11. Ανθολογία Αυγής, Κεντρωτής, 13.11.14

Caspar Baum_China_2003

***

Κοινότοπα τροπάρια εψάλλονταν, και τότε ο κήπος
δια μιάς στου νου τους κάλυκες εφάνη πως πηγαίνει
ανάποδα, και το τρυπάνι, που χορεία αγγέλων
αυθαίρετα σα ρυμουλκό τραβούσε, αρθρώθη λόγος
κλασματικός με πελεκούδια από θαλάσσια ξύλα,
όπου ίππος διά πυρός ελάλει διάπυρος και ασμένως.

Και διχασμένος στην πυρά παραληρούσε ασμένως
κι ο κηπουρός, που εγνώριζε οίκοθεν πώς είν’ ο κήπος,
ο μαυρωπός και ροδαλός, ο επιποθών τα ξύλα
να καλαφατιστούν βαρκούλα που θα τον πηγαίνει
στις αλβοράδες των αβγών κι εκεί που θάλλει ο λόγος
την άλλη πάντα σπώντας απ’ τις φύσεις των αγγέλων.

Κι εν πάση περιπτώσει ο κηπουρός υμνών και αγγέλλων
την πτώση, που θα πέσει κι άλλο, αρμολογούσε ασμένως
το ψέμα, που επαλήθευε όλα όσα ο κομήτης λόγος
διεκδίκησε δι’ εαυτόν (και αυτός ακόμη ο κήπος),
την ώρα που φρενήρες το άλογο ως πηγή πηγαίνει
στου μαύρου δάσους την καρδιά που κατατρώγει ξύλα.

Στου μαύρου δάσους την καρδιά που κατατρώγει ξύλα,
πνευμάτων κέδροι ενέδρα στήσαν σε ουλαμούς αγγέλων·
ορθώς ξεκίνησ’ η έφοδος, μα ολόστραβα πηγαίνει –
και μ’ όλο που συνηγορούσαν επωδοί ασμένως,
κοινότοπα τροπάρια εψάλλονταν, και τότε ο κήπος
ξεράθηκε και γέμισε με μώλωπες ο λόγος.

Στο κέντρο –μην μακρηγορούμε– ενός καθρέφτη ο λόγος
πολλαπλασίαζε τα πριν συντετριμμένα ξύλα
στον παρονομαστή, και ξυλοκόπους είδε ο κήπος
να τσεκουρώνουνε με ορμή το κράτος των αγγέλων·
και ξάφνου υδάτων πίδακες εξάντλησαν ασμένως
τα βάθη απ’ τον οπό που ως χαρωπός του αφρού πηγαίνει.

Ανάλαφρος πλην σφριγηλός –φαντάσου πώς πηγαίνει
ο πούμας στη σαβάνα– επήγαινε έπειτα και ο λόγος,
αφού στη γη του Σενναάρ τη μεταγλώσσα ασμένως
την αποθέωσε βαστώντας μι’ αγκαλίτσα ξύλα
και φράχτες ύψωσε χαράς των έφιππων αγγέλων
ο χορός εκεί, όπου εμάρμαιρε των πεπτωκότων κήπος.

Ο κήπος ο παράκλητος τα ρόδα του πηγαίνει
προσφάι των αγγέλων, όταν φλογισμένος λόγος
τα ξύλα τρώει που τρώγονται εμπειρικώς και ασμένως.

Πηγή:
alonakitispoiisis.blogspot.com, 2011

Εικονογράφηση:
Κάσπαρ Μπάουμ, Κίνα, 2003

Βάσω κατράκη_Το περιστέρι της ειρήνης 1949, ξυλογραφία

***

της Πολυξένης

Με μαύρα νύχια πλήττει το Αραράτ το περιστέρι
και η κιβωτός μια ζούγκλα ερώτων γίνεται αυτομάτως
στις φλόγες των βωμών οι ποιητές προσθέτουν φλόγες
και πυρετός στους αετούς την πρώτη λάβα δίνει
που λάθρα στων φυτών τις τύχες μαίνεται ώς τη ρίζα
ενώ στιγμή δεν έκοψε ο διθύραμβος να βρέχει

