out of; (c) Royal Shakespeare Company Collection; Supplied by The Public Catalogue Foundation

XXVI.

Άρχοντα της αγάπης μου, που υπήκοό σου
το σεβασμό μου η αξία σου δεσμεύει,
αυτές τις έγγραφες πρεσβείες δεξιώσου,
που δεν κομίζουν ευφυΐα αλλά σέβη.

Και σέβας τόσο, που το πνεύμα μου, λιτό,
το απογυμνώνει, μη μπορώντας να το εκφράσει,
μα μες στη σκέψη της ψυχής σου ευελπιστώ
πως μια σου εύνοια γυμνό θα το στεγάσει.

Ωσότου τ’ άστρο που το βήμα μου οδηγεί
μες στη ζωή μου αγαθό επιφοιτήσει
και μου ευπρεπίσει τη ρακένδυτη στοργή

και στη ματιά σου επαξίως με συστήσει.
Τότε δημόσια την αγάπη μου θα δείξω·
μα μέχρι τότε θα λανθάνω, μη σε θίξω.

*************************************************************************************************************************************
XXX.

Όταν σε ώρες σιωπηρές συνεδριάζουν
οι λογισμοί και συγκαλώ τα περασμένα,
αναστενάζω μ’ όσα χάθηκαν για μένα,
παλιά μου πάθη αγαπημένα που λιμνάζουν.

Βρύση τ’ αδάκρυτα κυλούν για κάποιο φίλο
στο αχρονολόγητο σκοτάδι του θανάτου,
άκυρο έρωτα καλώ με τ’ όνομά του,
κλαίω τον σπάταλο Καιρό και πάλι οφείλω.

Κι όλο λυπούμαι κάποια λύπη που ‘χει εκλείψει,
πόνο τον πόνο μου ξανά εξιστορώ
την προγενέστερη που μ’ έθλιψε την θλίψη,

που την πληρώνω κι όμως πάντα υστερώ.
Μα τότε η σκέψη μου γεμίζει από σένα,
κι όλα τα πάθη αναιρείς και τα χαμένα.

Πηγή:
Ουίλιαμ Σαίξπηρ, 25 Σονέτα

images (3)

VIII.

Εσύ που είσαι μουσική, γιατί θλιμμένα
τη μουσική ακούς; Η χάρη με τη χάρη
κι η γλύκα με τη γλύκα χαίρονται. Κι εσένα
της ηδονής η θλίψη σ’ έχει συνεπάρει;

Ενώσεις ήχων μιας πνοής συγκερασμένης,
κι αν σε προσβάλλει η λεπτή τους αρμονία,
μόνο γλυκά σε αποπαίρνουν, που σημαίνεις
όλα τα μέρη σου σε μια μονοτονία.

Τι αμοιβαία γλύκα χύνουν στον αέρα,
κι η μια χορδή την άλλη δίπλα της δονεί·
όπως πατέρας, γιος και άσμενη μητέρα,

που όλοι ένας, τραγουδούν σαν μια φωνή.
Άρρητος ήχος πολλαπλός και μοιάζει ένας,
σα να σου λέει, «μόνος, γίνεσαι κανένας».

******************************************************************************************************************************
XVIII.

Πώς να σε πω – καλοκαιριάτικο πρωί;
Έχεις πιο εύκρατη μορφή, πιο ερασμία·
γνωρίζω ανέμους που κι ο Μάης φυλλορροεί,
τα καλοκαίρια έχουν πάντα προθεσμία.

Κάποτε καίει ο επουράνιος οφθαλμός
και της χροιάς του ο χρυσός συχνά θαμπώνει,
κάποιος μοιραίος του καιρού αναπαλμός
την ομορφιά της ομορφιάς απογυμνώνει.

Μα εσύ αιώνιο θα έχεις καλοκαίρι
κι η ομορφιά σου δεν θ’ απαλλοτριωθεί,
δεν θα επαίρεται ο Άδης πως σε ξέρει

καθώς θα γράφεσαι στου χρόνου την πληθύ.
Όσο ζουν άνθρωποι και βλέπουν θα γυρίζουν
σ’ αυτούς τους στίχους και ζωή θα σου χαρίζουν.

Πηγή:
Ουίλιαμ Σαίξπηρ, 25 Σονέτα

images (2)

V.

Αυτές οι ώρες που με αργή χειροτεχνία
έπλασαν πρόσωπο στα μάτια να μαγεύει,
άγος του έργου τους θα γίνουν, τυραννία,
να καταλύσουν ό,τι όμορφα πρωτεύει.

Γιατί ο χρόνος ακατάβλητος κυλά,
σέρνει το θέρος σε χειμώνα, και παγώνουν
χυμοί που έσφυζαν και φύλλα σφριγηλά,
στην ομορφιά χιονίζει, κι όλα ερημώνουν.

