παστερνακ

*****************************************************************************************************************************

Δέξου στο στήθος τα φιλήματα βροχή!
Το καλοκαίρι ίσως για λίγο κελαρύσει·
απ’ τη βαθεία νύχτα μ’ αντλία θα ηχεί
το ακορντεόν, ωσότου η δίψα το εξαντλήσει.

Φριχτά μαντέματα λεν για τα γηρατειά:
Το κύμα, λεν, αφρούς στ’ αστέρια δεν θα υψώνει.
Χωρίς χαμόγελο η χλόη, τα νερά
χωρίς καρδιάς παλμό, χωρίς Θεό οι κλώνοι.

Ν’ αφρίσουν όλα. Κέντα τώρα την ψυχή!
Το μεσημέρι αυτό θα καίει για αιώνες.
Εκεί, η σκέψη σαν δροσιά θα εξατμιστεί
σ’ αχνό από σύννεφα, πουλιά, πευκοβελόνες.

Εκεί, τα τραμ της πόλης αίφνης σταματούν.
Πιο πέρα – πεύκα παν. Πιο πέρα – δίχως τραίνα.
Πιο πέρα – είναι Κυριακή. να καλυφθούν
τρέχουν τα ξέφωτα με χόρτα μουσκεμένα.

Να σκορπά βόλτες, μεσημέρια και γιορτές:
Τον κόσμο πάντα έτσι το δάσος τον γνωρίζει.
Έτσι τον θέλησαν οι λόχμες κι οι μυρτιές,
έτσι απ’ τα σύννεφα κυλά – και μας δροσίζει.

Πηγή:
Αισθηματικές Ιστορίες 3. ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ: Ρήξη -θέμα και παραλλαγές-

Advertisements

salvatore

***

Τα λόγια μου τραχιά τα έχω θελήσει
σαν τα έργα αυτής της πέτρας που ομορφαίνει
ολοένα, και σκληραίνει
ολοένα –όποιος την είδε, το έχει νιώσει·
το σώμα της με ίασπη έχει ντύσει
κι ίσως γι’αυτό το λόγο ή γιατί μένει
πάντοτε καλυμμένη
σαΐτα δεν μπορεί να την πληγώσει·
εκείνη όμως μπορεί να με σκοτώσει-
και πώς να φυλαχτώ; τα βέλη αυτά
σαν να ’χανε φτερά
πετούν, συντρίβουν κάθε πανοπλία∙
κι ούτε που ξέρουν πώς δεν θα ’μουν λεία.

Δεν βρίσκω ασπίδα να μην την ραγίζει,
σπηλιά απ’ το πρόσωπό της να χαθώ·
σαν μίσχος τον ανθό,
ο νους μου την κρατά και την υψώνει·
κι αυτή, τη συμφορά μου υπολογίζει
όσο το πλοίο τον ήρεμο καιρό·
βουλιάζω, δεν θα βρω
ρίμα το βάρος τούτο να σηκώνει.
Σαράκι, που η ορμή σου δυναμώνει,
βουβά με τρως και τη ζωή μου αδειάζεις·
γιατί εσύ δεν δειλιάζεις
να ’σαι μες στην καρδιά κρυφή πληγή
όσο εγώ να πω ποιος σ’οδηγεί;

Γιατί η καρδιά μου τρέμει όταν σκεφτώ
εκείνη ενώ τριγύρω με κοιτούν·
τις σκέψεις μου μη δουν
φοβάμαι∙ ο θάνατος δεν με φοβίζει
τόσο ή του Έρωτα το κοφτερό
δόντι, που τις αισθήσεις μου εξαντλούν·
οι αισθήσεις φυλορροούν
στη σκέψη της, και η ζωή ξεφτίζει.
Ο έρωτας χτυπά και με γκρεμίζει∙
το ίδιο σπαθί είχε στρέψει στη Διδώ∙
κι εγώ εκλιπαρώ,
δούλος του εγώ που έλεος αιτείται·
μα η φύση του το έλεος το αρνείται.

Και πάλι τώρα θέλει να χτυπήσει
ο αχρείος, τη ζωή μου αψηφά·
στο χώμα με κρατά
και μ’έχει βρει πια τόσο κουρασμένο·
πάει ένα ουρλιαχτό ν’ ανηφορίσει
στο νου μου και το αίμα, που κυλά
στις φλέβες μου, χυμά
προς την καρδιά μου κι άσπρος απομένω.
Χτυπά στο μέρος της καρδιάς με μένος
τέτοιο, που στην καρδιά μου αναπηδά
ο πόνος. «μια φορά
ακόμη», λέω, «αν το σπαθί του υψώσει,
θα μ’ έχει ο τρόμος ήδη αποτελειώσει.»

