1. Ανθολογία Αυγής, Ευσταθιάδης, 1.11.14

***

Ταπεινός οπαδός της Αγίας Καικιλίας
μα και δούλος ευρώστου σαρκός και κοιλίας
από ποικίλας επιλέγει μουσικάς
μα προηγείται πάντα ο μουσακάς
ή μουσικό pasticcio του Ροσσίνι
μέσα σε μελωδίας ευφροσύνη
κι όταν του φωνογράφου τελειώνει η άρια
στο πιάτο λάμπουνε σεμνά απομεινάρια
κι όταν φινάλε σε αρπαγή απ’ τον οντά
μένει υπόλειμμα και στον κυνόδοντα
ρέκτης των πιο ακραίων συμβολισμών
από ουρανίων ηδυπότων πίνει τον εσμόν
με κάθε νέα γέυση κάθε ουσία
τον συνοδεύει η τρέλα απ’ τη Λουτσία.

Πάντοτε λέει «εν παραδείσω άδω»
μ’ ένα ρετσιτατίβο και στιφάδο
και πιπεράτη σος για το φιλέτο
το κλάμα το βουβό του Ριγκολέτο
κι αν τον ρωτήσεις για νησιώτικο μαστέλο
θα σου απαντήσει αβίαστα: Οθέλλο!

Θέλει την Κλέφτρα κίσσα και ψητή
και προτιμά την Πέστροφα ή τη
μαύρη αντίστιξη που πίκρα τού αφήνει
γι’αυτό
τον Ρήνο τον μετράει σε χρυσό
μα τη λιγούρα του σ’ ασήμι.

Ό,τι καλό ακούγεται στο ηχείο
βρίσκει το ανάλογό του στο ψυγείο
όταν στη σάλα τραγουδά ένας καστράτος
εξίσου μελωδεί ο κόκορας κρασάτος
και υπό τους ήχους μιας εύθυμης bourrée
με το ρυθμό της ετοιμάζει τον πουρέ

Και εν συνόψει
πάντοτε μ’ ερυθρά την όψη
τρελό γκαλόπ
για εσκαλόπ
ολίγον αλς
μαζί με βαλς
με impromptu
πατάτα οφτή
τενόρου άρια
τηγάνι ψάρια
πίτσα στο πιάτο
με pizzicato
και μ’ ένα presto
κάνει το πέστο.

Συχνά τον κάπελα καλεί a capella
πότε δεινόσαυρος πότε κοπέλα
μέσα του εμπλέκονται αίνος και οίνος
πότε πεντάμορφη και πότε κτήνος.

Σε νύχτα πολυφωνική, σε υπογάστριο άστρων
μονήρης και καρδιαλγής μένει πάντα προγάστωρ·
ακρόασης και γεύματος το τέλος
με μήλο που ο Γουλιέλμος φέρνει Τέλλος.

Πηγή:
Johann Sebastian Bar, 2012

Εικονογράφηση:
Νικόλας Κληρονόμος, Θεοφαγία, 2010

Μανώλης Σκούφιας, Pictures of Instincts or Food Pornography, 1990

***

Τη χώρα όλη εγύρισα σαν σκύλος πεινασμένος
χοχλιούς να εύρω δεν μπορώ, σιντά ‘μαι μανιασμένος
ντάκους και στάκα να γευτώ μόνο γιατί τση τάσσει
κι αν έχει και γίδα βραστή να φέρη να τη φάσι.

Ω μακαρούνες με τυρί καλά ζαφοριαμένες
κι εσείς οι μυζηθρόπιτες πολλά μου ηγαπημένες
τα σιουφηχτά ελάτρευσα τσιτσιριστά ωσαύτως
το όσιον γαμοπίλαφο της μοναξιάς μου τάφος.

Πρόβαλε, κορασίδα μου, πρόβαλε να σε ιδούσι
πρόβαλε δώσ’ τωνε το φως σε τούτο το τσιμπούσι
πρόβαλε ναίσκε δώσε μου εσύ ψωμί κι αλάτσι
ο πεινασμένος στόμαχος απόψε να Χορτάτση.

Πηγή:
Johann Sebastian Bar, 2012

Εικονογράφηση:
Μανώλης Σκούφιας, Pictures of instincts of food pornography, 1990

Ζάφος Ξαγοράρης_Υπόγεια και Αιωρήσεις_2012 (2)

***

Επειδή καλοφαγάς καθώς ο Ροσσίνι
–per un barbiere di qualità–
μέσα στου παντός τη μεγαλοσύνη
τα μικρά μου προβλήματα όλα άλυτα.

Επειδή να διασωθώ ποτέ απ’ τους στίχους
–una voce poco fa–
δεν ελπίζω, στης σιωπής μου τους ήχους
τα στερνά μου άκου λόγια, τα υπόκωφα.

Όταν η μοναξιά μου φτάσει στον άδη
και η μνήμη δεν θά ’ναι σαφής,
η κληρονομιά του ασαφούς ευσταθιάδη

θα περνά διά της γεύσεως και της αφής,
κι αντί γι’ ανάμνηση κάποιου σονέτου
σώζεται στ’ όνομα ενός φιλέτου.

Πηγή:
Στιχουργήματα, 2004

Εικονογράφηση:
Ζάφος Ξαγοράρης, Υπόγεια και Αιωρήσεις, 2012

.

Μ’ ένα κρα η αυγή
έγινε κραυγή
κάπα και τ’ αβγά
έπιασαν καβγά

Μ’ έψιλον πηγή
τώρα επείγει
και το γάμα σε ύψος
κόλλησε σαν γύψος

Με το ταυ ο ήχος
έχτισε ένα τείχος
μ’ ένα ρω το άδειο
έπαιξε σαν ράδιο

Μ’ ένα μα το χέρι
έκοψε μαχαίρι
κάπα και οι ίπποι
θα φυτρώσουν κήποι

τραγουδί τραγουδοχέρι, 2003

.

Τρέχω βιάζομαι ασθμαίνω
ανεβαίνω κατεβαίνω
επιμένω υπομένω
με το ρήμα ειπωμένο

Σπεύδω ενεργώ ταχέως
και δεν σταματάω έως
δω το σώμα ιδρωμένο
με το ρήμα μαραμένο

Στο απόγευμα το φαύνο
βαίνω ολοταχώς ελαύνω
και ταχύνω και γοργώνω
και τον χρόνο τον οργώνω

τραγουδί τραγουδοχέρι, 2003