Τα περιστατικά του βίου εγγράφονται αυτομάτως
και βιαστικά χωνεύονται σε αστραπιαίες φλόγες
με τους κορμούς των μύθων που η θερμή αγκάλη δίνει
και σπέρνει το μεθύσι με την ιαμβική του ρίζα
στους αμπελώνες τούς θεσπέσιους όπου αιώνες βρέχει
για να έχει νόημα το τάνγκο με ένα περιστέρι

Ρολόγια καίγονται κάτω από σπηλαιώδεις φλόγες
κι η νηνεμία μιάν ατμόσφαιρα μαγείας δίνει
που φτάνει να υποσκάπτει τη συμπάθεια ώς τη ρίζα
ενόσω η μάνικα τις χλόες με διαμάντια βρέχει
που τά ’φερε νυχτιάτικα το αθώο περιστέρι
το ρήγμα του καλού να επιλαμβάνεται αυτομάτως

Στη δίνη που ηδύνει τον νου μόνο οδύνες δίνει
ο γρίφος της αρχής των πάντων με τη μαύρη ρίζα
που με αμαρτίες τους αγρούς του κάτω κόσμου βρέχει
και κομματιάζει το κυλινδρικό άσπρο περιστέρι
σαν νά ’ταν φάσγανο που σε καρατομεί αυτομάτως
απλώς και μόνον επειδή ποθείς να μπείς στις φλόγες

Και σύρριζα στην άβυσσο πετάει το δέντρο ρίζα
και σύρριζα στο σύννεφο το θαύμα αλλέγρο βρέχει
και σφάζει αηδόνια για να τηλωθεί το περιστέρι
που χαύονται εξ εφόδου από τις βάτους και αυτομάτως
καθώς τυλίγονται στων ευαισθησιών τις φλόγες
που η πρόνοια της θεογονίας στους ανθρώπους δίνει

Στα κλειδοκύμβαλα λεπτό δεν έπαψε να βρέχει
και μες στους κεραυνούς βαφτίζεται το περιστέρι
που αλλάζουν σε χοάνες της χαράς και αυτομάτως
χαρίζονται ολοκαύτωμα σε υγρές και άλλες φλόγες
που με δαψίλεια το βασίλειο των ορμών μάς δίνει
να τις γιορτάζουμε σε φρέατα με γκρίζα ρίζα

Γυρνά το περιστέρι στην κορυφή αυτομάτως
γιατί έχει μυρίσει φλόγες και μετά τη μοίρα δίνει
που μέλλει νά ’βρει ρίζα εκεί που μόνο μέλι βρέχει.

Πηγή:
alonakitispoiisis.blogspot.com, 2012

Εικονογράφηση:
Βάσω Κατράκη, Το περιστέρι της ειρήνης, 1949

.

Απ’ όλους τους καθρέφτες πίσω
η μνήμη σέρνεται του χρόνου·
μετρά στα γυάλινα ποτάμια
θαμμένες φώτων αλυκές.
    Στων αλμασέν το μαύρο γείσο
    σταλιάζουν οι φυλές του πόνου·
    κι ο Ομέρο Μάνσι στα καλάμια
    του ονείρου τέμνει κάλυκες.

Νερά λιμνάζουν και μελάνια
μες στων ματιών τις ψυχοκόρες·
ζευγάρια αρπάζονται οι φολίδες
στου τζαμωτού τη φυλακή.
….Στο τάνγκο πέφτουνε τ’ αλάνια
….θλιμμένες να ψαρέψουν ώρες –
….Πομπέγια, Σαν Χουάν, Βοέδο (είδες)
….σαν σκύλου εγίναν υλακή.

Πλατύγυρα καπέλλα πάνε
κοπέλλες ν’ ανταμώσουν, όπου
κλασματικές στροφές προβάρουν
με γόβες από κρύσταλλο.
….Μα θραύονται μεμιάς και σπάνε
….γυαλιά και μνήμες επί τόπου,
….σαν βγουν σελήνες να σε πάρουν
….στο μαγαζί το νύσταλο.

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2010

.