Να χτύπαγε έτσι ολόισια στην καρδιά της
αυτήν που την δική μου κομματιάζει!
Κι αν θάνατο μου τάζει
η ομορφιά της, μαύρος πια δεν θα ‘ναι·
σε ήλιο ή σε σκιά το χτύπημά της,
της δόλιας φόνισσας δεν παραλλάζει.
Γιατί να μην ουρλιάζει
κι αυτή στις φλόγες που με τυραννάνε;
Αμέσως θα συνέτρεχα και θα ’τανε
χαρά μου, που πολλοί την έχουν νιώσει,
το χέρι να είχα απλώσει
στα ωραία μαλλιά, του έρωτα το υφάδι,
κι εκείνη θ’ απολάμβανε το χάδι.

Αν είχα την ξανθή πλεξίδα αδράξει,
μαστίγιο και βέργα που ματώνει,
ενώ έξω ξημερώνει,
θα έπαιζα ως τ’απόδειπνο ν’αρχίσει∙
κι όχι αβρά, μη βρέξει και μη στάξει,
μα σαν αρκούδα: παίζει και δαγκώνει·
και αν με μαστιγώνει
ο έρωτας, θα έπαιρνα εκδίκηση.
Τα μάτια της, που έχουν πυρπολήσει
ετούτη την καρδιά κι είναι νεκρή,
θα κοίταζα –κι αυτή,
που έστερξε να μ‘ αφήσει, θα κινδύνευε·
κι η αγάπη μου μετά θα τη γαλήνευε.

Τραγούδι μου, εσύ δράμε στη γυναίκα
που πήρε την καρδιά μου και με χώρισε
απ’ό,τι ο νους μου πόθησε.
πέτα, γίνε σαΐτα που βυθίζεται·
τιμή με την εκδίκηση κερδίζεται.

Πηγή:
Πέτρινες Ρίμες, 2014

Εικονογράφηση:
Σαλβατόρε Ποστιλιόνε, Δάντης και Βεατρίκη, 1906

7. Ανθολογία Αυγής, Κοροπούλης, 8.11.14

Odysseas elytis -O kouros_1978

***

…una accion vil y disgraciado

1
Ας υποθέσουμε πως φτάνεις σ’ ένα όριο :
μια κίνηση – κι όλα θα γίνουνε συντρίμμια.
Ας υποθέσουμε πως στέκεσαι στο χείλος
και πως δεν ξέρεις, πρώτη σου φορά δεν ξέρεις
τι πρέπει τώρα να συμβεί : Δεν σχεδιάζεις
να πας μπροστά – ή πίσω. Απλώς – απολιθώνεσαι.

2
Ας υποθέσουμε, ναι, πως απολιθώνεσαι
στο πιο ακατάλληλο σημείο : σ’ ένα όριο.
Μοιάζει σαν να διστάζεις, σαν να σχεδιάζεις·
μα ήδη, μέσα σου, όλα γίνανε συντρίμμια –
και δίχως σχέδιο σκορπίσαν – και δεν ξέρεις
τι σου συνέβη κι έφτασες εδώ, στο χείλος –

3
δεν ξέρεις καν να πεις αν είναι εδώ το χείλος
κάποιας αβύσσου εντέλει – ή αν απολιθώνεσαι
τυχαία, εδώ, γιατί κουράστηκες . . . Δεν ξέρεις
αν έστω μπόρεσες να φτάσεις σ’ ένα όριο
ή αν απλώς στο κάθε βήμα σου συντρίμμια
γίνονται όλα μέσα σου, κι όλο σχεδιάζεις,

4
(κάθε στιγμή, αν κι άθελά σου, σχεδιάζεις)
ν’αγγίξεις  κάποτε, επιτέλους, κάποιο χείλος
ώστε να έχουν νόημα τούτα τα συντρίμμια –
κι εκεί να βρεις τον τρόπο πια ν’ απολιθώνεσαι.
Θα πρέπει βέβαια να υπάρχει αυτό το όριο,
να ’ναι κοινό – κι όχι εσύ μόνο να το ξέρεις·