Κι αν δεν απέμεινε του θέρους λίγη φύση
αποσταγμένη στο γυαλί, υγρός δεσμώτης,
η ομορφιά με τις μορφές της θα ‘χε σβήσει,

τίποτε πια να μη θυμίζει τ’ όνειρό της.
Το αποσταγμένο άνθος μέσα στο χειμώνα
κρατά τη γλύκα του κι ας χάνει την εικόνα.

******************************************************************************************************************************
VI.

Πριν σ’ αποστάξουν, μην αφήνεις ν’ αφανίσει
τέτοιος τραχύς χειμώνας μέσα σου το θέρος.
Χύσε τη γλύκα σου, να μην αυτοκτονήσει,
να πιάσει τόπο η ομορφιά σε κάποιο μέρος.

Δεν αδικεί όποιος δανείζει τοκισμένα,
όταν ο τόκος βρίσκει πρόθυμο τον άλλον·
κι εσύ αν βγάλεις από σένα κι άλλον ένα,
κι ένα προς δέκα να γινόταν, πόσο μάλλον.

Στο δεκαπλάσιο το ευτύχημά σου, όταν
φέρουν κι οι δέκα τη δική σου την εικόνα
κι αυτός ο θάνατος τι πείραζε να ερχόταν,

εάν τη φύση σου αφήσει στον αιώνα;
Μη διατεθείς, λοιπόν, ανένδοτος ακόμα,
θανάτου λάφυρο λαμπρό, σκωλήκων βρώμα.

Πηγή:
Ουίλιαμ Σαίξπηρ, 25 Σονέτα

images (1)

ΙΙΙ.
Δες στο καθρέφτη σου και πες, ήρθε η ώρα
αυτό το πρόσωπο σε άλλο να το δεις·
κι αν δεν φρεσκάρεις τη δροσιά σου από τώρα,
τον κόσμο εμπαίζεις, μια μητέρα καταργείς.
Ποια η ωραία που σε μήτρα χερσωμένη
δεν θα σε ήθελε δικό της γεωργό;
Ποιος, άφρων, μέσα του θ’ αφήσει να πεθαίνει
σε τάφο αυτάρεσκο το γένος του αργό;
Είσαι καθρέφτης της μητέρας σου, κι εκείνη
βλέπει σ’ εσένα της ζωής της τον Απρίλη·
κι απ’ τα παράθυρα του βίου σου που σβήνει
η τωρινή σου λάμψη πάλι θ’ ανατείλει.
Όμως αν ζήσεις για να ξεχαστείς, θυμήσου:
πεθαίνεις μόνος και πεθαίνει κι η μορφή σου. 
*********************************************************************************************************************************
IV.
Άσωτα όμορφος, γιατί να σπαταλήσεις
στον εαυτό σου όση πήρες ομορφιά;
Απ’ το γενναίο κληροδότημα της φύσης
μόνο οι απλόχεροι δανείζονται αδρά.
Την αφθονία που σου εδόθη για να δώσεις
πώς αχρηστεύεις σαν χρυσάφι μυστικό,
πώς διαχειρίζονται αμύθητες πιστώσεις
για να ‘χεις άθροισμα ζωής παθητικό;
Κι αν συναλλάσσεσαι μ’ εσένα μόνο, κλέβεις
του εαυτού σου τη γλυκιά περιουσία·
κι όταν η φύση σ’ απολύσει και κατέβεις,
τι θ’ απομείνει για να κλείσεις τα βιβλία;
Τόση αμέριστη ομορφιά παίρνεις στο μνήμα, 
που αν τη διαθέσεις, ζωντανό θ’ αφήσεις κτήμα.
*************************************************************************************************************************************
Πηγή:
Ουίλιαμ Σαίξπηρ, 25 Σονέτα

images

I.

