.

— Γλιστρά το άσπρο, πιάσου
στου γιασεμιού το γεια σου.
— Μα έχω εγώ πτυχίο
του ανωτάτου Αντίο.
— Ξημέρωσε στα χείλη
και φίλα τα ώς το δείλι.
— Του έρωτος η γεύση
δεν θα με τιθασεύσει.
— Τίναξε πια το χιόνι
καρδιά να μην παγώνει.
— Του νου μου οι νιφάδες
γεννούν και τις λιακάδες.

— Πάψε τα μοιρολόγια.
— Αν πάψουν τα ρολόγια . . .

gianniskyriazis.blogspot.com, 2009

.

Η Ζηνωνίς φιλόλογο το Μένανδρο έχει πάρει
μονάχα, λέει, για το γιο, το άξιο παλικάρι.
Μα αυτός τις νύχτες μελετά την κάθε συζυγία,
πτώσεις, συνδέσμους και φωνές, μαζί με την κυρία.

Παλατινή Ανθολογία, 2009

.

Οι κόλακες κι οι κόρακες διαφέρουν σ’ ένα γράμμα
και θα ’ταν όμοιοι εντελώς, το ρω αν γινόταν λάμδα.
Γι’ αυτό φυλάξου απ’ αυτό το ζώο, φιλαράκι

μάθε πως είναι ο κόλακας των ζωντανών κοράκι.

Παλατινή ανθολογία, 2009

.

Είδαμε μες στου άλσους τον ίσκιο
της Κυθέρειας το γιο, μήλο ίδιο.
Βέλη, τόξα, φαρέτρα αφημένα
σ’ ανθισμένα κλαδιά κρεμασμένα.
Μες σε πέταλα ρόδων που ζούσε
κοιμισμένος ο Έρως γελούσε.
Χύναν μέλισσες μέλι από επάνου
τα ευώδη του χείλη να ράνουν.

Παλατινή Ανθολογία, 2009

.

Φείδων, ως πότε τα φιλιά θα δίνουμε λαθραία
και θ’ ανταλλάσσουμε ματιές, βλέμματα φευγαλέα;…
Με τα μισόλογα κανείς ως πότε θ’ αναβάλλει;…
Είναι η καθυστέρηση της ομορφιάς σπατάλη.
Προτού η τρίχα σου να βγει και γίνει σαν τη βέργα
εμπρός, σε λόγια τολμηρά να προστεθούνε κι έργα…

Παλατινή Ανθολογία, 2009

.

(Στην αναδυόμενη από τη θάλασσα Αφροδίτη)

Με τα μαλλιά σταλάζοντας αφρό αλμυρό ανεδύθη
μες από κύμα πορφυρό γυμνή η Αφροδίτη.
Πλάι σε μάγουλα λευκά το βόστρυχο εκράτη
να στείψει με τα χέρια της του Αιγαίου το αλάτι
τα στήθη μόνο δείχνοντας, όσο η ντροπή επιτρέπει.
Αν ήταν έτσι η θεά, φουρτούνα του Άρη πρέπει.

Παλατινή Ανθολογία, 2009

palatini.blogspot.com, 2009

.

Μαζί τους ξεχνούν οι νεκροί να σε πάρουν
γεμίζει ο Άδης με βλέμματα άδεια
ορμούνε οι μνήμες το νου σου να γδάρουν
τσεκούρι ο ύπνος, κομμάτια τα βράδια.

Γεμίζει ο Άδης με βλέμματα άδεια
ν’ αγγίξεις πώς θέλεις σκιές δίχως σώμα
τσεκούρι ο ύπνος, κομμάτια τα βράδια
με μέλη κομμένα σφαδάζεις στο στρώμα.

Ν’ αγγίξεις πώς θέλεις σκιές δίχως σώμα
η νύχτα τους πόθους πηδά σαν εμπόδια
με μέλη κομμένα σφαδάζεις στο στρώμα
του αίματος λάμπουν οι στάλες σαν ρόδια. . .

Η νύχτα τους πόθους πηδά σαν εμπόδια
για χρόνια θα ζήσεις σκοτώνοντας ώρες
του αίματος λάμπουν οι στάλες σαν ρόδια
κουνιέται ο Χάρος σε φλέβες-αιώρες.

Για χρόνια θα ζήσεις σκοτώνοντας ώρες
ανθρώπων ναυάγια θα δεις να σαλπάρουν
κουνιέται ο Χάρος σε φλέβες-αιώρες
μαζί τους ξεχνούν οι νεκροί να σε πάρουν.

Πρώτη δημοσίευση

.

Τα φύλλα ο αέρας θα σκορπίζει
στην άσφαλτο θα πέφτει η βροχή
και στις βουνοκορφές που θα χιονίζει
θα λειώνει των ερώτων η εποχή.

Με χιόνι, με βροχή και με λιακάδα
χειμώνας θα
ναι πάντα στις ψυχές
του ήλιου δεν θα καίει η νιφάδα
θα ζούμε στου ανέμου τις πτυχές.

