παστερνακ

*****************************************************************************************************************************

Δέξου στο στήθος τα φιλήματα βροχή!
Το καλοκαίρι ίσως για λίγο κελαρύσει·
απ’ τη βαθεία νύχτα μ’ αντλία θα ηχεί
το ακορντεόν, ωσότου η δίψα το εξαντλήσει.

Φριχτά μαντέματα λεν για τα γηρατειά:
Το κύμα, λεν, αφρούς στ’ αστέρια δεν θα υψώνει.
Χωρίς χαμόγελο η χλόη, τα νερά
χωρίς καρδιάς παλμό, χωρίς Θεό οι κλώνοι.

Ν’ αφρίσουν όλα. Κέντα τώρα την ψυχή!
Το μεσημέρι αυτό θα καίει για αιώνες.
Εκεί, η σκέψη σαν δροσιά θα εξατμιστεί
σ’ αχνό από σύννεφα, πουλιά, πευκοβελόνες.

Εκεί, τα τραμ της πόλης αίφνης σταματούν.
Πιο πέρα – πεύκα παν. Πιο πέρα – δίχως τραίνα.
Πιο πέρα – είναι Κυριακή. να καλυφθούν
τρέχουν τα ξέφωτα με χόρτα μουσκεμένα.

Να σκορπά βόλτες, μεσημέρια και γιορτές:
Τον κόσμο πάντα έτσι το δάσος τον γνωρίζει.
Έτσι τον θέλησαν οι λόχμες κι οι μυρτιές,
έτσι απ’ τα σύννεφα κυλά – και μας δροσίζει.

Πηγή:
Αισθηματικές Ιστορίες 3. ΜΠΟΡΙΣ ΠΑΣΤΕΡΝΑΚ: Ρήξη -θέμα και παραλλαγές-

out of; (c) Royal Shakespeare Company Collection; Supplied by The Public Catalogue Foundation

XXVI.

Άρχοντα της αγάπης μου, που υπήκοό σου
το σεβασμό μου η αξία σου δεσμεύει,
αυτές τις έγγραφες πρεσβείες δεξιώσου,
που δεν κομίζουν ευφυΐα αλλά σέβη.

Και σέβας τόσο, που το πνεύμα μου, λιτό,
το απογυμνώνει, μη μπορώντας να το εκφράσει,
μα μες στη σκέψη της ψυχής σου ευελπιστώ
πως μια σου εύνοια γυμνό θα το στεγάσει.

Ωσότου τ’ άστρο που το βήμα μου οδηγεί
μες στη ζωή μου αγαθό επιφοιτήσει
και μου ευπρεπίσει τη ρακένδυτη στοργή

και στη ματιά σου επαξίως με συστήσει.
Τότε δημόσια την αγάπη μου θα δείξω·
μα μέχρι τότε θα λανθάνω, μη σε θίξω.

*************************************************************************************************************************************
XXX.

Όταν σε ώρες σιωπηρές συνεδριάζουν
οι λογισμοί και συγκαλώ τα περασμένα,
αναστενάζω μ’ όσα χάθηκαν για μένα,
παλιά μου πάθη αγαπημένα που λιμνάζουν.

Βρύση τ’ αδάκρυτα κυλούν για κάποιο φίλο
στο αχρονολόγητο σκοτάδι του θανάτου,
άκυρο έρωτα καλώ με τ’ όνομά του,
κλαίω τον σπάταλο Καιρό και πάλι οφείλω.

Κι όλο λυπούμαι κάποια λύπη που ‘χει εκλείψει,
πόνο τον πόνο μου ξανά εξιστορώ
την προγενέστερη που μ’ έθλιψε την θλίψη,

που την πληρώνω κι όμως πάντα υστερώ.
Μα τότε η σκέψη μου γεμίζει από σένα,
κι όλα τα πάθη αναιρείς και τα χαμένα.

Πηγή:
Ουίλιαμ Σαίξπηρ, 25 Σονέτα

images (3)

VIII.

