*Βλάσης Κανιάρης, Νέος, 1974**

***

Τα ρόδα ξενιτεύουνται σε μνημική εξορία
Απόστολος Μελαχροινός

Μοιάζει σαν στίχος λυρικός,
ο λυγμικός, στερνός της λόγος.
Είν’ ένας Αύγουστος ζεστός,
πονετικός, της θλίψης σπόγγος.

Με το Σεπτέμβρη που θα ’ρθεί
θα ’χει χαθεί μι’ ακόμη ελπίδα.
Δύση που τρέμει με θολή
μαρμαρυγή, πικρή σφραγίδα.

Ό,τι κι αν πόθησε κρυφά,
ψιθυριστά, δεν ήρθε πάλι.
Ρόδο Του Κανενός μαδά
την άγρια ερημιά να ράνει.

Πηγή:
Από μνήμης, 2010

Εικονογράφηση:
Βλάσης Κανιάρης, Νέος, 1974

Advertisements

.

Ο Μήτρος είδε
Δαιμόνια στο ρέμα.
Αχ! Παναΐα μ’!

Τσορβάς δεν είναι
Ο έρωτας στα χιόνια.
Σεβτάς, Γιαννιέ μου!


Αχ! η Ματούλα!
Αγρίμης θέρος – έρως
Πάει να την πνίξει


Βοσκόπουλό μου,
Σχοινιάστηκ’ η Μοσχούλα
Και δε βελάζει…


Ήπιε η Χαδούλα
Του αλμυρού θανάτου
Το πικρόν ύδωρ.

 
Μες στην ψυχή μας
Το σκοτεινό τρυγόνι
Έχει απαγγιάσει.

.

Ο Παπαδιαμάντης με τα μάτια νεότερων λογοτεχνών, 2011

.

A Mademoiselle Polymnie K.

Ύστερα από μια πορεία κοπιαστική
αντίκρισα του Κιθαιρώνα το δερβένι:
θέαμα ανείπωτο, εικόνα ονειρική,
ο πιο όμορφος ορίζοντας τον τόπο δένει.

Των πιο αρχαίων ημερών η πόλη,
η Θήβα, μέσ’ στον κάμπο λαμπυρίζει.
Η πλούσια γη της, γόνιμο περβόλι,
χωρίς να εξαντλείται, πρασινίζει.

Ο Παρνασσός, ο Ελικών ελατοφόρος,
η επιβλητική του Σαγματά οξύτης,
μ’ όλη τη χάρι του, μπροστά, το Πτώον όρος
και πίσω μακριά η κορυφή της Οίτης.

Τα Λεύκτρα, οι Πλαταιές μέσ’ στην ευδία,
θυμίζουν αρχαιότητες που υμνούνται,
σκόρπιες σ’ αυτά της δόξης τα πεδία,
που τα παλιά τους κλέη αναγεννιούνται.

Βλέπω από δω ψηλά το αιώνιο γαλάζιο
του ουρανού της Αττικής, το μέγα θάμβος,
όπου απ’ το φως το λαμπερό και το καθάριο
παίρνει μιαν όψη συγκλονιστικήν ο κάμπος.

Εδώ το φως κάπως γλυκά ξανθίζει·
τα περιγράμματα ξεθωριασμένα·
ένας ατμός τα πάντα πλημμυρίζει
κι απ’ την αχλύ είν’ όλα καλυμμένα.

Ω! γοητευτική, πανέμορφη, Βοιωτία,
χώρα με δόξα, μ’ αρετή και με τιμή,
ποιος στην υπεροχή σου δεν θα κάμει μνεία,
στο μόχθο των ανθρώπων σου και στην απαντοχή;!

Απέναντι στην φινετσάτη Αθήνα
λάμπεις εσύ, μέσ’ στην απλότητά σου.
Έλληνες άλλοι έδρεψαν της Τέχνης κρίνα
αλλά πιο έντιμα υπήρξαν τα παιδιά σου.

Η γλυκιά και υγρή σου ατμοσφαίρα,
τις δροσερές γυναίκες σου στολίζει.
Η Τανάγρα! καθώς φωτίζει η μέρα,
η ευφορία της στη γη καρπίζει.

Του Θέσπι η ωραία κόρη, η Φρύνη,
της καλλονής το μέτρο προσδιορίζει,
έτσι που η Αφροδίτη αντίγραφο έχει μείνει
της Φρύνης, στους αιώνες να τη θυμίζει.

Αυλίδα, στη θάλασσά σου, δίχως κύμα,
οι Έλληνες συγκέντρωναν τα πλοία,
κι είδαν εκείνο το αθώο θύμα,
απ’ των θεών να διαφεύγει τη μανία.

Ο Κάδμος πρόσφερε το δώρο τ’ ακριβό
στης ένδοξης μητρόπολής σου τα παλάτια,
σημάδια πού καναν το Λόγο ικανό
για να μπορεί να κουβεντιάζει με τα μάτια.

Εδώ γεννήθηκεν η έννοια του τείχους,
που κλει την ένδοξη την πόλη πέρα ώς πέρα,
κάτω απ’ της λύρας του Αμφίωνα τους ήχους,
που αρμονικοί επλημμυρίζαν τον αέρα.

Της πιο μεγάλης δόξας είσαι η κοιτίδα.
Ο Ηρακλής τέκνο δικό σου και προστάτης.
Των τύμβων σου η σκιά καλύπτει με φροντίδα
την Αντιγόνη και τον κρύφιον έρωτά της.

