.

Aδειάζει απ’ τους φανατικούς η αρένα.
Λειψό φεγγάρι γλύφει τις σκληρές
πέτρες. Παγώνει το νερό στη στέρνα,
χτυπάει την πόρτα ο χάρος τρεις φορές.

Μα εγώ απ’ τα ξένα περιμένω εσένα.

Δάχτυλα από το φόβο κυρτωμένα.
Σκιές που ανοιγοκλείνουν τις φυρές
πόρτες. Αράχνιασε η παλιά ταβέρνα.
Σκυλεύει η μαύρη γάτα τις νεκρές.

Μα εγώ απ’ τα ξένα περιμένω εσένα.

Δάκρυα που πενθούν μικροχαρές.
Καράβια που κουράστηκαν δεμένα.
Κι αυτή η ελπίδα: ο θάνατος-εξπρές . . .

Μα εγώ απ’ τα ξένα περιμένω εσένα.

Παυσίλυπα, 1987

ξ

.

Οι δρόμοι αψέντι ευώδιασαν αψύ,
υγρές θηλές οι αφύλακτες διαβάσεις·
μ’ άνθη γεμίσαν οι ερημιές, κι εσύ
μαζεύεσαι νωρίς για να διαβάσεις.

Φοβάσαι το έξω, νιώθεις κούραση
για τα παιχνίδια, τις φωτοσκιάσεις
του μάταιου κόσμου. Απόμεινες νησί·
γι’ αλλού δεν έχει βάρκα να περάσεις.

Σπίτι κι αυλή, βιβλίο και μουσική·
φουντώνει ο μύθος, κλέβει την αλκή.
Τ’ άγουρο φρούτο γέμισε σαράκι.

Και μένει, συντροφιά κι αυτή κρυφή,
κάποιου σονέτου η δύσκολη γραφή,
a la maniere de Κώστα Καρυωτάκη.

Παυσίλυπα, 1987

.

Eγώ μονάχος να γυρνώ στα χάη,
χωρίς μιλιά ν’ αντέχω φονικά
κι εσύ στις 5 να καλείς για τσάι
κι η μάμυ σου να φτιάχνει τα γλυκά.

Μες το χειμώνα εγώ κι εσύ στο Μάη
στ’ άνετα εσύ κι εγώ στα ξαφνικά.
Κι όλο το πάθος σου για με να σπάει
σε γράμματα πολύ ρομαντικά.

Φύγε, μια στέρεη, κούφια γη σού πρέπει,
όπως ωραία το γράφει ο ποιητής,
δεν είναι η αγάπη τσάι και σαλέπι

μα πρέπει μέσα της ν’ αφανιστείς.
Κι όλο να διδαχτείς το αλφαβητάρι
της νύχτας, που στο ωμέγα θα σε πάρει.

Παυσίλυπα, 1987

.

Αναζητώντας άλλα ρούχα να ντυθώ
και προσωπεία για να κρύψω τη μορφή μου,
τα χρόνια πέρασαν χωρίς να δώσω ανθό
στη ρημαγμένη από το πάθος ύπαρξή μου.

Σε στίχο ελεύθερο, σ’ ευλύγιστο ρυθμό
όσο κι αν τόλμησα τη δίψα της ερήμου
να εκφράσω, με βαθύ, ανυπόκριτο καημό,
ψεύτικη ηχούσε απ’ τα μαλάματα η φωνή μου.

Τύμπανου χτύπημα και της καρδιάς παλμός,
ξέφρενου, πληγωμένου αλόγου καλπασμός
σταλαγματιά που και την πέτρα βαθουλώνει,

μονάχα εκεί, σε μια πανάρχαια μουσική,
που τους ανθούς με τους χαμούς ανακυκλώνει,
χορεύει ξένοιαστη και χαίρεται η ψυχή.

Παυσίλυπα, 1987

.

Στον ποιητή Γιάννη Βαρβέρη

Ό,τι κι αν γράφεις, φίλε μου Βαρβέρη,
για των ποιητών τα γηρατιά: πληγή,
βαθιά πληγή από φριχτό μαχαίρι,
δέν πρέπει να
χει πίκρα κι ούτε οργή.

Οι ποιητές ποτέ δεν φτάνουν γέροι.
Θνήσκοντες κάθε μέρα έχουνε βγει
πέρα απ’ του πόνου τα δεσμά, απ’ το χέρι
του χρόνου, σε μια γόνιμη σιγή.

Κι αν άρρωστοι μονάζουν σ’ άδειες σκήτες,
περήφανοι κι αλύγιστοι προφήτες
κόσμου τυφλού,

τη μοναξιά τους αν καλά προσέξεις
θα δεις πως συντροφιά έχουνε τις λέξεις
που τους μιλούν.

Παυσίλυπα, 1987