Εσύ που είσαι μουσική, γιατί θλιμμένα
τη μουσική ακούς; Η χάρη με τη χάρη
κι η γλύκα με τη γλύκα χαίρονται. Κι εσένα
της ηδονής η θλίψη σ’ έχει συνεπάρει;

Ενώσεις ήχων μιας πνοής συγκερασμένης,
κι αν σε προσβάλλει η λεπτή τους αρμονία,
μόνο γλυκά σε αποπαίρνουν, που σημαίνεις
όλα τα μέρη σου σε μια μονοτονία.

Τι αμοιβαία γλύκα χύνουν στον αέρα,
κι η μια χορδή την άλλη δίπλα της δονεί·
όπως πατέρας, γιος και άσμενη μητέρα,

που όλοι ένας, τραγουδούν σαν μια φωνή.
Άρρητος ήχος πολλαπλός και μοιάζει ένας,
σα να σου λέει, «μόνος, γίνεσαι κανένας».

******************************************************************************************************************************
XVIII.

Πώς να σε πω – καλοκαιριάτικο πρωί;
Έχεις πιο εύκρατη μορφή, πιο ερασμία·
γνωρίζω ανέμους που κι ο Μάης φυλλορροεί,
τα καλοκαίρια έχουν πάντα προθεσμία.

Κάποτε καίει ο επουράνιος οφθαλμός
και της χροιάς του ο χρυσός συχνά θαμπώνει,
κάποιος μοιραίος του καιρού αναπαλμός
την ομορφιά της ομορφιάς απογυμνώνει.

Μα εσύ αιώνιο θα έχεις καλοκαίρι
κι η ομορφιά σου δεν θ’ απαλλοτριωθεί,
δεν θα επαίρεται ο Άδης πως σε ξέρει

καθώς θα γράφεσαι στου χρόνου την πληθύ.
Όσο ζουν άνθρωποι και βλέπουν θα γυρίζουν
σ’ αυτούς τους στίχους και ζωή θα σου χαρίζουν.

Πηγή:
Ουίλιαμ Σαίξπηρ, 25 Σονέτα

images (2)

V.

Αυτές οι ώρες που με αργή χειροτεχνία
έπλασαν πρόσωπο στα μάτια να μαγεύει,
άγος του έργου τους θα γίνουν, τυραννία,
να καταλύσουν ό,τι όμορφα πρωτεύει.

Γιατί ο χρόνος ακατάβλητος κυλά,
σέρνει το θέρος σε χειμώνα, και παγώνουν
χυμοί που έσφυζαν και φύλλα σφριγηλά,
στην ομορφιά χιονίζει, κι όλα ερημώνουν.

Κι αν δεν απέμεινε του θέρους λίγη φύση
αποσταγμένη στο γυαλί, υγρός δεσμώτης,
η ομορφιά με τις μορφές της θα ‘χε σβήσει,

τίποτε πια να μη θυμίζει τ’ όνειρό της.
Το αποσταγμένο άνθος μέσα στο χειμώνα
κρατά τη γλύκα του κι ας χάνει την εικόνα.

******************************************************************************************************************************
VI.

Πριν σ’ αποστάξουν, μην αφήνεις ν’ αφανίσει
τέτοιος τραχύς χειμώνας μέσα σου το θέρος.
Χύσε τη γλύκα σου, να μην αυτοκτονήσει,
να πιάσει τόπο η ομορφιά σε κάποιο μέρος.

Δεν αδικεί όποιος δανείζει τοκισμένα,
όταν ο τόκος βρίσκει πρόθυμο τον άλλον·
κι εσύ αν βγάλεις από σένα κι άλλον ένα,
κι ένα προς δέκα να γινόταν, πόσο μάλλον.

Στο δεκαπλάσιο το ευτύχημά σου, όταν
φέρουν κι οι δέκα τη δική σου την εικόνα
κι αυτός ο θάνατος τι πείραζε να ερχόταν,

εάν τη φύση σου αφήσει στον αιώνα;
Μη διατεθείς, λοιπόν, ανένδοτος ακόμα,
θανάτου λάφυρο λαμπρό, σκωλήκων βρώμα.