Η φόρμα και το μάνταλο έπρεπε εξ αρχής να σπάσουν,
από τις κάννες άνθρωποι να βγουν, να προελάσουν :
η φόρμα ειρήνη και ηδονή είναι, ουράνια ελευθερία,
γι’ αυτό να οργώσω τους αγρούς με πιάνει μιά μανία·
η φόρμα επιζητεί να με στριμώξει, να με δέσει,
μα εγώ παντού ν’ απλώσω το είναι μου ποθώ με ζέση. –
Σκληρή είναι η φόρμα, καθαρή, ανελέητη, σιχαμένη,
που μου συστήνει στους πτωχούς τω πνεύματι εν γένει
τον εαυτό μου αφειδώλευτα να διαμοιράσω,
τη ζωή μου με ουσία να ταΐσω, μέχρι να χορτάσω.

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2010

***

Χαμένος είμαι, σαν το αγρίμι στο κυνήγι.
Κάπου είναι και άνθρωποι και φως και ελευθερία.
Τα χουγιαχτά των κυνηγών μού φέρνουν ρίγη
·
για μένα δεν υπάρχει διέξοδος καμμία.

Μια λίμνη· κι ένα δάσος σκοτεινό· κι ακόμη
ενός ελάτου το κορμί – που ’χει πεθάνει.
Από παντού για ’μέ είναι πια κομμένοι οι δρόμοι.
Ό,τι κι αν γίνει ας γίνει. Το ίδιο εμέ μου κάνει.

Ποιό νά ’κανα κακό; Τί μού ’χουνε προσάψει;
Φονιάς, κακούργος νά ’μαι, αλήθεια; Ή ρεμάλι;
Τον κόσμον όλο από χαρά έκαμα να κλάψει
για της πατρίδας μου τα παινεμένα κάλλη.

Κι ενώ στου τάφου μου το στόμα ήδη έχω σκύψει,
πιστεύω δεν αργεί ο καιρός της νηνεμίας,
του δε Καλού το πνεύμα θά ’ρθει να συντρίψει
της χυδαιότητας τη βία – και της κακίας.

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2010

.

Επάνω απ’ της Αβύσσου τ’ άγρια σκότη
ΡΩΜΟΣ ΦΙΛΥΡΑΣ

Φουγάρα λήθης σκόρπισαν τις κάπνες
στους κάμπους τ’ ουρανού που ’χε ροδίσει
και θλίβαν λόγια που όλη νύχτα ανάπνεες
στον πυρετό των πόθων, όταν λυσι-
μελής παραδοθεί είχες και μιλήσει.

Ρημάτων εμβατήρια εξατμιστήκαν,
ειρμοί αρωμάτων χύθηκαν στη μέρα
και γίναν ασυνέχεια και σβηστήκαν
σα σπίνοι που βουλιάξαν στον αγέρα,
σαν ασπιρίνη που ’λυωσε, σα σφαίρα

που σού ’σφαξε στα χείλια δυό τρυγώνια
ισοσκελή μπροστά από τα σκαλιά σου
σκαλίζοντας τα χιόνια και τα χρόνια
που επέφταν σα μπαλλόνια απ’ τη μηλιά σου
και παίρναν την παλιά λαλιά σου.

Ξεχάστηκαν ευθύς μεμιάς τα πάντα,
αιθάλη αρνητική του παραδείσου
’κεί που φαλτσοπαιάνιζε μιά μπάντα
στον κήπο της κβαντομηχανικής σου
πρωί-πρωί στα σκαλοπάτια της αβύσσου.

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2010

.

Το βόιδι, που δεν νόγαε να λαλεί βοϊδίσα,
ορέχτηκε να μάθει της Κανταβρυγίας
τη γλώσσα και της Οξφόρδης. Γι’ αυτό με λύσσα
επέπεσε στο ρητορεύειν, και Γοργίας

καινούργιος θε να πρόβελνε στων Βρετανών τα
εδάφη, που σοφιστευμένα θα εμουγκάνα
the English tongue. Πλην, φευ, ούτε και από σπόντα
δεν τού ’βγαινε το oxonian spirit. Σα μαγκάνα