Στη Θήβα είδε το φώς, τη δοξασμένη,
ο Διόνυσος, θεός του οίνου, της χαράς.
Κρασί! που χει τη δύναμη να ευφραίνει
και να μεθάει τα βάθη της καρδιάς.

Χαιρώνεια με τον στέρεο προμαχώνα
και με τον τύμβο των νεκρών σου νέων,
από την ένδοξη εκατόμβη του αγώνα·
τον ύπνο τους επαγρυπνά ο Λέων.

Απ’ του Επαμεινώνδα τ’ άστρο ο ουρανός σου
κι απ’ του Ισίοδου, φωτίζεται, Βοιωτία·
από τον Πελοπίδα και τον Πίνδαρό σου,
την Κόρρινα, τον Πλούταρχο, την Ιστορία.

Ένδοξη χώρα, η Ιστορία σ’ αγαπάει·
μάχεται κάθε μια καρδιά με την καρδιά σου,
γιατί το φωτοστέφανο ακτινοβολάει
του πόνου, γύρω απ’ τ’ ακριβό διάδημά σου.

enlevadeia.blogspot.com, 2011

.

Τα κάλαντα ξεκίνησα να πω
κι η πάχνη τα πλευρά μου κοκαλώνει,
η μάνα το χριστόψωμο ζυμώνει
καθώς τελειώνει το 58.

Διάφανα κρύσταλλα-σπαθιά στα κεραμίδια
τα δάκρυα του χειμώνα παγωμένα,
στα ρείθρα τα νερά κρουσταλλιασμένα
ακίνητα σαν ναρκωμένα φίδια.

Γνωστούς και συγγενείς θα πάρω στη σειρά.
Οι θείοι θα μου δώσουν διφραγκάκια
οι γείτονες δραχμές, πενηνταράκια
που θα τα ρίξω μέσ’ στον κουμπαρά.

Οι πάρα πέρα μπακλαβάδες και τσαπέλες
και χάρτινο δεκάρικο η νονά
κι όταν περάσω από την αγορά
ο μπακάλης θα μου δώσει καραμέλες.

Αργά το μεσημέρι θα επιστρέψω
χαρούμενος και πουντιασμένος
θ’ αχνίζει ο τραχανάς σερβιρισμένος
και με τα σπιρτοκούτια μου θα παίξω.

Θα δω τη Νέα Υόρκη χιονισμένη
στην κάρτα που μας έστειλεν η θεία,
θα ταξιδέψω με τη φαντασία
ως την Αμέρικα που ζει ξενιτεμένη.

Το βράδυ μέσ’ στην ησυχία
θ’ ακούω στις πάχνες το Χριστό
στα ζα μας να μοιράζει το σανό
και σύνταχα θα πάω στην εκκλησία.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Ξυπνώ και βρίσκομαι σ’ άλλον αιώνα
πενήντα εννιά χειμώνες με βαραίνουν
και τα Χριστούγεννα σημαίνουν
στης τηλεόρασης τον κυκεώνα.

Όσοι με φίλεψαν σαν ήμουνα παιδάκι
είναι φευγάτοι από καιρό
κι εγώ να ξέρω δεν μπορώ
για πόσο ακόμα θα κρατώ το δοιάκι

του τιμονιού, στη βάρκα αυτής της ζήσης
που πλέει σαν καρυδότσουφλο σπασμένο
στο καθημερινό το κύμα τ’ αφρισμένο,
γιομάτο από τις παιδικές μας αναμνήσεις.

2006 (2010)

.


.

* * *

ΜΕ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΑΥΤΟ του Γ.Χ. Θεοχάρη, οι «Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό» σας εύχονται Καλές Γιορτές, Αίσιο και Ευτυχές το Νέο Έτος!

Οι επόμενες εβδομάδες θα είναι για μας καιρός ανάπαυλας. Θα επιστρέψουμε μετά τα Φώτα.

* * *

.
Σου γράφω από το δειλινό
κι απ’ το λινό σεντόνι·
τεντώνει πάλι ο τένοντας
στο χέρι το λιγνό.

Αντίκρυ η θάλασσα θολή
και χοληδόχος κύστη·
η πίστη δίνει πίστωση
στην ώρα τη δειλή.

Προδότης λόγος αφαιρεί
το ρήμα από τη ρήση
κι η βρύση δεν ανάβρυσε
με δανεικό κλειδί.

Αμειψισπορά, 1996

.

Στον Νάνο Βαλαωρίτη

Ένας καιρός λυπητερός την πίκρα μου ακορντίζει,
μαυρίζει ο θόλος τ’ ουρανού και κλαίει βούβα η βροχή.
Η εποχή που μου ’λεγες ότι ο καιρός γυρίζει
πασχίζει νά ’ρθει γρήγορα κι όλο δε λέει να ’ρθεί.

Μ’ ανασκαλεύει ένας καημος που σέρνει αλετροπόδι
—το ξόδι απ’ τον Παράδεισο ακόμα μας πονεί—
μονή κραυγή στον λάρυγγα, αγχόνη και σπαθί,
χαμοζωή που σκόρπισε σαν το σπασμένο ρόδι.

Πάνω στη στέγη ο αρχάγγελος και δέρνει τις φτερούγες.
Οι δούγες παρασκέβρωσαν και φεύγει το κρασί.
Μα συ αν ακόμ’ ακροκρατείς μαχαίρι στο δεξί
μαζί θα τον παλαίψουμε το θάνατο στις ρούγες.


Αμειψισπορά, 1996