Πηγή:
Ουίλιαμ Σαίξπηρ, 25 Σονέτα

images (1)

ΙΙΙ.
Δες στο καθρέφτη σου και πες, ήρθε η ώρα
αυτό το πρόσωπο σε άλλο να το δεις·
κι αν δεν φρεσκάρεις τη δροσιά σου από τώρα,
τον κόσμο εμπαίζεις, μια μητέρα καταργείς.
Ποια η ωραία που σε μήτρα χερσωμένη
δεν θα σε ήθελε δικό της γεωργό;
Ποιος, άφρων, μέσα του θ’ αφήσει να πεθαίνει
σε τάφο αυτάρεσκο το γένος του αργό;
Είσαι καθρέφτης της μητέρας σου, κι εκείνη
βλέπει σ’ εσένα της ζωής της τον Απρίλη·
κι απ’ τα παράθυρα του βίου σου που σβήνει
η τωρινή σου λάμψη πάλι θ’ ανατείλει.
Όμως αν ζήσεις για να ξεχαστείς, θυμήσου:
πεθαίνεις μόνος και πεθαίνει κι η μορφή σου. 
*********************************************************************************************************************************
IV.
Άσωτα όμορφος, γιατί να σπαταλήσεις
στον εαυτό σου όση πήρες ομορφιά;
Απ’ το γενναίο κληροδότημα της φύσης
μόνο οι απλόχεροι δανείζονται αδρά.
Την αφθονία που σου εδόθη για να δώσεις
πώς αχρηστεύεις σαν χρυσάφι μυστικό,
πώς διαχειρίζονται αμύθητες πιστώσεις
για να ‘χεις άθροισμα ζωής παθητικό;
Κι αν συναλλάσσεσαι μ’ εσένα μόνο, κλέβεις
του εαυτού σου τη γλυκιά περιουσία·
κι όταν η φύση σ’ απολύσει και κατέβεις,
τι θ’ απομείνει για να κλείσεις τα βιβλία;
Τόση αμέριστη ομορφιά παίρνεις στο μνήμα, 
που αν τη διαθέσεις, ζωντανό θ’ αφήσεις κτήμα.
*************************************************************************************************************************************
Πηγή:
Ουίλιαμ Σαίξπηρ, 25 Σονέτα

images

I.

Απ’ ό,τι επλάστη ωραίο θέλουμε καρπό,
να ‘ναι το ρόδο του αθάνατο στη φύση,
κι όταν ο ώριμος πεθαίνει, τρυφερό
να έχει απόγονο στη μνήμη του ν’ αφήσει.
Μα εσύ, τη λάμψη των ματιών σου μνηστευμένος, 
τρέφεις τη φλόγα σου αυτάρεσκη ουσία,
του εαυτού σου εχθρός, αμείλικτος σαν ξένος,
και μετατρέπεις σε λιμό την περισσεία.
Εσύ, που κόσμημα του κόσμου είσαι τώρα
και σαν προάγγελος της άνοιξης θαμπώνεις,
θάβεις στο άνθος σου την καρπερή σου ώρα,
σαν τον φιλάργυρο φυλώντας ερημώνεις.
Τον κόσμο ελέησε ή λαίμαργος κρατήσου
κι ό,τι χρωστάς του κόσμου πάρε το μαζί σου.
 ************************************************************
ΙΙ.
Όταν βαθύς χειμώνας έρθει στρατιώτης
να κυριεύσει τη μορφή σου στον καθρέφτη,
η λαμπερή περιβολή σου, η νεότης,
τώρα περίβλεπτη, θα έχει γίνει ξέφτι.
Κι αν σε ρωτήσουνε, πού πήγε τέτοιο κάλλος
κι ο θησαυρός των σφριγηλών σου ημερών,
θα ‘ναι ντροπή, μάταιος έπαινος, η άλως
να λες πως λάμπει των φθαρμένων σου ματιών.
Πόσο λοιπόν πιο αξιέπαινη η χρήση
της ομορφιάς σου αν δεν τους πεις, «Είναι δικό μου
αυτό το όμορφο παιδί που θα μέ αθροίσει»,
η ομορφιά σου να κριθεί δια κληρονόμου.
Να ξαναγίνεσαι γερνώντας, και αν σφύζει
δικό σου αίμα μες στο κρύο που θ’ αρχίζει.
Πηγή:
Ουίλιαμ Σαίξπηρ, 25 Σονέτα

