Caspar Baum_Γοτθικά Οράματα_Ταμπλώ 1_1991

* * *

V

Άλλο δεν έχουν νόημα τα τοπία
παρά να σβουν στα μάτια φευγαλέα,
κι έτσι να ζουν για πάντα. Μια εκκλησία,
ύστερα ένας σταθμός, μια μαύρη αλέα,
το πανδοχείο, μια στάνη στην οποία
γάλα θά ’πινες, αλλά νά η αυλαία
πέφτει ενός δάσους, σαν τεχνοτροπία
νέα. Ενός πύργου η περικεφαλαία
ξάφνου αστράφτει και χάνεται. Νέοι δρόμοι
με τους παλιούς σταυραδερφοί κι ακόμη
όσα θνητός ή θεός μπορεί να κάμει,
για όλα όσα βλέπω ανοίγω την αγκάλη,
και ξαναζώ την πιο τρελή κραιπάλη
των ματιών μου: Τη Ρουάν μες στο ποτάμι . . .

* * *

VI

Κυρία των χιμαιρών και των τεράτων,
των μπρούντζινων οσίων και των μαρτύρων
κι άλλων πολλών δυνάμεων αοράτων
αλλά ορατών σε φώτα παραθύρων
χρωματιστών, Θεοτόκε των θαυμάτων
σκαλισμένων σε γοτθικών ονείρων
μάρμαρα και σε κόσμο θεαμάτων
σεπτών, ω Παναγία των αποκλήρων
της αγάπης και των Κουασιμόδων
που σε λατρεύουν με ήχους αρμονίων
κι από τα μαγαζάκια των παρόδων
βγαίνουν σκυφτοί για να σε προσκυνήσουν
λέγοντας τους ρυθμούς των αιωνίων
θλίψεων, μόνο εσέ να συγκινήσουν . . .

Πηγή:
Βίος και αέτωμα, 1959

Εικονογράφηση:
Κάσπαρ Μπάουμ, Γοτθικά οράματα, Ταμπλώ Ι, 1991

Advertisements

Caspar Baum_Όνειρο Πόλης_2003

* * *

III

Ιερή καρδιά του Θεού, για σε και γι’ άλλα
σαν εσέ λατρευτά, κάθε που βράδυ
λαμπάδιαζε στην Πόλη, ανάερη σκάλα
της Μονμάρτρης σ’ ανέβαινα. Σκοτάδι
γαλανό μάς ετύλιγε και γάλα
στάζαν τα γνέφια σαν ουράνιο χάδι.
Έλαμπε ξάφνου μια τεράστια γυάλα,
θόλος ναού — μια μαχαιριά στον Άδη.
Σπίτια μαύρα τετράψηλα κλεισμένα,
οπωροφόρα ξάφνου ευωδιασμένα,
χωριό και πόλη, λόφος και μνημείο,
ν’ αντιγράφω πορτραίτα και να πίνω,
με μια βαμμένη γριά τούτο και κείνο
να λέμε — και στα σύγνεφα να σβήνω . . .

* * *

IV

Θα σου πλέξω τον αιώνιο μανδύα
με λόφους και μηλιές, ω λατρεμένη
κυματίζουσα γη, ζωγραφισμένη
από μόνο μια λέξη : Νορμανδία.
Μαύρα φύκια μες στην πρασινισμένη
θάλασσά σου που λούζεται η ευδία,
κι ήταν για με μιαν ώρα ευτυχισμένη
που ’χε χιλιάδες ρόδα κουστωδία,
ρόδα από τις βραγιές κι από τις βίλες
περιπλεχτές σε δέντρα, σε κανάλια
γυρτές, ακουμπισμένες στην παραλία,
πανιά τρέχουν στο κύμα, ανατριχίλες
παιχνιδίζουν στου Ωνφλέρ τα περιγιάλια,
μαύρα πουλιά, χαρά ή μελαγχολία . . .

Πηγή:
Βίος και αέτωμα, 1959

Εικονογράφηση:
Κάσπαρ Μπάουμ, Όνειρο Πόλης, 2003

 1. Caspar Baum_Κόκκινη Πόλη_2003 (1)

***

I

Πρωινά στά πεζοδρόμια, μεσημέρια
βγαίνεις μεθυσμένος απ’ τα Μουσεία,
κι είναι σα να ’χεις ζήσει μ’ άυλα χέρια
των εμπρεσιονιστών την πεμπτουσία!
Σεζάν, Ρενουάρ, Βαν Γκογκ, Μανέ, λημέρια
που των χρωμάτων λάμπει η εξουσία·
ζωγραφική χαρά χάρηκα ακέρια
με του φωτός τη διάσπαρτην ουσία
χυτή μπρος πίσω απ’ τ’ αντικείμενα, όπως
σα μουσική χρωμάτων να ’ναι ο τόπος
κι ο άνθρωπος ή γυμνός ή καθώς πρέπει,
κάθε μέρα πάω κάτι να κοιτάξω,
τέχνη στον τοίχο, στο ποτάμι σλέπι,
άμα δε δω δεν έχω τι να πράξω!

***

II

Του Παρθεναγωγείου τα κοράσια
τρέχαν εδώ κι εκεί μες στα Μουσεία·
μπρος στων πορτραίτων την ακινησία
ήταν η ζωή, ροή στ’ ακροθαλάσσια . . .
Και μια ξανθή, σαν την ευκινησία
του Ντεγκά, που τη δίνει στα κοράσια
τα δικά του, κάθε άλλη παρουσία
σβήνει — και μένουν μόνο τα θαυμάσια
μάτια γαλάζια δίδυμα πετράδια,
των μαλλιών οι αστραπές, οι νέες κνήμες,
ο μίσχος που ανεβαίνει προς τον πόθο·
ω και να μέναν τα Μουσεία τους άδεια,
θα τα ξαναπλημμύριζαν οι μνήμες
μ’ όσα είδαμε και με όσα ακόμη νιώθω . . .

Πηγή:
Βίος και αέτωμα, 1959

Εικονογράφηση:
Κάσπαρ Μπάουμ, Κόκκινη Πόλη, 2003