Απ’ ό,τι επλάστη ωραίο θέλουμε καρπό,
να ‘ναι το ρόδο του αθάνατο στη φύση,
κι όταν ο ώριμος πεθαίνει, τρυφερό
να έχει απόγονο στη μνήμη του ν’ αφήσει.
Μα εσύ, τη λάμψη των ματιών σου μνηστευμένος, 
τρέφεις τη φλόγα σου αυτάρεσκη ουσία,
του εαυτού σου εχθρός, αμείλικτος σαν ξένος,
και μετατρέπεις σε λιμό την περισσεία.
Εσύ, που κόσμημα του κόσμου είσαι τώρα
και σαν προάγγελος της άνοιξης θαμπώνεις,
θάβεις στο άνθος σου την καρπερή σου ώρα,
σαν τον φιλάργυρο φυλώντας ερημώνεις.
Τον κόσμο ελέησε ή λαίμαργος κρατήσου
κι ό,τι χρωστάς του κόσμου πάρε το μαζί σου.
 ************************************************************
ΙΙ.
Όταν βαθύς χειμώνας έρθει στρατιώτης
να κυριεύσει τη μορφή σου στον καθρέφτη,
η λαμπερή περιβολή σου, η νεότης,
τώρα περίβλεπτη, θα έχει γίνει ξέφτι.
Κι αν σε ρωτήσουνε, πού πήγε τέτοιο κάλλος
κι ο θησαυρός των σφριγηλών σου ημερών,
θα ‘ναι ντροπή, μάταιος έπαινος, η άλως
να λες πως λάμπει των φθαρμένων σου ματιών.
Πόσο λοιπόν πιο αξιέπαινη η χρήση
της ομορφιάς σου αν δεν τους πεις, «Είναι δικό μου
αυτό το όμορφο παιδί που θα μέ αθροίσει»,
η ομορφιά σου να κριθεί δια κληρονόμου.
Να ξαναγίνεσαι γερνώντας, και αν σφύζει
δικό σου αίμα μες στο κρύο που θ’ αρχίζει.
Πηγή:
Ουίλιαμ Σαίξπηρ, 25 Σονέτα
.
Το προσωπείο του έρωτα δακρύζει,
το πρόσωπο από μέσα σιωπηλό
σαν πέτρα∙ είτε πλασμένοι από πηλό
είτε από μέταλλα ευγενή, ορίζει

άλλος την ώρα της επιστροφής:
έγκλειστος μέσα μου σε χαμηλό
κελί, περνούν οι μέρες μου, μιλώ
μόνος με τις σκιές της οροφής

κι εκτίω μιας αόριστης ποινής
τις εποχές∙ με λίγο φως τα βράδια
μετέρχομαι μιας τέχνης ταπεινής

την ταπεινή παρηγοριά σκοτάδια
αργοπορούν τριγύρω μου σαν χάδια,
εδώ που δεν αγάπησε κανείς.

Εδώ κι εκεί, 2010

.

.

Και εξήλθεν Ιακώβ από του φρέατος του όρκου
και επορεύθη εις Χαρράν, και απήντησεν τόπω
και εκοιμήθη εκεί· έδυ γαρ ο ήλιος· και έλαβεν
από των λίθων του τόπου και έθηκεν προς κεφαλής
αυτού και εκοιμήθη εν τω τόπω εκείνω. και ενυπνι-
άσθη, και ιδού κλίμαξ εστηριγμένη εν τη γη, ης η
κεφαλή αφικνείτο εις τον ουρανόν, και οι άγγελοι
του θεού ανέβαινον και κατέβαινον επ’ αυτής.

ΓΕΝΕΣΙΣ, 28 10-12

Γνωρίζω τι θα γράφατε, πατέρες,
γνωρίζω, μα δεν θέλω να το γράψω·
είναι νωρίς ν’ ανέβω στους αιθέρες,
ν’ αναπαυθώ στα μέρη σας, να κλάψω·
και είν’ αργά, ξεκλήρισαν τις μέρες,
κι οι νύχτες μου ηχούν σαν ιστορίες
που απόστρατοι ψελλίζουν σε κυρίες.

Πλαγιάσαμε μαζί για ν’ αναρρώσει
η γη της πληγωμένης Αρκαδίας·
κοιμήθηκα του ύπνου σας τη γνώση
να ονειρευτώ μιας ένδον Ιαπωνίας
τις ανθισμένες κερασιές, την πτώση
αγγέλων που εξαγόρασαν τα ψεύδη,
τα τρόπαια του κόσμου που καθεύδει.

Στηρίχτηκε η κλίμακα στη γη μας
μα πέρασε τα σύννεφα κι εχάθη·
κι ανέβαινε τις σκάλες της πνοής μας
ο αγώνας των αγγέλων, που απ’ τα βάθη
μετέφεραν τη φλόγα της ζωής μας·
κι έπεφτε αργά σαν στάχτη η βασιλεία
των ουρανών στην άδεια πολιτεία.

Γνωρίζω τι θα γράφατε, πατέρες,
πόσο βαθιά στη φλέβα σας να σκάψω·
μα θα ναι αργά, σαν έρθω στους αιθέρες
να καρπωθώ τη λύπη σας, να κλάψω
τους ήρωες που δόξασαν τις μέρες·
κι οι νύχτες μου θα ζουν σαν παρωδίες,
με ιππότες, ξωτικά και βαλκυρίες.

Μυστήριο η έναστρη λατρεία
μιας θερινής μας νύχτας μυρωμένης·
μυστήριο οι σιωπές στα καφενεία,
όταν σκυφτοί σε σκότος ειμαρμένης
φωτίζουμε μια μακρινή σοφία,
και  πνέει αργά σαν ύπνος στην οδύνη
μια προσεχής τού κόσμου καλοσύνη.