salvatore

***

Τα λόγια μου τραχιά τα έχω θελήσει
σαν τα έργα αυτής της πέτρας που ομορφαίνει
ολοένα, και σκληραίνει
ολοένα –όποιος την είδε, το έχει νιώσει·
το σώμα της με ίασπη έχει ντύσει
κι ίσως γι’αυτό το λόγο ή γιατί μένει
πάντοτε καλυμμένη
σαΐτα δεν μπορεί να την πληγώσει·
εκείνη όμως μπορεί να με σκοτώσει-
και πώς να φυλαχτώ; τα βέλη αυτά
σαν να ’χανε φτερά
πετούν, συντρίβουν κάθε πανοπλία∙
κι ούτε που ξέρουν πώς δεν θα ’μουν λεία.

Δεν βρίσκω ασπίδα να μην την ραγίζει,
σπηλιά απ’ το πρόσωπό της να χαθώ·
σαν μίσχος τον ανθό,
ο νους μου την κρατά και την υψώνει·
κι αυτή, τη συμφορά μου υπολογίζει
όσο το πλοίο τον ήρεμο καιρό·
βουλιάζω, δεν θα βρω
ρίμα το βάρος τούτο να σηκώνει.
Σαράκι, που η ορμή σου δυναμώνει,
βουβά με τρως και τη ζωή μου αδειάζεις·
γιατί εσύ δεν δειλιάζεις
να ’σαι μες στην καρδιά κρυφή πληγή
όσο εγώ να πω ποιος σ’οδηγεί;

Γιατί η καρδιά μου τρέμει όταν σκεφτώ
εκείνη ενώ τριγύρω με κοιτούν·
τις σκέψεις μου μη δουν
φοβάμαι∙ ο θάνατος δεν με φοβίζει
τόσο ή του Έρωτα το κοφτερό
δόντι, που τις αισθήσεις μου εξαντλούν·
οι αισθήσεις φυλορροούν
στη σκέψη της, και η ζωή ξεφτίζει.
Ο έρωτας χτυπά και με γκρεμίζει∙
το ίδιο σπαθί είχε στρέψει στη Διδώ∙
κι εγώ εκλιπαρώ,
δούλος του εγώ που έλεος αιτείται·
μα η φύση του το έλεος το αρνείται.

Και πάλι τώρα θέλει να χτυπήσει
ο αχρείος, τη ζωή μου αψηφά·
στο χώμα με κρατά
και μ’έχει βρει πια τόσο κουρασμένο·
πάει ένα ουρλιαχτό ν’ ανηφορίσει
στο νου μου και το αίμα, που κυλά
στις φλέβες μου, χυμά
προς την καρδιά μου κι άσπρος απομένω.
Χτυπά στο μέρος της καρδιάς με μένος
τέτοιο, που στην καρδιά μου αναπηδά
ο πόνος. «μια φορά
ακόμη», λέω, «αν το σπαθί του υψώσει,
θα μ’ έχει ο τρόμος ήδη αποτελειώσει.»

Να χτύπαγε έτσι ολόισια στην καρδιά της
αυτήν που την δική μου κομματιάζει!
Κι αν θάνατο μου τάζει
η ομορφιά της, μαύρος πια δεν θα ‘ναι·
σε ήλιο ή σε σκιά το χτύπημά της,
της δόλιας φόνισσας δεν παραλλάζει.
Γιατί να μην ουρλιάζει
κι αυτή στις φλόγες που με τυραννάνε;
Αμέσως θα συνέτρεχα και θα ’τανε
χαρά μου, που πολλοί την έχουν νιώσει,
το χέρι να είχα απλώσει
στα ωραία μαλλιά, του έρωτα το υφάδι,
κι εκείνη θ’ απολάμβανε το χάδι.

