20. Ανθολογία Αυγής, Κοσμόπουλος, 23.11.14

Advertisements

Νίκος Χουλιαράς, Ο ζωγράφος που φεύγει, 1980

***

Παγετός την νύχτα και νωρίς το πρωί κι η στάχτη, ά
η στάχτινη μνήμη, υγρή μόνωση, ξεφτισμένος τοίχος.
Έρχονται καταιγίδες. Αλλά θάνατος δεν είναι η σταχτιά
απόγνωση των χαμένων. Είναι ο φιδίσιος ήχος

που σέρνεται χαράζοντας τα σπλάγχνα και δαγκώνει.
Ότι η ιστορία είναι η μόνη αστροφεγγιά.
Κορμάκια τσακιστήκανε στου τίποτα το αμόνι,
όμως η αγάπη τους δεν ξεψυχά σε τούτη την φυρονεριά.

Του πόνου Δάσκαλε, άπλωσε το χέρι σου το ανδρείο
κι απ’ την σιωπή σου θαλερή, στείλε τους βόμβους του φωτός
γιατί δεν κατοικεί ο θάνατος ούτε στον πόνο ούτε στο κρύο,
αλλά στην ερημιά, έξω απ’ την θύρα του παντός.

Πηγή:
Κρούσμα, 2011

Εικονογράφηση:
Νίκος Χουλιάρας, Ο ζωγράφος που φεύγει, 1980

Κατερίνα Κατμάδα, Χαρακτικό, 2012

***

Ένα πολύχρωμο πουλί στους λόφους της Τοσκάνης
με ρώσικους κελαηδισμούς και χρώματα του δάσους
γράφει την απουσία μου κι είναι ο κρυμμένος άσσος
που σου κρατούσα, θάνατε, τώρα που ‘χεις  πεθάνει.

Θα βρέχει· γκρίζος ουρανός, μια κόκκινη βροχή
γεμάτη λάσπη από χωριά χαμένα στην αντάρα.
Θα πέφτουνε σταλαγματιές αίμα από την Σαχάρα
μιας ζωής στο ξερίζωμα και στην απαντοχή.

Τις γκρίζες καπαρντίνες σας τις ξέρω απ’ την καλή.
Με το φτερό του αστραφτερό, τις σκέπασε ο άγγελός μου.
Λευχείμων κι ήσυχα παρών και μ’ ένα δάκρυ σαν γυαλί
μέσα να βρίσκω το νερό, να πνίγω τ’ όφελός μου.

Ώ της Τοσκάνης γήλοφοι, τύμβοι της ξενιτιάς μου,
ψιχάλα το χορτάρι σας και στην πατρίδα χιόνι.
Ένα πουλί πολύχρωμο, απ’ το μέλλον χελιδόνι
κι από τα ολόχρυσα μαλλιά της αγαπητικιάς μου.

Πηγή:
Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι, 2008

Εικονογράφηση:
Κατερίνα Κατμάδα, Χαρακτικό, 2012

Αχιλλέας Χρηστίδης, 2010

***

Πολύφυτο, βαθύτοπο, στης σιγανής λαμπάδας
–καθώς αρχίζει μάχη σκιών στην βραδυνή θαμπάδα–
στο λαδικό το φως, στο ρείθρο της ψυχής
χωριό, πλατειά φυλλώθηκες, να με δεχθείς.

Πηλόχτιστο έχω το κορμί κι ένα σακκούλι χώμα –
μ’ όλα τα σύμφωνα μιας γλώσσας άγνωστης– καρδιά.
Ένα σταφύλι χώμα κι από φως μια καρυδιά
Στον πόνο ψήνονται. Ψυχή και σώμα.

Κι ο θάνατος ακόμα.

Πηγή:
Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι, 2008

Εικονογράφηση:
Αχιλλέας Χρηστίδης, 2010

Μιχάλης Μανουσάκης, Με αφορμή τη Δωδώνη, 2001

***

Ο κόσμος αυτός θα περάσει.
Ψηλά, του Γαλαξία πυρώματα
και μέσα μου αναμμένα δάση.
Βήχω πέτρες και χρώματα –

Χώματα φλογερά. Ζωή μου στο φτερό
Αυτός ο κόσμος έχει ραγίσει.
Πέτρινη ρίζα, γκρίζο μου χωριό
στην άλω του θανάτου σου έχω ζήσει.

Στου Γαλαξία τ’ ασημένια δάση
σκορπίζει, άγνωστη, η ψυχή μου γύρη.
Από τη γέννα, στο βασίλεμα είχα γείρει.
Στον ώμο μου το κόκκινο πουλί θα ξαποστάσει.

Ο Ρήγας με τον Μαύρο του, έμαθα θα περάσει.
Το σφύριξε στον ύπνο μου το ιερό πουλί.
Ο κόσμος ένα ράγισμα και χύθηκα πολύ.
Μα της γενηάς μου οι φωνές ανάβουν, δάση –

Μια αγάπη να με πάρει· δίχως να δικάσει.