Μυστήριο οι κάμαρες του βίου
μ’ ό,τι αμυδρό θα ’ρθεί να τις φωτίσει,
οι αναμονές σε σπλάχνα αεροδρομίου
κι η Ελένη που μοιραία θα δακρύσει
βουβή σαν συνοδός επιταφίου·
οι μαίες πού χαρμόσυνα κομίζουν
το μέλλον μας με κόρες που δακρύζουν.

Γνωρίζω τι θα ψέλνατε, πατέρες,
γνωρίζω, μα δεν θέλω να το ψάλω·
είναι αργά να σβήσω τους αστέρες
που ευδοκιμούν στο βλέμμα σας, την άλω
που σας φορούν κοσμήτορες αιθέρες·
δική σας η σιωπή που βασιλεύει
κι η δόξα που αναπέμπουμε στα ερέβη.

Ήρθαν στον ύπνο κάλλιστα γραμμένα
ερώτων απογεύματα, τα χείλη,
τα μέλη που μυρώθηκαν, και ξένα
πολύ μου φάνηκαν· ήρθαν και φίλοι
αμίλητοι στην άπλετην αρένα·
ήρθε στον ύπνο μέριμνα και στήνει
μιαν άρρωστη, λεμφατική σελήνη.

Ήρθαν στον ύπνο μαύροι εντολοδόχοι,
αγγέλματα που δεν γυρίζουν πίσω,
οι μάταιες αποστολές, τα όχι
που δεν κατάφερα να εξανθρωπίσω,
τεράτων μορφασμοί σε κάθε κόχη·
ήρθε στον ύπνο απόκοσμο σινάφι
σαν πλήρωμα χρησμού που δεν εγράφη.

Φοβάμαι τις ελπίδες σας, πατέρες,
το σκάφος που κατάφωτο πηγαίνει
και χάνεται σε σύμβολα κι αστέρες,
τον ύπνο σας που απόκοσμα βαθαίνει
μεμιάς σ’ ανυπολόγιστους αιθέρες·
δικό σας κι ό,τι εντός συγκατανεύει
στον τρόμο που τον κόσμο λιτανεύει.

Σε τόπο θερισμένο περιφέρει
τα πάθη της η Ρουθ η Μωαβίτις·
βραδιάζει, κι απ’ τ’ ολόδροσο το χέρι
του αρχάγγελου κυλά ο αποσπερίτης
πιο πένθιμος στο πλήρες καλοκαίρι·
στα πόδια της, αθώοι παρωρίτες,
συνάζονται κοτσύφια και σπουργίτες.

Λαμπρύνεται η Ρουθ η Μωαβίτις
αθέριστη σε χώρα θεριζόντων·
στο στήθος της κατέλυσε ό θύτης
νυχτερινός Θεός της και των όντων
θλιμμένος λογιστής κι ονειροκρίτης·
κι υψώνεται σαν προσφορά στ’ αστέρια
με στάχυα που της πέφτουν απ’ τα χέρια.

Κρυώνουμε, πατέρες, μας σαρώνουν
διατάγματα θανάτου· τις αργίες
τα σώματα πονούν και ζευγαρώνουν·
σε γάμους, σε βαφτίσια, σε κηδείες,
φοβόμαστε και μας κατευοδώνουν
στις παγερές του σύμπαντος βεγγέρες
κυρίες των δυνάμεων, μητέρες.

Κι ήρθαν βαθιά στον ύπνο μιλημένα
(σαν λόγια τραγουδιών που ξεχαστήκαν,
σαν από χάδι μητρικό λυμένα
τα μάγια που τα φύλαγαν) και βρήκαν,
τ’ αδάκρυτα κι ανώνυμα, για μένα,
βαθύτερα κι απ’ του παιδιού το κλάμα,
μια πίκρα και μια δύναμη συνάμα.

Προσήλθαν κι οι τιμώμενοι του Άδη
με λάμψεις παιδικού ρεπερτορίου,
βασίλισσες χιονιού που κάθε βράδυ
μια μουσική σκορπούσαν δωματίου,
ανοίγοντας πατρίδες στο σκοτάδι·
και μόνος σε λυκόφως ιπποσύνης
τους φόβους πολεμούσα μιας Μυρσίνης.

Χαρίζετε, φιλάσθενοι πατέρες,
στον κόσμο μας ωραία παρελθόντα
κι ατέλειωτες δικάσιμες ημέρες·
τις νύχτες, μ’ ένα θρήνο κατιόντα,
κλητεύετε στους άχραντους αιθέρες
τις κόρες σας που σκόρπιζαν κοχύλια
με πέτρινο μειδίαμα στα χείλια.