Αν είχα την ξανθή πλεξίδα αδράξει,
μαστίγιο και βέργα που ματώνει,
ενώ έξω ξημερώνει,
θα έπαιζα ως τ’απόδειπνο ν’αρχίσει∙
κι όχι αβρά, μη βρέξει και μη στάξει,
μα σαν αρκούδα: παίζει και δαγκώνει·
και αν με μαστιγώνει
ο έρωτας, θα έπαιρνα εκδίκηση.
Τα μάτια της, που έχουν πυρπολήσει
ετούτη την καρδιά κι είναι νεκρή,
θα κοίταζα –κι αυτή,
που έστερξε να μ‘ αφήσει, θα κινδύνευε·
κι η αγάπη μου μετά θα τη γαλήνευε.

Τραγούδι μου, εσύ δράμε στη γυναίκα
που πήρε την καρδιά μου και με χώρισε
απ’ό,τι ο νους μου πόθησε.
πέτα, γίνε σαΐτα που βυθίζεται·
τιμή με την εκδίκηση κερδίζεται.

Πηγή:
Πέτρινες Ρίμες, 2014

Εικονογράφηση:
Σαλβατόρε Ποστιλιόνε, Δάντης και Βεατρίκη, 1906

23. Ανθολογία Αυγής, Καραγεωργίου, 28.11.14

22. Ανθολογία Αυγής, Καπάνταης, 26.11.14

20. Ανθολογία Αυγής, Κοσμόπουλος, 23.11.14

11. Ανθολογία Αυγής, Κεντρωτής, 13.11.14

7. Ανθολογία Αυγής, Κοροπούλης, 8.11.14

+π+υ_Β+__Γ +γ+_+__Ε+__Δ_Η_Ξ_Β+__Γ_+Υ+__Ζ_Α_Ε+_+_+χ_2013

*****
Απ’την αρχή μέχρι τον πρόωρο θάνατό σου
η τρομερή ομορφιά επαγρυπνούσε
για σένα, όπως τους άλλους προσπερνούσε
η τύχη ή η ατυχία τους. Κι εμπρός σου
στεκόταν πάντα στου Λονδίνου τα χαράματα,
σε μια σελίδα μυθολογικού βιβλίου τυχαία,
ίσως στης μέρας τα απλόχερα οράματα,
σε μια φωνή, ένα βλέμμα ή τα μοιραία
χείλη της Φάνυ Μπράουν. Τα μύρια ρίγη
της ορμής σου, Κητς, ο χρόνος πια θαμπώνει∙
η ελληνική υδρία σου και το έξοχο αηδόνι
θα ’ναι η αθανασία σου, κι ας έχεις φύγει.
Στου πανικού της μνήμης, τώρα, τη δικαίωση
δεν είσαι η στάχτη, είσ’ η φωτιά. Η αποθέωση.

Πηγή:
Το χρυσάφι των τίγρεων, 1988

Εικονογράφηση:
Χάρης Κοντοσφύρης, 2012

Άγγελος Σπάρταλης_2012

***

Η φωνή μου στου Πέρση τα μέτρα γυρίζει
και πως ο χρόνος είν’ εκείνα μου θυμίζει
τ’ άπληστα όνειρα που υφαίνεις μέρα νύχτα
κι ο μυστικός Ονειροπόλος σ’ τα σκορπίζει.

Και μου θυμίζει ακόμα πως η φλόγα είναι στάχτη
η σάρκα σκόνη, το ποτάμι οφθαλμαπάτη
που καθρεφτίζει στα νερά του τη ζωή μας
καθώς μας παρασέρνει στ’ ανοιχτά σε άλλα πλάτη.

Και μου θυμίζει πως το αγέρωχο μνημείο
που υψώνει η έπαρση, είναι μόνο ένα σημείο,
μια λάμψη ασήμαντη, ένα μικρό χαλίκι
μέσα σ’ Εκείνου το απύθμενο ορυχείο.

Και μου θυμίζει πως τ’ ολόχρυσο αηδόνι
κελαηδά για μια στιγμή κι ευθύς ψηλώνει
και χάνεται στης νύχτας τους βυθούς, που τ’ άστρα της
σαν το πολύτιμο χρυσαφικό κλειδώνει.