5
να ’ναι αναπόφευκτο – κι εσύ απλώς να ξέρεις
πως εκεί φτάνεις ό,τι και να σχεδιάζεις . . .
Φτάνεις κι εσύ – όπως καθένας . . . Σ’ ένα όριο
δίχως ευθύνη κι ενοχή . . . Σε κάποιο χείλος,
όπου άθελά σου, όπως όλοι, απολιθώνεσαι·
κι ούτε θα πει κανείς πως φταις για τα συντρίμμια

6
γιατί προβάλλονται απλώς μέσα σου: συντρίμμια
ξένα, δικά σου – ποιος να ξέρει ;– κι ούτε ξέρεις
να πας μπροστά –ή πίσω– απλώς απολιθώνεσαι . . .
Μα εσύ πάντα διάλεγες να σχεδιάζεις
μιαν ασχεδίαστη ζωή, πάντα στο χείλος.
Για όλα διάλεγες να φταις – κι αυτό το όριο

7
δεν ξεπερνιέται – και το ξέρεις. Τα συντρίμμια
εδώ ας σταθείς κι ας σχεδιάζεις: νά το όριο,
νά σε ποιο χείλος στάθηκες κι απολιθώνεσαι !

Πηγή:
Αντιύλη, 2008

Εικονογράφηση:
Οδυσσέας Ελύτης, Ο κούρος, 1978

Ξυπνούν, κι έχει η σκέψις ωριμάσει:
Δεν πίνουν από σήμερα σταγόνα.
Έχει πια το στομάχι τους χαλάσει,
τους τρέμουνε τα χέρια και το γόνα.

Απήυδησαν στα μπαρ να τριγυρνάνε,
ν’ αγγίζουν το φαΐ ως άλλοι Μίδες,
να πίνουνε κι οι νύχτες να περνάνε
πολλές μαζί, σαν άκοπες σελίδες.

Νηφάλιοι θα σκύβουν στο τραπέζι,
της τέχνης να ξανάβρουν το κολάι.
Στα τζάμια, της αυγής το φως θα παίζει,
θ’ αχνίζει ο διπλός καφές στο πλάι…

Θωπεύουν το μπουκάλι και το κλείνουν.
Του χρόνου, ίσως τ’ανοίξουν κάποιο βράδυ.
Θα πρέπει πότε-πότε να ξεδίνουν
(καθώς η Περσεφόνη από τον Άδη).

Ήρεμοι κι εγκρατείς, νομοθετούνε
ότι δεν είναι, μ’ όλα τούτα, λάθος
λίγο κρασί στο δείπνο τους να πιούνε,
πως θα μεθύσουν βέβαιοι κατά βάθος.

Ελλειπτική, 1998

.

Μορφές αβέβαιες, που κάποτε σας είδα
κι έπειτα λιώσατε σαν χιόνι στο νερό,
ξανάρχεστε σαν ν’ άνοιξα λάθος σελίδα,
πιο πίσω, εκεί που έλεγα πως, ναι, μπορώ
να ζήσω –κι έζησα– φυσώντας τον αφρό –
κι έγραψα
λες κι υπήρχε τρόπος να μη φταίω
έγραψα κάτι αστείο κι ίσως τρυφερό :
ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο δε λέω !

Πρόσωπα αόριστα, ξανάρχεστε σε μένα
σαν να φυσήξαν τη μορφή σας στο γυαλί
μιας πόρτας που όλο περιστρέφεται σαν γέννα
που κάποιος την ανάγγειλε κι ανακαλεί. . .
Ξανάρχεστε μα εγώ προχώρησα πολύ
και βλέπω κάτι κι από σας πιο φευγαλέο
κι όλο σωπαίνω όπως αγγίζεις μιαν ουλή·
ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο δε λέω !

Ξανάρχεστε μα έχω αλλάξει πια ιδέες.
Λοξεύει ο κόσμος μου σαν βέργα στο νερό. . .
Κοιτώ –και βλέπω– βεστιάριο με λιβρέες

κι έπειτα αυλαία, που ανοίγει και φορώ
σκούφια τρελού με κουδουνάκι δολερό :
κόσμο ρευστό σαν την εικόνα του όταν κλαίω
και σαν μυγάκι μες στο μάτι σταθερό
κι ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο δε λέω !