Εξάντλησε τις λέξεις, και το σώμα
σαν κέλυφος λατρείας στο κρεβάτι
επέπλεε, κι ανέβαινε στο δώμα
η μουσική του μαύρου κωπηλάτη·
στο πλάι αποκοιμήθη η νοσοκόμα,
και τ’ όνειρό της μέσα στ’ όνειρό του
εμάντευε το φως, τον πυρετό του.

Ο θάνατος, μια νύχτα του Φλεβάρη,
τον πότιζε τ’ αργό ναρκωτικό του·
σαν βρέφος βυθιζόταν κι είχε πάρει
στο πρόσωπο μαλάματα του νότου,
στο σώμα του ανώνυμα τη χάρη
(για μια στιγμή, κι ο Άδης επικράνθη)
μιας δόξας δίχως μνήμα, δίχως άνθη.

Το ξέρω πως ο χρόνος μου τελειώνει,
κι ο όρκος σας με κέρδισε, πατέρες,
σαν άνεμος της νύχτας που σαρώνει
τα πάθη μας, τα έργα και τις μέρες,
και τα κεντά στην υψίστη οθόνη·
κι οι πόλεις μας ακούν τα μυστικά του
με θέα σε μια θάλασσα θανάτου.

Τον γνώρισα, με το χωλό του βήμα,
με τα σγουρά μαλλιά και τα μεγάλα
τα μάτια, καθώς άνοιγε το μνήμα
επίσημα στου ονείρου μου τη σάλα,
ντυμένος των πατέρων του το σχήμα,
και μίλησε σε πλήθος καλεσμένους,
βαρίσκιωτους προστάτες με τηβέννους.

Και θά γραφε, νεκρός, ο Λόρδος Βύρων,
στα μέρη των Ελλήνων ιστορία,
ο μέθυσος, ηδονολάτρης, είρων,
που κάποτε γυρεύοντας την Τροία,
κολύμπησε τον Βόσπορο, μαρτύρων
κι  ηρώων αδελφός και χορηγός μου,
εδώ, στα κατεχόμενα του κόσμου.

Φοβάμαι τη σημαία σας, πατέρες,
τα εμβλήματα στη φονική σας χλαίνη,
κομήτες, μισοφέγγαρα κι αστέρες·
το φθόνο σας που απόκοσμα βαθαίνει
και πυρπολεί τους άναρχους αιθέρες,
το  χέρι σας στο σχήμα του πολέμου
κι ό,τι σκιρτά στην ιαχή «λαέ μου».

Πλατεία Ομονοίας, κι έχει δύσει
ο ήλιος των ανθρώπων· απ’ τα βύθη
μιας πόλης που κι αυτός θα τη μισήσει
ξεπρόβαλε, εθελοντής στη λήθη,
ο πρόσφυγας του Πόντου, να ρωτήσει
απρόσιτους διαβάτες, Αθηναίους,
ονόματα των δρόμων και του κλέους.

Σε καφενεία Αλβανών κι Αράβων,
σε ξένη θαλπωρή καταποντίζει
μια νοσταλγία μακρινή των κάβων,
μια πρότερη ζωή που δεν αξίζει·
ο ύπνος ο ανέραστος των σκλάβων,
μπροστά σε κάποια πρόστυχην οθόνη,
σαν άγνωστο θεό τον βαλσαμώνει.

Το ξέρω πως ενήμεροι τελείτε
κι ενήμερους μας παίρνετε, πατέρες,
εκεί που αορίστως κατοικείτε,
ψηλά, στους πεισιθάνατους αιθέρες,
μηχανικοί μιας δόξας που αιωρείται·
προσφάτως, με τον άρρωστό μου γύπα,
σας έστειλα τραγούδια που δεν είπα.

Και φάνηκε στον ύπνο μου φερμένος
απ’ το βορρά, συνένοχος στο φως μου,
ο Βιζυηνός, αλλόκοτα ντυμένος,
προσφύγων συμπολίτης και του κόσμου
αντίδικος στη δόξα και το μένος,
μετρώντας, όπως τό ’θελεν ή τύχη,
μια τσακισμένη τέχνη με την πήχη.

Μου φάνηκε, σε μια στιγμή φενάκης,
την ώρα που προσεύχονταν οι κήποι,
πως κατοικούσαν στις σιωπές της Θράκης
συνέταιροι στο θάμβος και τη λύπη,
ο Σολωμός κι ο Κώστας Καρυωτάκης,
κι ανέβαινε στο φως κατακορύφως
σαν σκαλωσιά της τέχνης τους το ύφος.

Μικρύνατε στον κόσμο μας, πατέρες,
σαν πλάσματα νωχελικά μιας νήσου
που πλέει στους απόμακρους αιθέρες
πλησίστια με ναύλο παραδείσου·
στον ύπνο μας λικνίζονται γαλέρες,
που φέρνουν επιστρέφοντας στο μέλλον
μια νόσο από τα μέρη των αγγέλων.

