***

***

Σε καιρούς περασμένους, σιδηρούν πεπρωμένο κυβερνούσε των ανθρώπων τα διάσπαρτα γένη, με βία βουβή. Βαρειές, ζοφερές αλυσίδες περισφίγγαν τις δειλές τους ψυχές. Απέραντη απλωνόταν η γη – κατάλυμα και πατρίδα θεών. Από τα βάθη των αιώνων υψωνόταν η μυστική της κτίση. Πέρα απ’ τα ρόδινα βουνά της αυγής, στον ιερό κόρφο της θάλασσας κατοικούσε ο ήλιος, φως ζωντανό που κατέκαιε τα πάντα. Ένας γίγας πανάρχαιος βάσταζε τον μακάριο κόσμο. Δέσμιοι κάτω απ’ τα βουνά κείτονταν της μάνας γης τα πρωτότοκα τέκνα. Ανήμπορα και με μένος ανήλεο για των νέων θεών τη μεγάλη γενιά κι όσους μαζί της συγγένευαν, τις χαρούμενες φυλές των ανθρώπων. Του πελάγους τα σκοτεινά, μαυροπράσινα βύθη ήτανε μιας θεάς η αγκάλη. Στα κρυστάλλινα άνδρα ξεφάντωνε λαός τρυφηλός. Ποταμοί, δέντρα, άνθη και ζώα κατείχαν αισθήσεις ανθρώπινες. Γλυκό κερνούσε το κρασί η αφθονία της νιότης – ένας θεός μέσα στ’ αμπέλια – μια στοργική μάνα θεά μες στων σπαρτών τον άπεφθο χρυσό – η ιερή μέθη του έρωτα, λατρεία γλυκύτατη στην πιο ωραία θεά. – Αέναη, πολύχρωμη γιορτή των τέκνων τ’ ουρανού και των κατοίκων της γης, θρόιζε ο βίος, καθώς η άνοιξη μες στους αιώνες. – Με αφέλεια παιδική προσκυνούσε κάθε φυλή την αβρή, χιλιόγλωσση φλόγα, σαν νά ’ταν η πεμπτουσία του κόσμου. Μα όλα αυτά δεν ήταν παρά μια ιδέα μονάχα, μια σκαιά οπτασία,

Που στη γιορτή χύμηξε βίαια την τερπνή
Και τις ψυχές τις έζωσε με άγριο τρόμο.
Κανείς θεός δεν είχε πια μια συμβουλή,
Κανείς δεν βρήκε για να στηριχτεί έναν ώμο.
Καμιά δεν δάμασε ικεσία την οργή
Και το θηρίο από κρυφό προσήλθε δρόμο.
Ήταν ο θάνατος που αυτή την ευωχία
Με δάκρυα έπαυσε, μ’ οδύνες κι αγωνία.

Παντοτινά τώρα απ’ τα πάντα χωρισμένοι
Όσα η ψυχή γλυκά ποθεί κι αποζητά,
Μακριά από κείνους που τους ήταν λατρεμένοι,
Τους μάταιους θρήνους τους και τ’ αναφιλητά,
Είδαν σαν σ’ όνειρο μονάχα οι πεθαμένοι
Την ανημπόρια μας που δέσμιους μάς κρατά.
Σκόρπισε κι έσβησε πια της χαράς το κύμα
Πάνω στων βράχων των αιώνιων το μνήμα.

Με τόλμη οι άνθρωποι, λαχτάρα αληθινή,
Εξωραΐζαν τη φρικτή τη μάσκα του Άδη.
Πώς σβήνει πράο παιδί το φως πριν κοιμηθεί –
Θά ’ρθει το τέλος, λέγανε, σαν άρπας χάδι.
Λειώνουν κι οι θύμησες στων ίσκιων την ροή –
Έτσι τραγούδαγαν το θλιβερό σκοτάδι.
Μα η Νύχτα έμενε αίνιγμα βαρύ η αιώνια,
Σκληρό σημάδι από μια βία καταχθόνια.