Κι εγώ χτυπάω σαρανταδύο και κρυώνω
και σαν ν’ αγγίζεις για πολύ τον πάγο καίω. . .
Κι όσα δεν γνώρισα θυμάμαι
αυτά μόνο :
ανθρώπινο, πολύ ανθρώπινο
δε λέω !

Ποιήματα χωρίς ιδιότητες, 2009

.

– Μια φάρσα – θέλεις να την ξαναπαίξουμε; Έναν γάμο
σαν κολικό, σαν να έχεις στα νεφρά σου άμμο…
– Θέλεις να παίξουμε την τελετή, τα δώρα,
παρόν το σόι σου ( που κούφια να ν’ η ώρα ! )
– να παίξουμε – αυτό προπάντων ! μια νεότητα
που κράτησε ένα χρόνο, στην πραγματικότητα ;
– Να παίξουμε πως ήμουν τριανταεννιά –
κι έπινες κι έγραφες κι ο μήνας είχε εννιά
– κι ήταν η κάθε μέρα μου παραμονή –
κι οι φίλοι σου μου λέγαν “κάνε υπομονή”
– γιατί ήταν, λέει, μια γιορτή να ξημερώσει –
περίμενα, δεν είχα ακόμη μετανιώσει
– που δεν ξημέρωνε ποτέ κι εγώ φοβόμουν,
κι όλο σε πρόσεχα και σε περιποιόμουν.
– Κάτι ελλόχευε στον άδειον ουρανό :
Κάτι ερχόταν – όλο και πιο σκοτεινό
– Κι όλα τα τύλιξε ο φόβος. . . τη ζωή σου
και τα παιδιά που εν τέλει έκανα μαζί σου,
– τη φωτεινή κουζίνα, το ζεστό φαΐ
τα πρωινά, που έβγαζες βόλτα το σκυλί,
– την πάχνη της αυγής, το διάβασμα, το χάδι
τα βράδια που δεν σε μισούσα στο σκοτάδι. . .
– Έτσι περάσανε τα χρόνια, έπαιξα κι έχασα –
Σιγά σιγά, δεν σ’ αγαπούσα πια, το ξέχασα. . .

fin’amor, 2000

.

Κάποτε ζούσαμε μαζί
( λένε, τα λάθη είναι μοιραία )·
τώρα καθένας μόνος ζει
και μόνος λείπει στην παρέα.

Φίλοι στο δρόμο σ’ έχουν δει,
δεν είδανε με ποιον μαλώνεις·
έχεις κρατήσει το παιδί
που ήμουν, και το μεγαλώνεις.

Στον ίδιο δρόμο έχω χαθεί
σαν να μου άφησαν το χέρι·
άλλον θα βρεις, θα ’ναι σπαθί,
θα κόψεις κάθε νταραβέρι.

Τις δυο φτερούγες το πουλί,
τους δυο σας ο έρως θα κινήσει. . .
Σ’ έχω ξεχάσει πιο πολύ
απ’ όσο αυτός θα σε γνωρίσει.

Ελλειπτική, 1998

.

Μαζί, όπως και χθές, θα περπατάμε
και κάτι θα σου λεω, και ( μ’ ακούς; )
θα στρέψω να σε δω – και μόνος θα
μαι·
ειδήσεις σου θα ψάχνω στους σταθμούς

που στάθηκες, στα μπαρ, και θα ναι πάντα
η ώρα που θα κλείνουν,  και ( ακούς; )
αόρατη θα παίζει κάποια μπάντα
που θα περνά ψηλά. . .  Στους ουρανούς

σαν νόμισμα τα χρόνια θα κυλήσουν :
κορόνα εσύ θα φέρεις,  και ( τ’ ακούς; )
παιδιά θα γεννηθούν και θα μιλήσουν
για μας όπως για δυο περαστικούς,

που αμίλητοι κι οι δυο κοντοσταθήκαν
να δουν κάποια βιτρίνα ( τους ακούς; )
σαν κούκλες μια στιγμή καθρεφτιστήκαν

και χάθηκαν σε δρόμους χωριστούς.

Ελλειπτική, 1998

.

Εσπούδασε πολλά, μα δεν θυμάται
τώρα πια γιατί έγινεν ο ντόρος.
Σε άλλων τα γραπτά αποκοιμάται

και ονειρεύεται δικά του· ο σπόρος
της έμπνευσης εθλίβη, έγινε ζύθος·
ο Βάγκνερ του είν’ ένας σερβιτόρος.