Στηρίχτηκε η κλίμακα στη γη μου
μα πέρασε τα σύννεφα κι εχάθη·
κι ανέβαινε τις σκάλες της πνοής μου
ο αγώνας των αγγέλων, που απ’ τα βάθη
μετέφεραν τη φλόγα της ζωής μου·
κι έπεφτε αργά σαν στάχτη η βασιλεία
των ουρανών στην άδεια πολιτεία,

και σκέπασε τις μέρες μου σαν φάσμα
η λύπη σας, πατέρες, κι η  σοφία,
μα κράτησα για μια στιγμή στο χάσμα
του κόσμου που αποσύρθηκε μέ βία
μια δόξα που λαμπάδιασε σαν άσμα:
Θεέ, με δόσεις παίρνε με μαζί σου
στο φως του τεχνητού σου παραδείσου.

Υπό κλίμακα, 1991

.

α

Χέρι που τρέμει
και λίγη χρυσόσκονη:
έκανες φτερά.

β

Χέρι που τρέμει
και λίγη χρυσόσκονη:
σε βαλσαμώνω.

γ

Εκκρεμότητες:
σάρκες απ’ τη σάρκα σου
πως τις ξηλώνεις.

δ

Πιθανότητες:
λάμψεις του καλοκαιριού
Δεκέμβρη μήνα.

ε

Δροσερό σταμνί:
η δίψα μου στον πηλό
και στο φιλί σου.

στ

Αφθονος ήλιος —
κι η φθονερή σκιά σου
παγερή τροφός.

ζ

Προφυλαγμένος:
σβήνω την εικόνα σου
και δεν κρυώνω.

Ανεπαισθήτως, μια έκδοση του Πλανοδίου, τχ. 1, 1987

.

για την Καίτη

1

Μαύρο κοράκι
στο νεκρό κλαδί: βράδυ
του φθινοπώρου.

2

Στον άδειο δρόμο
μόνος το φθινόπωρο
καθώς βραδιάζει.

3

Το φθινόπωρο
βαθαίνει — κι ο γείτονας
πώς άραγε ζει.

4

Δροσιά: πώς αλλιώς
να ξεπλύνεις την τόση
σκόνη του κόσμου.

5

Όλα σωπαίνουν:
η φωνή του τζίτζικα
σχίζει τον βράχο.

6

Η τρικυμία
μέχρι πέρα στο Sado
— ο γαλαξίας.

7

Μη λησμονήσεις
τη δαμασκηνιά που ανθεί
μέσ’ στη συστάδα.

8

Άνθη κερασιάς:
των περασμένων χρόνων
μικρές φωτίτσες.

9

Σεληνόφωτη
δαμασκηνιά, κρατήσου:
θα ‘ρθει άνοιξη.

10

Χωρισμός: σφιχτά
τα δάχτυλα στην ψάθα
για παρηγοριά.

11

Ξανάρθε λοιπόν
το χιόνι που βγήκαμε
να δούμε μαζί.

12

Ούτε φεγγάρι,
λουλούδια, ούτε φίλους·
και πίνει σάκε.

13

Εκεί που ο κούκος
φεύγει και χάνεται, να:
ένα νησάκι.

14

Μέρες βροχής:
oι μεταξοσκώληκες
γέρνουν στα μούρα.

15

Μεσημεράκι:
ο τοίχος να δροσίζει
τις πατούσες μου.

16

Τελειώνει ο χρόνος —
με το ψαθί μου ακόμα
και τα σανδάλια.

17

Χωρίς πρόσωπο:
σπαρμένα οστά κι ο αγέρας
κόβει τη σάρκα.

.

Ανεπαισθήτως, μια έκδοση του Πλανοδίου, τχ. 1, 1987


.

Πτυχές του σώματός σου στα σεντόνια,
δεν έχω άλλο κόσμο να σου δώσω·
απόψε που με βάρυναν τα χρόνια
και σκέπτομαι να φύγω, να τελειώσω,

γυρεύω το σκοτάδι σου σα νά ’σουν
αυγερινός σ’ αυτούς που θα με χάσουν,
γυρεύω το ξημέρωμα πριν φύγει
το σώμα μου στα δάση και στα ρίγη.

Μα σκύβω κι ακουμπώ στη μυρωδιά σου,
με τ’ άστρωτα λευκά παρηγοριέμαι,
και να, θυμάμαι κάτι στα μαλλιά σου
σαν φως, και λίγο λίγο αποκοιμιέμαι.

Μπαλάντες και περιστάσεις, 1997

.

Σαν να χα αποκοπεί απ’ την αλήθεια μου

Και σήκωσα ψηλά τα μάτια κι είδα
επάνω απ’ το κεφάλι μου μια Ανάσταση.

Ο κρότος του χρόνου, 2007

.