Πηγή:
Του νεκρού αδελφού, 2005

Εικονογράφηση:
Μιχάλης Μανουσάκης, Με αφορμή τη Δωδώνη, 2001

.

I grandi maestri sono morti –
Μα, τώρα, πες μου, ξύπνιε, μόρτη,
βλέπεις τη θάλασσα νερό
από τα σπλάγχνα των νεκρών

βγαλμένο; Πες μου, σκιά ποιου δέντρου
– που δεν το ξέρουνε – είναι τούτη
και φώλιασες; Χρυσό της κέντρο,
φτερουγιασμένο φως, μυρόλαδο. Την

νιώθεις, αγκαλιά από χώμα,
χαρά στο πληγιασμένο σώμα.
Ζεστή κι αόρατη, παρούσα
γυναίκα πικροκυματούσα.

Ξερόλα, μάγκα μου, κουρέλι,
κανείς στον κόσμο δεν σε θέλει.
Πλέουσα γυνή σε κλέβει μόρτη –
I grandi maestri sono immorti.

Κρούσμα, 2010

.

San Gregorio, 10.7.84

Πολύφυτο, βαθύτοπο, στης σιγανής λαμπάδας
—καθώς αρχίζει μάχη σκιών στην βραδυνή θαμπάδα—
στο λαδικό το φως, στο ρείθρο της ψυχής
χωριό, πλατειά φυλλώθηκες, να με δεχθείς.

Πηλόχτιστο έχω το κορμί κι ένα σακκούλι χώμα—
μ᾿ όλα τα σύμφωνα μιας γλώσσας άγνωστης— καρδιά.
Ένα σταφύλι χώμα κι από φως μια καρυδιά
στον πόνο ψήνονται. Ψυχή και σώμα.

Κι ο θάνατος ακόμα.

Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι, 2008

.

Άσπρα καλοκαίρια, κόκκαλα
χειμώνες μου, δέντρα γυμνά.
Πιάνω το τραγούδι μου ξανά
πίσω απ’ τις οθόνες και τα κρόταλα

που στραγγίζουν την ζωή μου βυθισμένη,
σκεπασμένη φοβερές εικόνες.
Κατάφορτη χρόνια κι αιώνες
Δευτέρα. Κιόλας φαγωμένη

Από τη μαύρη τρύπα, τ’ άγριο στόμα.
(Έχω φύγει ή εδώ είμαι ακόμα;)
Είμαι στη Μάνα μου κοντά· Δευτέρα.

Χαράζει η σιωπή της πλατυτέρα.
Η γλώσσα του ίσκιου της, βαθύ μου σώμα
η δρόσος του καλοκαιριού, το θάλπος του χειμώνα.

Πουλιά της νύχτας, 2005

.

Είναι ένα σπίτι στοιχειωμένο το κορμί σου
κι έχω χαθεί στα σκοτεινά δωμάτια.
Κρύβεις την πιο άγρια θάλασσα στα μάτια.
Με την πανσέληνο ημερώνει και μου λέει «θυμήσου».

Του χρόνου τα ναυάγια μισοφωτισμένα
στα βάθη σου, θολές εικόνες κυματίζουν.
Αν κι έχω μέλλοντα τις πέτρες που με χτίζουν
ρίχνω βουτιά καθώς τ’ αγρίμια στα χαμένα.

Βλέπω ένα σύννεφο. Απλώνει, σε τυλίγει,
κι ύστερα η νύχτα γίνεται γυλιός στον ώμο.
Τα πόδια μου ματώνουνε και χάνομαι στο δρόμο.
Την έρημο έμαθαν πολλοί, αλλά περάσαν λίγοι.

Λατομείο, 2002

.

στον Νάσο Βαγενά

Λάδι της νύχτας. Μηνίσκος κοφτερό γυαλί.
Αλλιώς: χαλάζι αόρατο θα βρέξει.
Στο στήθος πυροβολισμός η πρώτη λέξη.
Παγώνει το αίμα, πέτρινο κλαδί.

Αλλιώς: χαλάζι αόρατο θα βρέξει.
Γαλάζιες φλόγες στάζουν στο τραπέζι.
Από τα μέρη του θανάτου αν θες να φέξει
σμίξε με τις σκιές στο θέατρο που παίζει.

Γαλάζιες φλόγες στάζουν στο στασίδι.
Αποκρυπτογραφείς το σχήμα των πραγμάτων
με τη σιωπή, Μενέλαε Σολεϊμετζίδη.
Άνοιξη· λύπη θαλερή στο βυθό των σωμάτων.

Αποκρυπτογραφείς το σχήμα των πραγμάτων.
Τα οικόπεδά σου λάμπουν στη σελήνη.
Στο πατρικό σου με κερνούν μαύρο κονιάκ οι κάτω
και με κοιτούν αμίλητοι για ό,τι είναι να γίνει.