Κυλήσανε τα χρόνια ως συνήθως:
τις Κυριακές ξανάκουγε τη μπάντα·
τις νύχτες, με αμιλλητήριον ήθος,

τρία βιβλία έβαλε στην πάντα
(να τα
χει στη Δευτέρα Παρουσία)·
και έκλεινε απόψε τα τριάντα

(αργύρια για κάποια προδοσία).

Ελλειπτική, 1998

.

Η δόξα Εκείνου που όλα τα κινεί
την Πλάση διαπερνά, κι αντιφεγγίζει
αλλού πολύ, αλλού λίγο. Έχω ανεβεί
στον ουρανό που πια τον πλημμυρίζει
το Φως Του, και είδα όσα δεν μπορεί
όποιος κατέρχεται ούτε γνωρίζει
να ξαναπεί· η σκέψη μας εκεί
έλκεται από τον πόθο της σε τόσο
βάθος που η μνήμη δεν ακολουθεί.
Μέ όσα λίγα μπόρεσα να σώσω
στο νου μου από την άγια βασιλεία,
τώρα το άσμα μου θα ξεδιπλώσω.
Στην έσχατη αυτή δοκιμασία,
σκεύος ας γίνω, Απόλλωνα, εκλογής σου,
ν’ αξιωθώ της δάφνης σου τη λεία.
Τη μια κορφή αρκούσε να πατήσω
του Παρνασσού· μα η πιο δύσκολη πάλη
αρχίζει: και τις δυο θ’ αποζητήσω.
Στο στήθος μου μπες σαν ανεμοζάλη,
σαν να
ταν ν’ ανασύρεις τον Μαρσύα
από τη θήκη των μελών του πάλι.
Για λίγο αν μου δοθείς, Δύναμη θεία,
τον ήσκιο του βασίλειου να δείξω,
που σφράγισε το νου μου, απ’ την αγία
του δέντρου σου τη φυλλωσιά θα πλέξω
στεφάνι, που το θέμα μου κι εσύ
θα μ’ έχουν κάνει άξιο να φορέσω.
Τα φύλλα αυτά, Πατέρα —για ντροπή
του ανθρώπου— τόσο σπάνια πια κοσμούν
τη δόξα καίσαρα ή ποιητή,
που πρέπει η χαρά του χαρωπού
θεού των Δελφών να πληθαίνει, αν δει
του Πηνειού την κόρη να ποθούν
κάποιοι. . . Φλόγα τη σπίθα ακολουθεί:
κατόπι μου, ίσως ύμνους πιο γλυκούς
να πουν και η Κίρρα ν’ ανταποκριθεί.
Του κόσμου ο λύχνος βγαίνει, στους θνητούς
να φέξει, από εστίες πολλές· εκεί
όμως που ενώνονται με τρεις σταυρούς
τέσσερις κύκλοι, βρίσκει ιδανική
τροχιά κι αστερισμό, ν’ αποτυπώσει
το σχήμα του στου κόσμου το κερί.
Κι ανέβαινε εκεί πλάι· κι είχε νυχτώσει
σε τούτο το ημισφαίριο· στα λευκά
ήταν το άλλο, εκεί είχε ξημερώσει·
κι είδα τη Βεατρίκη αριστερά
να στρέφει και τον ήλιο να κοιτάει:
αετός δεν τον κοιτά έτσι σταθερά.
Κι όπως από την πρώτη αναπηδάει
δεύτερη αχτίδα και ψηλά πηγαίνει,
—προσκυνητής που σπίτι του γυρνάει—,
έτσι απ’ τα μάτια η πράξη της σταλμένη
στο νου μου, πλάθει μια όμοια: Κοιτώ,
θνητός, ίσια στον ήλιο που ανεβαίνει.
Προνόμια που δεν ισχύουν εδώ,
εκεί που ορίστηκε να κατοικεί
ο άνθρωπος μπορούσα να χαρώ.
Τη λάμψη αν και δεν άντεξα πολύ,
τον ήλιο είδα με σπίθες στον αέρα
σαν σίδερο που απ’ τη φωτιά έχει βγει.
Κι αίφνης —σαν μέρα δεύτερη στη μέρα
να πρόσθεσε Αυτός που το μπορεί
και δεύτερο ήλιο ν’ άναψε— ώς πέρα,
όπου γυρνούν αιώνια οι τροχοί,
κοίταξε ή Βεατρίκη· κι αποτράβηξα
τo βλέμμα μου απ’ τον ήλιο προς αυτήν.
Και βλέποντάς την, μέσα μου όλος άλλαξα
όπως ο Γλαύκος — που βοτάνι γεύτηκε
κι ενώθηκε με τους θεούς στη θάλασσα.