Όταν σμικρύνομαι στα μάτια όλου του κόσμου
μόνος τον εαυτό μου απόβλητο θρηνώ,
τη μοίρα μέμφομαι και λοιδορώ το φως μου
κι αναστατώνω με φωνές τον ουρανό,
και με φαντάζομαι να ’μουν αλλιώς πλασμένος,
να ’χω την τέχνη του ενός, το νου του άλλου,
ωραίος, φέρελπις, με φίλους προικισμένος,
και υποφέρω το μαρτύριο του Ταντάλου·
κι εκεί που μόλις αυτομίσητος πηγαίνω,
σε συλλογίζομαι και γίνομαι μαζί σου
κορυδαλλός που από τη μαύρη γη τον αίνο
ξυπνά και ψέλνει προς το φως του παραδείσου.
Τέτοιο για μένα της αγάπης σου το κλέος
που δεν τ’ αλλάζω ούτε με σκήπτρο βασιλέως.

Ουίλλιαμ Σαίξπηρ, 25 σονέτα, 1998



.

Όταν φοβάμαι πιο πολύ πως θα πεθάνω
και θά ’ναι ασύναχτο στο νου το γέννημά μου,
τόμους δεν θά ’χω στοιβαγμένους ώς επάνω,
σιταποθήκες με την ώριμη σοδειά μου·

όταν σε νύχτα αστερωμένη ατενίζω
πελώρια σύμβολα τα νέφη στον αιθέρα,
και συλλογίζομαι, ποτέ δεν θά ’ρθει η μέρα
με μάγο χέρι τις σκιές τους να ιστορήσω·

κι όταν αισθάνομαι πως πια δεν θα σε βλέπω,
ωραίο πλάσμα της στιγμής, σαν παραμύθι
τον έρωτά σου απερίσκεπτα να δρέπω·

τότε, στου κόσμου τη μεγάλη παραλία,
σκέφτομαι μόνος, ώσπου χάνονται στα βύθη
και της αγάπης και της δόξας τα πρωτεία.

Μπαλάντες και περιστάσεις, 1997

.

Μη σπέρνεις γύρω σου σκοτάδι, γίνε φως·
γι’ αυτούς που βλέπουν με τα μάτια σου το φως
και παίρνουν από σένα την ανάσα,
γι’ αυτούς που κάποτε θα γίνεις ίσκιος, μη –
μη θησαυρίζεις μαύρη νύχτα, γίνε φως,
κάνε να φαίνονται τα μάτια που αγαπούν,
να φέγγουνε στο νύχτωμα του κόσμου.

Ο κρότος του χρόνου, 2007

.

Εκεί που άλλοτε κυλούσε ο Ιλισός
εκάθισα και έκλαψα, μισός

αιχμάλωτος, μισός ερωτευμένος,
κι ανέβαινε στα χείλη μου ο αίνος.

Κάποια πατρίδα θα ’φερα στο νου,
ν’ ανθίζει στα μετόχια τ’ ουρανού,

με θάλασσες πιο μέσα κι ακρογιάλια
κι ολόφωτα τις νύχτες μανουάλια·

καλή πατρίδα, κι ήσουνα κι εσύ
χρισμένη και σε τύλιγαν κισσοί

και θερινά φεγγάρια· τον ψαλμό
τον ένιωσα σαν κόμπο στο λαιμό,

που λύθηκε στα χείλη μου κι εχάθη
στις όχθες του Ιλισού, στου μπαρ τα βάθη.

.

Και κοίταξα τριγύρω τους θαμώνες·
υπέρυθροι σαν ίσκιοι στους λειμώνες

του κάτω κόσμου, ρύθμιζαν τα χείλη,
και άλλοι σιωπηλοί, σαν να ’ταν φίλοι·

άλλοι εξοφλούσαν κάποιο καταπότι
και άλλοι –οι πιο πολλοί– τον Ισκαριώτη.

Και συ, πού ήσουνα, ποιον εξοφλούσες,
ποιο φως ανομολόγητο κι αργούσες;

ποιο κοίτασμα σε πήρε, ποια πατρίδα
σε τύλιγε σε βράχο και χλωρίδα;

Αργά, καθώς ξημέρωνε, κι ο αίνος
ολόφυρτος ανέβαινε, πνιγμένος,

στην Καλλιρόης, σαν παλιός διδάχος,
εκάθισα και έκλαψα μονάχος.

Αισθηματική αγωγή, 1993

.

Ο έρωτας, λοιπόν, μας εξισώνει
απόλυτα, σαν να ’μαστε φαντάροι,
μονάχα προς τα πάνω, προς τη χάρη
του κόσμου που δεν πλάστηκε με σκόνη.

Μα όταν των μαλλιών σου την περόνη
θα βγάλεις, σαν ιππότης που ’χει πάρει
απ’ το φιλί σου ξίφος και δοξάρι
κλίνω μπροστά στη γύμνια σου το γόνυ.