Τα οικόπεδά σου λάμπουν στη σελήνη.
Φυτεύεις κήπους μουσικής για τους λαθραίους.
Στον τόπο αυτό πουλί δεν έχει μείνει.
Ο ουρανός πονά τους αρουραίους.

Λατομείο, 2002

.

Στ’ απόκρημνα του εβδομήντα, συνεχώς φυσά.
Αέρας γκρίζος ξερριζώνει την ψυχή σου.
Για τη σχισμή του χρόνου μού άφησες χρυσά
νομίσματα, αλάτι και νερό· μα εδώ, στου δρόμου τα μισά
αρχή και τέλος ένα με το κρύο της αβύσσου.

Ανοίγει αυλαία και σε σκονισμένο φως
ελληνικής ταινίας, πλέουν βουνά και σπίτια.
Στο καφενείο του χωριού που πέτρωσες μικρός
η τηλεόραση χιονίζει παραμύθια
να παίζει θεότυφλος ζητιάνος ο καιρός.

(Εκείνος που κατοίκησε φωτογραφίες παληές
όταν σε πενταώροφα πνίγανε τα ποτάμια
και κλείδωναν τις μουσικές, μα μέσα από τα τζάμια
τού γδύνονταν η θάλασσα πίσω από τις ελιές,
που στράγγιξαν τα χρόνια του στις άγριες αγκαλιές —

έφαγε στάχτη του πρωινού και θράκα της σελήνης
τα πήρε στο κρανίο του, τον έδεσε η σιωπή
— μια λέξη για κρασάκι του, μια λέξη για ψωμί —
όμως εκεί που φύτρωσες κεράκι πώς θα γίνεις
το γράψανε τα σήματα που ντύνονται οι σφυγμοί.)

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Μέσα σε ονείρου φυλλωσιά, κολυμβητής χλωμός
προς την Κυψέλη τ’ ουρανού, αργά περνώντας σβήνεις
και πέφτουνε τα γράμματα. Το παγωμένο φως
κι ο ανήκουστος Γενάρης. Ο λερός καπνός.
Στους βάλτους του ενενήντα τρία φυσά και πώς να μείνεις.

Λατομείο, 2002

.

Έτσι. Μέρες ξεραίνονται. Και νύχτες κιτρινίζουν.
Η μουσική που σου
λαχε φέρνει κάτι πουλιά
πνιγμένα. Κι αν στο χέρι σου ανθεί νεκρή τους η λαλιά
στο αίμα βόσκει αντίλαλος κι οι αρμοί σου βρύσες λύνουν.

Μαζεύεις χώμα στη φωνή. Πικρό νερό στα χείλη.
Με τη φρυγμένη γλώσσα σου κλέβεις μαύρη δροσιά.
Με την ανάσα που σκιρτά σαν φλόγα στο καντήλι
ποια τη χωνεύουν χώματα, ποια τη βαστούν νερά.

Τί ξεδιπλώνεις νήματα. Τί θάβεις μες στις λέξεις —
Φίδια δραπετεύουνε στ’ άπατα του χαρτιού.
Θα μείνει πέτρα ασήκωτη, το σίδερο θα δέσει
θα στάξει κόμπους η σκουριά στο λύχνο του ματιού.

Λατομείο, 2002

311


Δεν μοιάζει ο Τίγρης με τον Μισσισιπή.
Μυρίζει φοινικόκλαρα κι αρχαίο πηλό.
Ύστερα, κάθε νύχτα πέφτουν αστερόφυλλα
απ’ το μεγάλο δέντρο τ’ ουρανού. Ρουκέτες
δεν τα πιάνουν. Στη γλώσσα που μιλώ

δεν είναι μπορετό να πω την φράση «Αμπού-Γράιμπ».
Ούτε κι ο Πρόεδρός μας, λένε, τα
χει καταφέρει.
Κι αυτό το βράδυ ο αέρας θα φέρει
κραυγές και βογγητά σε σκηνές λάιβ,

από τις ταινίες όπου συνάμα βλέπω και πρωταγωνιστώ.
Κάποτε σε ρόλο κεντρικό. Όταν παρουσιαστώ
στην εξεταστική επιτροπή, θα αναφέρω
πως κάνω πράξη όλα τα θρίλλερς που υποφέρω

Ό,τι έβλεπα από πολύ μικρή όταν έμενα μόνη
κι αργότερα με ουίσκυ, χάπια, βότκα με λεμόνι.
Θα αναφέρω επίσης ότι συμπονώ
όσους σέρνω με λουριά και ηλεκτρικά καλώδια.
Θολώνει ο νους μου που δεν γίνονται όπως κι εγώ.
Όταν τους μαστιγώνω, αιμορραγώ.

Όμως εκείνο το παιδί έμοιαζε με μένα.
Έδερνα την Μητέρα του και με κοιτούσε
όπως κοιτάζω, Μάμμυ, την φωτογραφία σου
εδώ στα ξένα.

Πουλιά της νύχτας, 2005