορία θλιβερή…

Συνεστίασις, 1991

.

Μέσα στο ποίημα σε χάνω Έξω από μένα
άλλη ομορφιά σε παίρνει, αγαπημένη
Τί θα γίνω και τί με περιμένει
σε άδειες αισθήσεις και χωρίς εσένα

που είσαι για μένα ό,τι είμαι και που τώρα
δεν είσαι μυστικό και πια δεν είμαι ό,τι είμαι
Τί να μου κάνουν νοσταλγίες και μνήμες
Το απτό με αρνιέται αυτή την άχρονη ώρα

το απτό που ήταν η τρέλλα μου και το άγχος
α, όλα αυτά που γίναν τώρα στίχοι . . .
Τί άδοξα που έχασα το στοίχη-
μα ανάμεσα στο «υπάρχω – δεν υπάρχω»

Να χάνω όσα είχα το άντεχα· μα εσύ ήσουν
και όσα ποτέ δε γίναν και δεν είχα
Αυτά, πώς να τα χάσω αυτά που ματαιωθήκαν ;
Σε άλλη ομορφιά θ’ αγιάζουνε μαζί σου

λόγια που αρνήθηκαν να ειπωθούνε
αγγίγματα που πήραν πίσω το αίνιγμά τους
σημάδια του έρωτα και του θανάτου
γραφές που γράφτηκαν για να σβηστούνε

Μέσα στο ποίημα σε χάνω και δεν ξέρω
εσύ μου φεύγεις ή εγώ σου φεύγω ;
Πώς σκοτεινιάζω απ’ το δικό σου φέγγος . . .
Και δε με θέλω πια και δε με ξέρω

Σε άλλη ομορφιά φριχτή και δίχως έλεος
θα ’σαι για πάντα, έξω από μένα, ωραία ωραία
τόσο άδικα τόσο άσπλαχνα ωραία . . .
Και δε με ξέρω πια και δε με θέλω

Εν γη αλμυρά, 1996

.

Πλημμύρα στους μηρούς σου μαύρο αίμα
Ψέμα
Γονάτισα μονάχα μ’ ένα νεύμα
Ψέμα
Σαν πεινασμένος π’ ονειρεύεται ένα γεύμα
Ψέμα
Σαν διψασμένος που ξυπνάει σ’ ένα ρέμα
Ψέμα
Ευθύς το ήπια όλο από συνήθεια
Αλήθεια

Τεφλόν, τχ. 2, 2009

.

λ  υ  κ  ό  φ  ω  ς

Ένα παντούμ μου ζήτησαν να φτιάξω
(ξέρετε, αυτό το μαλαισιανό είδος των τετραστίχων).
Γι’ αυτό θέμα πρωτότυπο οφείλω ευθύς να ψάξω,
να ικανοποιεί, στο ελάχιστο, τα γούστα νέων ήχων.

.

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΠΑΝΤΟΥΜ

.

Ωραίε νεκρέ, μονάρχη εσύ του μυστικού ουρανού μου
αστέρινε, ήρθες πάλι,
σ’ έφερε η νύχτα. . .
.
ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ
.

Φαντάσματα στο σπίτι μου μαζί μου κατοικούνε.
Το βράδυ, πριν ξεκουραστώ, η ιεροτελεστία του δείπνου.
Είναι σκιές δικές μου. Με ξέρουν. Με αγαπούνε.
Μετά με συντροφεύουν κατά τη διάρκεια του ύπνου.

Το βράδυ, πριν ξεκουραστώ, η ιεροτελεστία του δείπνου.
Αλλά κι εγώ δεν πρόκειται ποτέ να τις αφήσω.
Μετά με συντροφεύουν κατά τη διάρκεια του ύπνου,
μη βήξω, μην ξεσκεπαστώ και κρυώσω, μην ξυπνήσω.

Αλλά κι εγώ δεν πρόκειται ποτέ να τις αφήσω.
Τραβάω τελείως τις κουρτίνες που, ανοιχτές, με τυραννούνε
μη βήξω, μην ξεσκεπαστώ και κρυώσω, μην ξυπνήσω.
Σκιές απτές. Παλιοί έρωτες, που μου χαμογελούνε.

Τραβάω τελείως τις κουρτίνες που, ανοιχτές, με τυραννούνε.
Μια νύχτα ακόμη εξασφάλισαν βουτήματα και τσάι.
Σκιές απτές. Παλιοί έρωτες, που μου χαμογελούνε
μα πάνω απ’ όλους, η δική σου η μορφή, ορθή, να με κοιτάει.

Μια νύχτα ακόμη εξασφάλισες βουτήματα και τσάι.
Είσαι εδώ, πριν κοιμηθώ. Τα μάτια μου δεν με γελούνε.
Πάνω απ’ όλους, η δική σου η μορφή, ορθή, να με κοιτάει.
Φαντάσματα στο σπίτι μου μαζί μου κατοικούνε.

.

λ  υ  κ  α  υ  γ  έ  ς

Ξέρετε, με αυτό το μαλαισιανό είδος των τετραστίχων,
καθώς η μέρα επιβεβαιώνεται, το κερί της φωνής μου θα κάψω
για να ικανοποιηθούν, στο ελάχιστο, τα γούστα Νέων Ήχων,
που ένα παντούμ, μόνο, μου ζήτησαν να φτιάξω. . .

.

Πρώτη δημοσίευση

.

Ανάβει το φως μες στη διάφανη ημέρα
το φως που ακουμπά σ’ έναν κόσμο σκοτάδι
καθώς κυβερνάς στην σιγή ατμοσφαίρα
γλυκό λαμπυρίζει του πόθου το λάδι.

Το φως που ακουμπά σ’ έναν κόσμο σκοτάδι
γλιστρά στου ψαριού σου κορμιού τη σελήνη
γλυκά λαμπυρίζει του πόθου το λάδι.
κι η νύχτα που αυξάνει τη ζώνη σού λύνει.

Γλιστρά στου ψαριού σου κορμιού τη σελήνη
το χέρι τ’ απλό που διαβάζει την ύλη
κι η νύχτα που αυξάνει τη ζώνη σού λύνει
σ’ αφήνει στου κοίλου σπασμού την καμπύλη.

Το χέρι τ’ απλό που διαβάζει την ύλη
διδάσκει στον νου το τερπνό μεσημέρι
σ’ αφήνει στου κοίλου σπασμού την καμπύλη
ν’ ανθίζεις της πίκρας το ελάχιστο αστέρι.

Διδάσκει στον νου το τερπνό μεσημέρι
καθώς κυβερνάς στην σιγή ατμοσφαίρα
ν’ ανθίζεις της πίκρας το ελάχιστο αστέρι
ανάβει το φως μες στη διάφανη ημέρα.

Το βιβλίο της Μαριάννας, 1993