.

«…ξημέρωσε κι ακόμα ζω
κι αν προτιμώ ας μην ξέρω
το χέρι που απόψε μ’ άγγιξε
αν ήτανε δικό σου ή ξένο…»

Φυσούσε, θυμήσου
Και μού γλιστρούσε το σάλι
Κι εσύ δειλά με ακουμπούσες
Πάλι και πάλι

Kαι σαν πήγε αργά η ώρα
Και στιγμή δεν είχαμε άλλη
Βγήκαμε μαζί στην μπόρα
Kαι με κρατούσες ― θυμήσου

Δεν το θυμάσαι τώρα;

Είμαι σού φώναζα, δική σου
Μα η μπόρα μού ’παιρνε τα λόγια
Κι εσύ όλο ρωτούσες
Σαν ποιά να φωνάζει τέτοιαν ώρα

Θυμήσου μάτια μου, θυμήσου
Πόσο διψασμένα απ’ τη βροχή
Σμίξαν τα χέρια μας εξίσου
Κάτω απ’ τη μπόρα ―

Τα μάτια που έλαμπαν θυμήσου.

Θυμήσου, μιάν άλλη φορά
Ήταν πριν πέσει η σελήνη
Μα ήσουν ακόμα μες στη δίνη
τού ιδρώτα ―

Θυμήσου. Το σούρουπο σού δίνει

Τη μορφή που είχες πρώτα
Και μιά αύρα που μ’ εμπαίζει
Εμπρός μου σε ρωτά ποιάν είχες
Και δεν ξέρεις ― Ρώτα! Το γραμμόφωνο

Κουράστηκε να παίζει.
Και στη λατέρνα σκάλωσε μιά νότα.

τής Γιώτας Μ.

khpoithsvroxhs.wordpress.com, 2009

Advertisements

.

Διότι οι δρόμοι της φυγής
είναι μ’ εκείνους της επανόδου
συναφείς (αν όχι απλώς οι ίδιοι)
— ώστε σύνεση πρέπει μεγάλη,
μνημοσύνη και προπάντων αιδώς,
εάν δε θες να σε φέρνουν διαρκώς
όλο πίσω και πάλι.

Νυκτιφανή, 2005