το στόμα του κομμάτιαζε τις λέξεις, όταν
πηγαίναν να προβάρουνε αγγλικές εμβάδες
και ρομπ ντε σαμπρ στου Μπέρμπερις. Και ξαμολιόταν
σαν άντρας μυλωνούς με τους πραματευτάδες,

κι εγέλαε σύμπας ο ντουνιάς με το βιδέλο
που δεν εμίλαε ούτε καν σαν όρθιο βόδι
τα βόιδικα, μα εγούσταρε με το έτσι θέλω
να εκβρετανίζει όσα είχε εντός του ερεβώδη

ρευτεί.  ( Κι ενώ τα στοιχειώδη δεν κατέχει
της μητρικής του γλώσσας data, αχ, ανέγνιο
βαδίζει στο αγγλικό κενό και δεν απέχει
ούτε ίντσα ώς να γενεί όλων των βοδιών το μπαίγνιο. )

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2009

.

Χαρισμένο στον Δημήτρη

Με σκηνή θεάτρου μοιάζει
το μυαλό των ανθρώπων·
εντυπώσεις συνάζει
και ιδέες στων τόπων

των κοινών το σανίδι
ως ηθοποιοί να περάσουν
και των έργων του τα είδη
να καλοσυγκεράσουν.

Λόγοι ορθοί ή ζαλισμένοι·
πνεύματα άγρια ή και ψόφια·
σκηνικά, όπου ξεμένει
και ψευδής, μα και ατόφυα

της υποκριτικής η
δουλεμένη γκριμάτσα
ωσάν για να τονίσει
κάποιαν άχρωμη φάτσα.

Και να βάφει η σελήνη
το ταμπλώ των βημάτων
που ξαφρίζουν στη δίνη
των αφράτων κυμάτων

της καρδιάς· και στα σκότη
της νυχτός να υποφέρεις
που το ξέρεις καλά ότι
τον εαυτό σου δ ε ν ξέρεις.

Στροβιλίζεσαι· δένεις
στης στιγμής τον ειρμό όσα
εσκεμμένα συσταίνεις
με της διάνοιας τη γλώσσα.

Το ποτάμι του εαυτού σου
θα σε πνίξει, αν του ανοίξεις
την ορχήστρα του νου σου
για πρεμιέρες και λήξεις.

Σκοτεινές παραστάσεις
—φωτεινό πανηγύρι
δοκιμάζεις να πιάσεις·
των πελμάτων οι γύροι

στων ιδεών μας τ’ αλώνια
εμπεδώνουν τον χρόνο
μαρτυρώντας πως αιώνια
είν’ η γύμνια μας μόνο.

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2009

(φωτογραφία: Roswitha Mecke)

.

Τσαρτμπίττερ σοκολάτα – γεύση που μετέχει
δύο εξουσιών: κακό κακάο που από το γάλα
αρμέγει καλοσύνη, για να το κατέχει
σαν μάγισσα στριφνή, και απ’ την ψημένη σπάλα

του ερωτικού σφαχτού μοιράζει μοίρες, όταν
διαβλέψει πως το καθεστώς της θα επιβάλει
ζυγώ ή πελέκει. Σαν αστροπελέκι ερχόταν
στο δόλιο στήθος μου, σαν έρμο μαδριγάλι

αγαλινό γαλβάνιζε ό,τι καψαλίστη.
Τα χείλη της ατίθαση είσαν γοητεία·
τη χθόνια μα και ουράνια χάλκευαν την πίστη
που λόγο έναρθρο έκανε ό,τι την αιτία

της ύπαρξής του εχρώσταγε στην αφασία.
Πιασμένος στις δικές της καίριες συμπληγάδες
–στο στόμα, στους μηρούς της– είδα την ουσία
που σε μαινάδες μεταβάλλει τις μανάδες.

Μαντείο αμφίλογο έκρινε το ποιές εκκρίσεις
χυμών ευσχήμων θα χιμίξουν άγριες μές στις
χοάνες των πληγών μου, ενώ πνιγόμουν. Λύσεις
δεσμών δεν υποσχέθηκαν οι δυό σχισμές της

ποτέ. Γι’ αυτό ο οιωνός μου κλέβει το συκώτι
στης χαρμολύπης τη γλυκόπικρη μιλόνγκα.
Πώς να ξεχάσω τις σπονδές φωτός στα σκότη;…
τη μάντισσα που μελωδούσε, ενώ εβόγκα;…

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2008

.

ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΑΙ Ή ΠΡΟΣΩΠΙΚΟΙ ΕΥΕΡΓΕΤΑΙ

Ο ένας μετέφρασε Ροΐδη,
ο έτερος Παπαδιαμάντη,
κι ο τρίτος τους τον Σολωμό
– όλους τους σε γλώσσα δημοτική.
Από πολλών ετών πια ξέρω ήδη
ότι κι άλλο ένα μας διαμάντι
μέρα-νύχτα μεταφράζει Βιζυηνό
–ομοίως στη γλώσσα τη νεοελληνική–
και ότι τόνε καίει φούργια τόση,
που όπου νά
ν’ θα τον εκδώσει.

Έκδοτος εγώ στην κακία, σχεδόν πεντηκοντούτης,
τέσσερεις εχθρούς είχα μόνο στα γράμματα,
κι είχα για τη γούνα ολωνών τους ράμματα . . .
Πείτε μου, πού ναν το φανταστώ, εντούτοις,
πως αντί τα κείμενά μου να τους σβήσουν,
ασβοί εκείνοι ζέχνοντες σε φιλολογικό πατάρι,
θε να μού
καναν, του καψερού, τη χάρη
όλοι να παν μαζί, παρέα, ν’ αυτοκτονήσουν ; . . .


ΕΥΧΑΙ ΕΙΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΗΝ

Αφού εξέμπλεξες με Νιόνιο Σολωμό και με Ροΐδη,
με Βιζυηνό Γεώργιο, ου μην αλλά και μπαρμπ-Αλέκο,
κι αφού τον μεν οίνον έκαμες κρασί, το δε όξος ξύδι,
με θαυμασμό διαβάζω σε τόντις ανυπόκριτο,
και de profundis της καρδίας μου σου εύχομαι:
«Άιντε, παιδί μου, γύρνα στ’ αθηνέικα, που ξέρεις,
Χριστόπουλο και Βηλαρά και, μ’ ό,τι άλλο έχουμε,
και του μαστρο-Βιτσέντζου το «Ρωτόκριτο»
– ε, κι ας κάμει κομμάτι υπομονή και ο Σεφέρης,
δεδομένου, μάλιστα, ότι προηγείται το πιλάφι
που θα μας-ε σερβίρεις, σεφ, να φάμε για Καβάφη.
»

Εκατόν δύο ματς, 2008

.

Κορίτσι μου, άκου συμβουλή που κατηχεί :
στο δόσιμο πιο λάσκα να ’σαι. . . κι άλλο ακόμα.
Σωματικά αγαπώ με πάθος την ψυχή
και ψυχικώς λατρεύω ολόθερμα το σώμα.

Η αγνότης τη λαγνεία δεν μειώνει, κι όλο
χορτάτη πείνα θα ’θελα να με κατέχει.
Κι η αρετή διαθέτει –να το ξέρεις– κώλο,
αλλά κι ο κώλος μι’ αρετή –όσο νά ’ν’– την έχει.

Αφόταν γίνηκε ο θεός ο Δίας κύκνος
στου ντροπαλού να πέσει κοριτσιού το χάσμα,
η γλύκα με τον πόνο ενώθηκαν κι επύκνωσ’
ο πόθος ’κείνο που είν’ το κύκνειό μας άσμα.

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2009

.

Εγώ ο άμετρος, που ζω μετρίως, στα τρία μου
σας γράφω, φίλοι να το ξέρετε ! Σο-
βαρά ποθώ χυδαία να σας ξεχέσω
— ανάγκη δεν σας έχω. . . μήτε χρεία μου !

Στο πήδημα τα λόγια φτιάχνουν καύλα :
το χαίρεται ο γαμιάς να λέει γα-μή-σι
— κι αυτός, που λέξεις έχει να σκορπίσει,
ποτέ του δεν θα κοιμηθεί σε τάβλα.

