.

— Ιουλία με βάφτισαν, μα με φωνάζουν Τζούλια,
— Όνομα εξαίσιο και ποίηση γεμάτο !
Παίζουν τ’ αρχίδια του γκρανκάσα ήδη στακάτο
Κι ο δόλιος πούλος του σφηνώνεται στην Πούλια.

Τη ραίνει στίχους με παγέτες και ζουμπούλια,
Ουρανομήκους λυρισμού, περίσσιου πάθους.
Αχ, να γαμήσει εσπευσμένως, άνευ λάθους,
Μην μπλέξει άκων με κουφέτα και με τούλια.

Γλυκογκαβίζοντας εκείνη γουργουρίζει,
Με μυροστάλαχτη φωνή του ψιθυρίζει,
Ενόσω σκέφτεται αφροδίσια και λοιμώξεις

(Ψυχή και πνεύματι σαφώς του ναι δοσμένη) :
Καμιά καπότα, αγαπούλα μου, σου μένει ;
Αλλιώς, την κάνω και σ’ αφήνω μ’ ονειρώξεις.

Δέκατα, τχ. 18, 2009