Πηγή:
Νοβάλις, Ύμνοι στη Νύχτα, μτφρ. Κ. Κουτσουρέλης, Περισπωμένη 2011
(Βραβείο Μεταφρασμένης Ποίησης «Άρης Αλεξάνδρου» 2012)

Εικονογράφηση:
Σωτήρης Σελαβής, Άτιτλο, 2011
(από την έκδοση της Περισπωμένης)

.

Στο παράθυρο οι νιφάδες του χιονιά·
η καμπάνα η βραδινή αργά σημαίνει.
Η φωτιά τρίζει κι αχνίζει στη γωνιά
και στρωμένο το τραπέζι περιμένει.

Από δρόμο έχοντας φτάσει σκοτεινό
οδοιπόρος την εξώπορτα χτυπάει.
Δέντρο ολάνθιστο το έλεος, χρυσό,
το χυμό τον παγερό της γης ρουφάει.

Μπαίνει ο Ξένος τυλιγμένος τη σιωπή·
το κατώφλι οδύνη τώρα το πετρώνει.
Στο τραπέζι το ψωμί και το κρασί
λαμπυρίζουν μες στο φως που τα κυκλώνει.

koutsourelis.gr, 2007

.

*** Οι «Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό» εύχονται σ’ όλους και σ’ όλες γιορτινές μέρες χαρούμενες και ανέμελες. Το προσεχές δεκαήμερο είναι για μας περίοδος  ανθολογικής ανάπαυλας. Θα τα ξαναπούμε πια  με τη νέα χρονιά, τη Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010.

.
της Σοφίας Κολοτούρου,
που ξέρει απ’ αυτά

Στο φρύδι εδώ του Τυμφρηστού, ψηλά στο Καρπενήσι
Δάσoς τα φώτα απλώνουνε γύρω κλαδιά πλοκάμια
Μπαρ ορεσίβια και σαλέ αλπικά με θέα τη φύση
Κάτω απ’ τα πενταώροφα πνιγμένα τα ποτάμια

Δάσος τα φώτα απλώνουνε γύρω κλαδιά πλοκάμια
Στις στέγες σέρνεται πηχτή μια ομίχλη σαν του βάλτου
Κάτω απ’ τα πενταώροφα πνιγμένα τα ποτάμια
Τσουλούν τα τετρακίνητα στο τσόφλι της ασφάλτου

Στις στέγες σέρνεται πηχτή μια ομίχλη σαν του βάλτου
Μι’ αφίσα από σχολή χορού: Τango! Samba! Μπαλέτο!
Τσουλούν τα τετρακίνητα στο τσόφλι της ασφάλτου
Όμως το χιόνι το πολύ αργεί να πέσει εφέτος

Μι’ αφίσα από σχολή χορού: Τango! Samba! Μπαλέτο!
Λάτρεις των λιφτ, σκιέρ σκυφτοί, μαιτρ τρομεροί του πάγου
Όμως το χιόνι το πολύ αργεί να πέσει εφέτος
Κι όλοι της πίστας οι πιστοί μέρες αργές διάγουν

Λάτρεις των λιφτ, σκιέρ σκυφτοί, μαιτρ τρομεροί του πάγου
Πιάνουν κουβέντα ενώ ρουφούν παχύ latte macchiato
Όλοι της πίστας οι πιστοί μέρες αργές διάγουν
Κι ανόρεχτα τσιμπολογούν βουτήματα απ’ το πιάτο

Πιάνουν κουβέντα ενώ ρουφούν παχύ latte macchiato
Στα ρεστωράν και στα καφέ ψάχνουν να βρουν μια λύση
Κι ανόρεχτα τσιμπολογούν βουτήματα απ’ το πιάτο
Στο φρύδι εδώ του Τυμφρηστού, ψηλά στο Καρπενήσι


* "όταν σε πενταώροφα πνίγανε τα ποτάμια": στίχος του Δ. Κοσμόπουλου 

khpoithsvroxhs.wordpress.com, 2009