Πώς ξεπερνάς τ’ ανθρώπινα δεν βρέθηκε
τρόπος να πεις· μια εικόνα ίσως το δείξει
σε όποιον για το θαύμα αυτό διαλέχτηκε.
Το μέρος μου που έσχατο έχεις χτίσει
αν ήμουν μόνο, Αγάπη που τα ουράνια
ποιμαίνεις και το φως Σου μ’ έχει ελκύσει,
Εσύ το ξέρεις. Όταν η εναρμόνια
δίνη, που ο Νους Σου ελέγχει και διακρίνει
κι ο πόθος που γεννάς την κάνει αιώνια,
με απορρόφησε, είδα κι είχε γίνει
φλόγα απ’ τον ήλιο τόσος ουρανός
που μπόρα ή ποταμός δεν φτιάχνουν λίμνη
έτσι μεγάλη. Και το μέγα φως
κι η μουσική η πρωτάκουστη εντός μου
λαχτάρα φλόγισαν, να μάθω πώς
γεννιούνται. Όπως κι εγώ τον εαυτό μου,
με είδε η Βεατρίκη — και μου πράυνε
την ταραχή απαντώντας στο κρυφό μου
ερώτημα: «Σε λάθος δρόμο, ανόητε,
σε σέρνει η φαντασία σου, τυφλή
σ’ ό,τι θα έβλεπες αν τυχόν σ’ άφηνε.
Δεν είσαι πια, όπως νόμιζες, στη γη·
στο λίκνο σου γυρνάς — και τόσο γρήγορα
δεν πέφτει απ’ το δικό της η αστραπή».
Μου μίλησε έτσι, γελαστά, παρήγορα,
κι η αγωνία μου ένιωσα να σβήνεται·
σε άλλην όμως βούλιαξα, βαθύτερα·
κι είπα: «Το ερώτημά μου ξεδιαλύνεται,
κι όμως ξανά απορώ: ν’ αναληφθώ
περνώντας σώματα ελαφρά πώς γίνεται;»
Κι εκείνη, μάνα που είδε το μικρό
παιδί της να παραληρεί, αναστέναξε
και βλέμμα μου έριξε πονετικό·
κι άρχισε: «Κάθετι με όλα ταίριαξε·
και τούτη η μορφή το σύμπαν δείχνει
πως κατ
εικόναν Του ο Θεός το έφτιαξε.
Σ’ αυτήν το έλλογο πλάσμα διακρίνει
την Άφθαρτη Αξία εντυπωμένη,
όπου το παν ρυθμίστηκε να τείνει.
Στην τάξη αυτήν αλλιώς είναι ορισμένη
να κλίνει η κάθε φύση — την αρχή της
να εγγίζει ή απόμακρη να μένει·
στο κοινό πέλαγος της ύπαρξής της
γι’ άλλο λιμάνι καθεμία πλέει·
την πάει το ένστικτο και πάει μαζί της:
Μ’ αυτό προς το φεγγάρι η φλόγα καίει
·
μ’ αυτό δένεται η γη και στρογγυλεύει·
μ’ αυτό σκιρτά το πλάσμα που αναπνέει·
αυτό το τόξο όλα τα εκτοξεύει:
τα δίχως νου, κι εκείνα που σφραγίζει
ο λογισμός κι η αγάπη σημαδεύει.
Στο φως της πρόνοιας, που το παν ρυθμίζει,
για πάντα ο ουρανός ακινητεί
που μέσα του ο πιο γρήγορος γυρίζει·
το βέλος προς τα κει έχει στραφεί,
σε τόπο διορισμένο μάς πηγαίνει,
τον στόχο τον χαρμόσυνο να βρει.
Την πρόθεση της τέχνης παραβαίνει
συχνά ή μορφή, τό ξέρουμε, κι η ύλη
μοιάζει να
ναι κλειστή και κλειδωμένη·
κι όμοια το πλάσμα, που η χορδή θα στείλει
στο στόχο, μα είναι ελεύθερο να στρέφει
αλλού, σε λάθος όχθη θα εξοκείλει·
κι όπως η φλόγα από τα νέφη πέφτει,
έτσι την πρώτη ορμή του ξεγελά
στρεβλή χαρά, κι αυτό στη γη επιστρέφει.
Η άνοδός σου, αν είν’ αυτά σωστά,
ξαφνιάζει όσο ξαφνιάζει όταν πηγαίνει
στους κάμπους το ποτάμι απ’ τα βουνά.
Δίχως το εμπόδιο που εδώ σε δένει,
το θαύμα θα
ταν να μενες στη γη,
σαν φλόγα που ακίνητη απομένει».
Και στράφηκε τον ουρανό να δει.