Θα γέρνουμε Ιούλιο στο τζάκι
η ζέστη της αγάπης σαν διαβεί.
Κι αφού μας φύγουν όλοι, ένα παιδάκι
αυτό που κάποτ’ ήμασταν θα
ρθεί.

Το χέρι στην καρδιά μας θ’ ακουμπήσει
προτού παγώσει να
χει ζεσταθεί
δακρύζοντας τα μάτια θα μας κλείσει
και πίσω απ’ το φεγγάρι θα χαθεί.

gianniskyriazis.blogspot.com, 2009

.

Οι λέξεις σπάνε σαν κλαδιά
μαστίγια στου χαρτιού το δέρμα

κι απ’ της σιωπής μου την καρδιά
αντλώ της ποίησης το αίμα.

Αφού ποτέ δεν θα υψωθώ
τον ουρανό σέρνω στο χώμα.
Να βάψω μπλε τη γη ποθώ
μπας κι ο Θεός αλλάξει χρώμα.

Ο ήλιος γέρνει σκοτεινός
και πριν ανάψουν όλα τ’ άστρα
εσύ σκορπάς στο σύμπαν φως

μικρή γαρδένια μου στη γλάστρα.

gianniskyriazis.blogspot.com, 2009

.

Μες στη βροχή σκορπίσανε οι στίχοι
κι έμεινε απ’ το ποίημα μόνο ο τίτλος
σα στέγη, που εγκατέλειψαν οι τοίχοι
αφού η ψυχή δεν είναι πια ο στύλος.

Έφυγε και ο τελευταίος φίλος
που τη ζωή σου βοήθησε ν’ αντέξεις.
Τον Δον Κιχώτη χλεύασε ένας μύλος
κι εσένα σε αλέθουνε οι λέξεις.

Αν θες κορώνα-γράμματα να παίξεις
το ποίημα που σου ορίστηκε ν’ αρχίσεις,
το νόμισμά σου μόνο να μην ψέξεις.

Να ξέρεις κάτι πρέπει, αν ατυχήσεις:
Γεννιέσαι και πεθαίνεις από τύχη.
Μες στη βροχή σκορπίσανε οι στίχοι.

gianniskyriazis.blogspot.com, 2009

.

Αργά τα πόδια σου σε πάνε
στης γειτονιάς το ουζερί.
Γαλόνια ούζο σε κερνάνε
όσοι σε σκότωσαν νεκροί.

Κι εκεί, στα πόδια της καρέκλας
μαζεύονται ένα σωρό
ψυχές, με όραμα σαρδέλας
που θα
ναι μόνο ορεκτικό.

Βαρύ το σκύβεις το κεφάλι
κουνούν με χάρη την ουρά.
Και μέσα στου πιοτού τη ζάλη
νομίζεις βγάλανε φτερά.

Τις βλέπεις ξάφνου να πετάνε
με ψαροκόκαλα αγκαλιά.
Είναι οι φίλοι που γυρνάνε
με μίας γάτας τη θωριά.

«Να ο Γιωργής με το μουστάκι
και ο Πανάγος με την πείνα,
να και το νόστιμο Μαράκι
που όλο τηγάνιζε αθερίνα».

Μόλις τελειώσουν το φαΐ τους
γλείφοντας πόδια και κοιλιά
κάνουνε την υγιεινή τους
στου φεγγαριού τη μοναξιά.

Μεμιάς γυρνούν να τις χαϊδέψεις
κλείνουν τα μάτια ηδονικά.
Τη ζεστασιά τους θες να κλέψεις

από τη σόμπα πιο γλυκιά.

Κι αν σηκωθείς απ’ το τραπέζι,
τις χαιρετίσεις νευρικά,
το μάτι ίσως τρεμοπαίζει
θα τις κοιτάς, ένοχος πια.

Πάντα στη μέση ενός δρόμου
θα συναντάς μία, νεκρή.
Κι οι ρόδες κάθε τροχοφόρου
θα την ισιώνουν σα χαλί.

«Να ο τεμπέλης ο Θανάσης,
ξαπλώνει ακόμα όπου βρει.»
Έτσι θα πεις και θα περάσεις
πάλι από πάνω της κι εσύ.

Γοργά το αμάξι σου σε πάει
στο σπίτι σου το ερημικό.
Μοιάζει η μνήμη που βρομάει
μ’ έναν πνιγμένο ποντικό. . .

gianniskyriazis.blogspot.com, 2009


.

Σαν σε κρεμάλα στη δουλειά σου
σκυφτός πηγαίνεις το πρωί.
Ξεσφίγγεις λίγο τη θηλιά σου
το Σάββατο, την Κυριακή.

Με ύφος αηδιασμένου
κοιτάς των άλλων τη ζωή.
Στο σπιτικό του κρεμασμένου
ας μη μιλάμε για σκοινί.

Όπως σε μια ταινία θρίλερ
όπου σιωπαίνουν οι αμνοί
ο Χρόνος, ένας serial killer
που μας κλοτσάει το σκαμνί.

Η αλφαβήτα σε αγχώνει
κι ας είσαι λέξεων εραστής.
Είναι το Γάμα μια αγχόνη
που πάνω της θα κρεμαστείς.

gianniskyriazis.blogspot.com, 2009