Γαμίκουλες καλούς η γλώσσα θα χει στέψει,
μόνο όταν το κοράσι τους πιπώσει
στεγνά κι αγρίως — κοντά στο νου κι η γνώση.

Στεγνός στο πνεύμα μόνο μην και μείνω !
Η τέχνη του άντρα λέει : γαμώ με σκέψη∙
κι η πολυτέλεια : να γελάω, όταν χύνω !

Μπέρτολτ Μπρεχτ, Σάουνα και συνουσία,
μτφρ. Γiώργος Κεντρωτής, 2005


.

Το χέρι σου κατέβασε απαλά την πόσθη·
στο σκότος λάμπανε τα κόκκινά σου νύχια :
βαθιά pois electriques, σαν μάτια, που ώς τα μύχια
βουτάγαν μέσα της ψυχής να δούνε. Και εξώσθη,

έτσι, όποιο λάμπος άλλο από πιο μπρος εγνώσθη.
( Κρυστάλλωση ο Σταντάλ το ’πε, όταν είχε δει χια-
στί να διαγράφονται οι εγωτισμοί, και λάμψη αντήχει α-
περίφραστη στην κάμαρά του – τότε. ) Εντόσθι-

α αναδευθήκαν απ’ του χεριού το χάδι : η
Τοσκάνη πράσινη άνθει μες στο καφέ Λάτιο,
κι ας γίνονταν οι πράξεις τούτες εν Ελλάδι.

Δασάκι εφλέγετο πυκνό του γλυκανίσου
να θάψει τις φωτιές μου κάτω από το ιμάτιο
’κεί που συμβάλλονται με χάρη οι δύο μηροί σου.

Μα σαν επάψαν να ’ν’, μετά, όλα εκεί εν ποιήσει,
ανάψανε τα φώτα που ’χε η Κύπρις κλείσει·
και, εξίτηλα όλα, σβήσαν, που ’χε η φύση εμποιήσει,
βαθιά στης μελανής χολής την ύπνια κλήση.

Εκατόν δύο ματς, 2008

38

στον Γιώργο Γραμματικάκη
και σε κάμποσους άλλους

Ασύμφωνα φωνήεντα βαριάς σιωπής σπασμένης
ανέμες πού
κλωθαν αναιμικιά βραχνή φοβέρα –
κι εσύ ξανά-μανά, σε ξένη χώρα, να ποιμένεις
με γκλίτσες λήθης, με τυφλή, με μι’ άπονη φλογέρα
των μύθων την επίσημη χολέρα.

Και κοντραμπάσα με λοξά κοντάρια να δοξάζουν
τα χάδια γυάλινων ματιών που μας κυκλώνουν τώρα
και γίδια μαύρα των καιρών που λάθρα αναχαράζουν
ψεμάτων χάλκινα δεσμά στην άγονη τη χώρα
που τερετίζει ανήμπορη μια μπόρα.

Πανσέληνος μηνίσκος σελαγίζει των ναυτίλων
και σαν μια φλέβα ορθή ανοιχτή στο χάος όλο χαίνει,
το δάχτυλό σου σύρε βρες στον τύπο εκεί των ήλων,
και με μια γλώσσα ξύλινη, παγκοσμιοποιημένη
ανάσταση μυρίκαζε θαμμένη.

Ασπόνδυλα φερέφωνα καλμάρουν συνειδήσεις,
σαν είδωλα εγγαστρίμυθα βομβίζουν, τιτιβίζουν,
ναρκωτικές μοστράρουν στην τιβί καυτές ειδήσεις,
κι εμάς, αλλού, σε ξένο τόπο, αλλάργα αποκοιμίζουν
αδέσποτες οι σφαίρες που σφυρίζουν.

Ρυθμοί ρηχοί· μια ταραχή ηχεί εδώ χορών και πήδων
από λογής τεχνίτες ειδικούς των τεχνημάτων
που λάνσαραν εικονικά σπασίματα αλυσίδων
και σε κονσέρβες θάψανε μοντέρνων ποιημάτων
τη βουή  και την αντάρα των μνημάτων.

Άκρα του τάφου σιωπή. . . – καημένε μου Διονύσιε! . . .

Με απ’ όλα μέσα, 2006