Δάντη Θεία Κωμωδία, Παραδείσου Άσμα Α´, μτφρ. Γιώργος Κοροπούλης
(= Η Επιστολή στον Cangrande & Το Πρώτο Άσμα του Παραδείσου, 2004)

.

Το πλάνο γενικό: νύχτα, χειμώνας,
και κάθονται οι δυο τους πλάι στο τζάκι.
(Σαν άλλου κόσμου να
φτασε αεράκι,
καθένας τους κρυώνει κατά μόνας.)

Κάθονται από νωρίς: εφημερίδα
διαβάσαν, διαφώνησαν λιγάκι,
συμφώνησαν μετά να παίξουν σκάκι –
κι αφήσανε στη μέση την παρτίδα.

Κάθονται – και αργεί να φέξει η μέρα.
Καινούργιες δεν θυμούνται ιστορίες·
του γάμου τους κοιτούν φωτογραφίες –
κι ακούν διπλή της νύχτας τη φλογέρα.

Ασπρόμαυρες κοιτούν φωτογραφίες:
αμίλητοι, σαν πιόνια σε σκακιέρα,
(αγάπη μου, θυμάσαι την ημέρα;)
ποζάρουν με κυρίους και κυρίες.

Όλοι συγκινημένοι, όλοι δακρύζουν·
η νύφη κι ο γαμπρός χαμογελάνε.
Εδώ φιλιούνται, εδώ αποχαιρετάνε. . .
Εδώ – παίζουν τα μαύρα και κερδίζουν.

Ελλειπτική, 1998

.


Διάβαζες κάθε βράδυ εφημερίδα·
ποτέ δεν ήταν είδηση η ζωή σου.
Τα νέα θα σου γράψω απόψε: σ’ είδα
χλομό, κι όλοι φροντίζαν να σε ντύσουν.

Σαν να ’χε τελειώσει μια παρτίδα,
μαζεύανε τα πράγματα οι δικοί σου:
ήταν πια να γυρίσεις στην πατρίδα. . .
Στη σάλα περιμέναμε μαζί σου

κι ακούγαμε που χάραζεν η μέρα
και λιώναν οι νιφάδες στον αέρα.
Κοντά μας είχες μείνει όλο το βράδυ

κι έλεγα θ’ αναβάλεις το ταξίδι.
Μα ξάφνου ήσουν εκεί σαν το σημάδι
που μένει όταν χαθεί το δαχτυλίδι.

Ελλειπτική, 1998

13

.

Κι ο δίκαιος τον άγγελο ακολούθησε,
φάσμα μέγα κι ανάλαφρο, στον μαύρο λόφο.
Μα στη γυναίκα του άλλος ίσκιος μίλησε:
“Δες πίσω, ακόμη ξεχωρίζουν μες στο ζόφο

τα Σόδομα, η πόλη που σε γέννησε,
το σπίτι, ο δρόμος που τραγούδια σου αντηχήσαν,
το δώμα που φωνές άλλοτε γέμισε
κι όπου παιδιά τον λαμπρό γάμο σου ευλογήσαν”.

Τα μάτια της τυφλά κιόλας κοιτάζανε:
Πόνο στα μάτια, καθώς έστρεφε, είχε νιώσει.
Τα μέλη της σ’ αλάτι τώρα αλλάζανε,
τα πόδια που
φευγαν στο χώμα είχαν ριζώσει.

Να κλάψει μια γυναίκα ποιος να στάθηκε;
Το θάνατό της ποιος να δει; Πέθαναν τόσοι…
Κι όμως μες στην καρδιά μου αυτή δεν χάθηκε:
Για ένα βλέμμα τη ζωή της έχει δώσει.

Γιώργος Κοροπούλης, Περί των γάμων υδραργύρου και θείου, 2005