Το ξέρω πως συχνά η προδοσία
σαρώνει ό,τι τίμησε ο Πετράρχης,
σαν να περνούν στρατιές απ’ την Ασία·

μα βλέπω, μες στα μάτια σου μονάρχης,
σε βάθος παραδείσου την αγχόνη
και σ’ αγαπώ μ’ αυτό που με σκοτώνει.

Αισθηματική αγωγή, 1993

.

.

Φτάνοντας, στάθηκε πριν μπει· από τις γρίλιες
το ξεχασμένο φως σκορπούσε θαλπωρή
έξω στο δρόμο που ξημέρωνε· μπορεί
σαν από πλήκτρα τ’ ουρανού ν’ άκουσε τρίλιες,

και σαν το θρόισμα ομήγυρης που χίλιες
και μία νύχτες γιόρτασε κι αποχωρεί·
κι ίσως φαντάστηκε να σβήνουν οι χοροί,
οι τελευταίες –σ’ ένα βύθισμα– καντρίλιες.

Κάποιο σκοτάδι του σπιτιού τους είχε πάρει,
σε κάποιο γύρισμα καιρού είχαν χαθεί·
γιατί ανοίγοντας την πόρτα, στο βαθύ

που πήρε η ημέρα να χαράζει κεχριμπάρι,
είδε μεμιάς όπως αστράφτει ένα σπαθί
τη δόξα όλη να ’χει φύγει και τη χάρη.

Μέρες αργίας, 1995

.

Ο ουρανός δεν έχει άλλες ιστορίες,
άλλο σκοτάδι, φως κρυφό που δεν ειπώθη,
άλλη ψυχή να του χαλάμε για να κλώθει
πολέμους, έρωτες, λαμπρές εκεχειρίες.

Όμως απόψε που είχε θέατρο να φύγει,
πορφύρας άπλωμα για την υπόκλισή του,
με πυρπολεί το φως με δάφνες του απροσίτου,
όλα ισχύουν και μια δόξα τα τυλίγει.

Όλα πυργώνουν, πάλι πέφτουν, και βραδιάζει
στα χρονικά του έρωτα και του θανάτου,
σκόνη και σκύβαλα, συντρίμματα και χνώτα·

ένα μικρό παιδί μες στα σκεπάσματά του
ανοίγει πάλι λίγο κόσμο και διαβάζει
πριν κοιμηθεί σ’ ένα παράπονο από φώτα.

Μέρες αργίας, 1995

.

Κάποτε θα φτασα ψηλά στην ομορφιά·
ακόμη βλέπω το κενό να κατεβάζει
πυρακτωμένο φως, κι ο ύπνος αποστάζει
πυρήνες κόσμου γαληνεύοντας βαθιά.

Μα τόσος κόπος, τόσος θάνατος, παρείλκε:
έτσι κι αλλιώς ο τόπος θα
πιανε τραγούδι,
μόλις αμίλητος στα χείλη σαν το χνούδι,
κι αρκούσε λίγος Σολωμός ή λίγος Ρίλκε.

Ό,τι ευτύχησα να πάθω περιττεύει,
ό,τι καρπώθηκα νωρίς με καταργεί·
ένα απόγευμα ζωής να με μαγεύει,

μια καλοσύνη της ακάλεστη κι αργή,
και το τραγούδι ανεπίδοτο θ’ ανέβει
μέσα σε νάρκη φθινοπώρου και σιγή.

Μέρες αργίας, 1995

.

Μικρό το σπίτι και με νοίκι
μα η νύχτα, Θε μου, της ανήκει
μεγάλη σα ναός.

Φορεί λευκά μιας επετείου
πηγαίνει στην Καλλιδρομίου
κι η νύχτα παίρνει φως.

Γυρίζει σαν την Περσεφόνη
στον κάτω κόσμο, με βελόνι
και πρώην εραστές.

Ψάχνει τους φίλους της στον Άδη
τ’ αδέλφια της ζωής, το χάδι
και λόγια μαγικά,

όλα του κόσμου να τ’ αλλάξει
να
ναι το δέρμα της μετάξι,
τα όνειρα γλυκά.

Γυρίζει σαν την Περσεφόνη
στον κάτω κόσμο και πληρώνει
λύτρα και δανειστές.

Πιστοί της αγοραίας κοίτης
προσεύχονται με το κορμί της
και φεύγουν σιωπηλοί.

Σε μια γωνιά κάποιος της νεύει,
μοιάζει σε κάτι να πιστεύει
και τον ακολουθεί.

Γυρίζει σαν την Περσεφόνη
κρατάει σκήπτρο και βελόνι
και ψάχνει αγοραστές.

Μπαλάντες και περιστάσεις, 1997