Πέφτει το φως του φεγγαριού σ’ αυτόν τον στίχο
που γράφεις, και η λάμψη του πάνω στον τοίχο
του κήπου γίνεται μαρμαρυγή γλαυκή
ψάχνοντας μάταια της φωνής σου τον ήχο.

Να ’σουν κι εσύ όπως τις στέρνες –που αιώνες
κάτω απ’ το φως του φεγγαριού αστράφτουν μόνες–
ένας υδάτινος καθρέφτης αντιγράφει
κάποιες παράξενες, αιώνιες εικόνες.

Αν ξανάρθει του Πέρση η σελήνη, κι οι χαμένοι
της άμμου ορίζοντες, στο χρυσάφι βαμμένοι.
Το χτες είναι τώρα. Κι εσύ είσαι οι άλλοι
εκείνοι που έχουν γίνει χώμα πια: οι πεθαμένοι.

Πηγή:
Το εγκώμιο της σκιάς, 1982

Εικονογράφηση:
Άγγελος Σπάρταλης, 2012

+ν+_+¬_Ζ+¬+¦+υ+_+¬ +γ+-+¦+¦+¬+χ_Γ 2012

***

Την πεδιάδα διασχίζεις της Καστίλης
και σχεδόν δεν τη βλέπεις. Σε παιδεύει
ένα δύσκολο εδάφιο του Ιωάννη και της ύλης
δεν προσέχεις τον ήλιο που βασιλεύει.

Το φως σκορπίζεται σπαρταρώντας∙ διαυγής
στα βάθη του ήλιου ανοίγει εκείνη
η πορφυρένια σκωπτική σελήνη
που είναι ίσως ο καθρέφτης της Οργής.

Γυρνάς το πρόσωπο και την κοιτάζεις.
Κάποια σου μνήμη ξεπετάγεται χωρίς ήχο.
Χαμηλώνεις το λευκόμαλλο κεφάλι

και προχωράς βαθιά στης λύπης σου το χορτάρι
χωρίς να θυμηθείς εκείνο τον παλιό σου στίχο:
Και είχε επιτύμβιο, το ματωμένο φεγγάρι.

Πηγή:
Ο Δημιουργός και άλλα κείμενα, 1980

Εικονογράφηση:
Τζουλιάνο Καγκλής, 2012

Χαρίτων Μπεκιάρης, Κερυνίτιδα έλαφος, 2012***

***
Στα μάτια σου πετούν πουλιά
Και φλόγες στα μαλλιά σου.
Διατρέχουν σύννεφο φιλιά
Τ’ ανήσυχα όνειρά σου.

Στον κόρφο σου λιγοθυμούν
Νιογέννητα ζαρκάδια,
Στο στόμα σου λαμποκοπούν
Αστραφτερά πετράδια.

Θα φτερουγίσουν τα πουλιά,
Θα φύγουν τα ζαρκάδια,
Θα μείνει μόνο μια αντηλιά,
Κάτι θαμπά πετράδια.

Πηγή:
Εμπρός, φύλλο της 6ης Ιανουαρίου 1962

Εικονογράφηση:
Χαρίτων Μπεκιάρης, Κερυνίτιδα έλαφος, 2012

Νίκος Χουλιαράς, Ο ζωγράφος που φεύγει, 1980

***

Παγετός την νύχτα και νωρίς το πρωί κι η στάχτη, ά
η στάχτινη μνήμη, υγρή μόνωση, ξεφτισμένος τοίχος.
Έρχονται καταιγίδες. Αλλά θάνατος δεν είναι η σταχτιά
απόγνωση των χαμένων. Είναι ο φιδίσιος ήχος

που σέρνεται χαράζοντας τα σπλάγχνα και δαγκώνει.
Ότι η ιστορία είναι η μόνη αστροφεγγιά.
Κορμάκια τσακιστήκανε στου τίποτα το αμόνι,
όμως η αγάπη τους δεν ξεψυχά σε τούτη την φυρονεριά.

Του πόνου Δάσκαλε, άπλωσε το χέρι σου το ανδρείο
κι απ’ την σιωπή σου θαλερή, στείλε τους βόμβους του φωτός
γιατί δεν κατοικεί ο θάνατος ούτε στον πόνο ούτε στο κρύο,
αλλά στην ερημιά, έξω απ’ την θύρα του παντός.

