.

Βαδίζουν άνθρωποι οδών απείρων οδοιπόροι
με γεννητάτους του έρωτος στα μάτια τους δεσμούς.
Αυτοφυή άνθη μικρά στις εσχατιές της πόλης
εκτάσεις σκυροδέματος τριγμοί θαμμένης γης.

Το ξύλο αλεξίκακο, κομμάτια πυρωμένα
ανάβει ακέραιο αυτό μια καθαρή φωτιά.
Ο δρόμος είναι διχασμός και κάποτε τελειώνει.

Αυγή πυρός αφήνοντας ο κόσμος αίφνης φεύγει
και μια γυναίκα στέκεται κάτ’ απ’ αυτό το δέντρο.

Τινάζει το· και έπεφτε το χιόνι στα μαλλιά της.

Σύρραμμα, 1996

Advertisements

.

Μαζεύεις τα μαλλιά σου π’ ανεμίζουν
σε γλάρωσε η βουή της μηχανής
αφήνεσαι στο φως να σε λικνίζουν
οι εφτά π’ ανοίγουν τώρα ουρανοί.

Μάνα και λέει σιγά την προσευχή της
Πώς στρογγυλεύει έτσι η πέτρα στο νερό!
Μη σκιάζεσαι χαζό, είν’ ο φεγγίτης
Ένα πουλάκι μάς ανοίγει τον καιρό.

Του κόσμου τα ορφανά σε ζωγραφίζουν
σε τζάμια απ’ το χνώτο τους θαμπά.
Και τ’ άστρο απ’ τη γραμμή σου ξεχωρίζουν
στο φωτισμένο στόμα της σπηλιάς.

Αργά μαθήματα, 2002