.

Οι φίλοι μου φημίστηκαν πια μες στην Αθήνα.
Είμαι σαν το πουλί σε φύλλο λεμονιάς
μέσα στον στρόβιλο τ’ αγέρα
το στόμα όλο χώματα, όλο το στόμα (μ)αίνος.

Οι φίλοι μου εγκρίθηκαν πια μες στην πατρίδα
όχι γιατί λυχνόβιους τους φίλησε ο Βασιλιάς –
μήπως κι εγώ δεν έχω τη δική μου νοσοκόμα
μήπως μ’ αρνήθηκε ποτέ στην άκρη της μιλιάς;

Οι φίλοι μου ξεχώρισαν μες στην πατρίδα
αφότου μόνιασαν με την κοινή της γνώμη.
Τέτοια αρετή θ’ ακολουθούνε στο εξής
μακριά απ’ τα χωράφια τού Ρονσάρ μέσα στα θερμοκήπια.

Οι φίλοι μου ξακούστηκαν μες στην Αθήνα.
Είμαι σαν το πουλί στη λεμονιά
κάτω απ’ τον στρόβιλο τ’ αγέρα
το στόμα όλο αίματα, όλο το στόμα πίκρα.

Τα Άκτα, 1996

.

Ποια είν’ η νύχτα που γελά γιατί δεν σκοτεινιάζει
Ποια είν’ η πέτρα που κελαηδεί μαύρη σαν το φεγγάρι

Ποιο είν’ το ψάρι που πονά και δεν αναστενάζει
Ποιος είν’ ο Άραρος της Κελτικής κι ο ποταμός Αδάσπης

Είσαι η κόρη του καιρού, η μάννα του πατέρα
Το φιλητό του Χάροντα στην κεφαλή της τρέλλας.

Ποια μάννα γέννησε ποτέ χωρίς να ξεκορμίσει
Ποια σκέψη έγνεψε το φως χωρίς να κριματίσει

Είσαι το ρόδι του ροδιού, μήλο από μηλώνα
Είσαι ο κάμπος του Βορριά, καύτρα του λουτρικού μου

Είσαι το ρόδο που αηδόνισε μ’ ανθρώπινη φωνίτσα
Είσαι το όνομα και η φυλή, βαθυκυματοδρόμα ρίζα.

Τα Άκτα, 1996