Πηγή:
Κρούσμα, 2011

Εικονογράφηση:
Νίκος Χουλιάρας, Ο ζωγράφος που φεύγει, 1980

Κατερίνα Κατμάδα, Χαρακτικό, 2012

***

Ένα πολύχρωμο πουλί στους λόφους της Τοσκάνης
με ρώσικους κελαηδισμούς και χρώματα του δάσους
γράφει την απουσία μου κι είναι ο κρυμμένος άσσος
που σου κρατούσα, θάνατε, τώρα που ‘χεις  πεθάνει.

Θα βρέχει· γκρίζος ουρανός, μια κόκκινη βροχή
γεμάτη λάσπη από χωριά χαμένα στην αντάρα.
Θα πέφτουνε σταλαγματιές αίμα από την Σαχάρα
μιας ζωής στο ξερίζωμα και στην απαντοχή.

Τις γκρίζες καπαρντίνες σας τις ξέρω απ’ την καλή.
Με το φτερό του αστραφτερό, τις σκέπασε ο άγγελός μου.
Λευχείμων κι ήσυχα παρών και μ’ ένα δάκρυ σαν γυαλί
μέσα να βρίσκω το νερό, να πνίγω τ’ όφελός μου.

Ώ της Τοσκάνης γήλοφοι, τύμβοι της ξενιτιάς μου,
ψιχάλα το χορτάρι σας και στην πατρίδα χιόνι.
Ένα πουλί πολύχρωμο, απ’ το μέλλον χελιδόνι
κι από τα ολόχρυσα μαλλιά της αγαπητικιάς μου.

Πηγή:
Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι, 2008

Εικονογράφηση:
Κατερίνα Κατμάδα, Χαρακτικό, 2012

Αχιλλέας Χρηστίδης, 2010

***

Πολύφυτο, βαθύτοπο, στης σιγανής λαμπάδας
–καθώς αρχίζει μάχη σκιών στην βραδυνή θαμπάδα–
στο λαδικό το φως, στο ρείθρο της ψυχής
χωριό, πλατειά φυλλώθηκες, να με δεχθείς.

Πηλόχτιστο έχω το κορμί κι ένα σακκούλι χώμα –
μ’ όλα τα σύμφωνα μιας γλώσσας άγνωστης– καρδιά.
Ένα σταφύλι χώμα κι από φως μια καρυδιά
Στον πόνο ψήνονται. Ψυχή και σώμα.

Κι ο θάνατος ακόμα.

Πηγή:
Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι, 2008

Εικονογράφηση:
Αχιλλέας Χρηστίδης, 2010

Μιχάλης Μανουσάκης, Με αφορμή τη Δωδώνη, 2001

***

Ο κόσμος αυτός θα περάσει.
Ψηλά, του Γαλαξία πυρώματα
και μέσα μου αναμμένα δάση.
Βήχω πέτρες και χρώματα –

Χώματα φλογερά. Ζωή μου στο φτερό
Αυτός ο κόσμος έχει ραγίσει.
Πέτρινη ρίζα, γκρίζο μου χωριό
στην άλω του θανάτου σου έχω ζήσει.

Στου Γαλαξία τ’ ασημένια δάση
σκορπίζει, άγνωστη, η ψυχή μου γύρη.
Από τη γέννα, στο βασίλεμα είχα γείρει.
Στον ώμο μου το κόκκινο πουλί θα ξαποστάσει.

Ο Ρήγας με τον Μαύρο του, έμαθα θα περάσει.
Το σφύριξε στον ύπνο μου το ιερό πουλί.
Ο κόσμος ένα ράγισμα και χύθηκα πολύ.
Μα της γενηάς μου οι φωνές ανάβουν, δάση –

Μια αγάπη να με πάρει· δίχως να δικάσει.

Πηγή:
Του νεκρού αδελφού, 2005

Εικονογράφηση:
Μιχάλης Μανουσάκης, Με αφορμή τη Δωδώνη, 2001