Ένα κυπαρίσσι για τον Οδυσσέα Ελύτη_Χρήστος Μποκόρος

***

Ανοίγω το στόμα μου * κι αναγαλλιάζει το πέλαγος
Και παίρνει τα λόγια μου * στις σκοτεινές του σπηλιές
Και στις φώκιες τις μικρές * τα ψιθυρίζει
Τις νύχτες που κλαιν * των ανθρώπων τα βάσανα.

Χαράζω τις φλέβες μου * και κοκκινίζουν τα όνειρα
Και τσέρκουλα γίνονται * στις γειτονιές των παιδιών
Και σεντόνια στις κοπέ * λες που αγρυπνούνε
Κρυφά για ν’ ακούν * των ερώτων τα θαύματα.

Ζαλίζει τ’ αγιόκλημα * και κατεβαίνω στον κήπο μου
Και θάβω τα πτώματα * των μυστικών μου νεκρών
Και το λώρο το χρυσό * των προδομένων
Αστέρων τους κο * βω να περάσουν στην άβυσσο.

Σκουριάζουν τα σίδερα * και τιμωρώ τον αιώνα τους
Εγώ που δοκίμασα * τις μυριάδες αιχμές
Κι από γιούλια και ναρκίσ * σους το καινούργιο
Μαχαίρι ετοιμά * ζω που αρμόζει στους Ήρωες.

Γυμνώνω τα στήθη μου * και ξαπολυούνται οι άνεμοι
Κι ερείπια σαρώνουνε * τις χαλασμένες ψυχές
Κι απ’ τα νέφη τα πυκνά * της καθαρίζουν
Τη γη, να φανούν * τα Λιβάδια τα Πάντερπνα!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Χρήστος Μποκόρος, Ένα κυπαρίσσι για τον Οδυσσέα Ελύτη

Προμετωπίδα του Οδυσσέα Ελύτη για τα Ρω του έρωτα 1972

****

Της αγάπης αίματα * με πορφύρωσαν
Και χαρές ανείδωτες * με σκιάσανε
Οξειδώθηκα μες στη * νοτιά
* των ανθρώπων
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Στ’ ανοιχτά του πέλαγου * με καρτέρεσαν
Με μπομπάρδες τρικάταρτες * και μου ρίξανε
Αμαρτία μου να ’χα * κι εγώ
* μιαν αγάπη
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Τον Ιούλιο κάποτε * μισανοίξανε
Τα μεγάλα μάτια της * μες στα σπλάχνα μου
Την παρθένα ζωή μια * στιγμή
* να φωτίσουν
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Κι από τότε γύρισαν * καταπάνω μου
Των αιώνων όργητες * ξεφωνίζοντας
»Ο που σ’ είδε, στο αίμα * να ζει
* και στην πέτρα»
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Της πατρίδας μου πάλι * ομοιώθηκα
Μες στις πέτρες άνθισα * και μεγάλωσα
Των φονιάδων το αίμα * με φως
* ξεπληρώνω
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Οδυσσέας Ελύτης, Προμετωπίδα για τα Ρω του Έρωτα, 1972

Γιώργος Δέρπαπας_Προσωπογραφία Οδυσσέα Ελύτη_1984

***

Γύρισα τα μάτια * δάκρυα γιομάτα
κατά το παραθύρι
Και κοιτώντας έξω * καταχιονισμένα
τα δέντρα των κοιλάδων
Αδελφοί μου, είπα * ως κι αυτά μια μέρα
κι αυτά θα τ’ ατιμάσουν
Προσωπιδοφόροι * μες στον άλλον αιώνα
τις θηλιές ετοιμάζουν

Δάγκωσα τη μέρα * και δεν έσταξε ούτε
σταγόνα πράσινο αίμα
Φώναξα στις πύλες * κι η φωνή μου πήρε
τη θλίψη των φονιάδων
Μες στης γης το κέντρο * φάνηκε ο πυρήνας
που όλο σκοτεινιάζει
Κι η αχτίδα του ήλιου * γίνηκεν, ιδέστε
ο μίτος του Θανάτου!

Ω πικρές γυναίκες * με το μαύρο ρούχο
παρθένες και μητέρες
Που σιμά στη βρύση * δίνατε να πιούνε
στ’ αηδόνια των αγγέλων
Έλαχε να δώσει * και σε σας ο Χάρος
τη φούχτα του γεμάτη
Μες απ’ τα πηγάδια * τις κραυγές τραβάτε
αδικοσκοτωμένων

Τόσο δεν αγγίζουν * η φωτιά με το άχτι
που πένεται ο λαός μου
Του Θεού το στάρι * τα ψηλά καμιόνια
το φόρτωσαν και πάει
Μες στην έρμη κι άδεια * πολιτεία μένει
το χέρι που μονάχα
Με μπογιά θα γράψει * στους μεγάλους τοίχους
ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Φύσηξεν η νύχτα * σβήσανε σπίτια
κι είναι αργά στην ψυχή μου
Δεν ακούει κανένας * όπου κι αν χτυπήσω
η μνήμη με σκοτώνει
Αδελφοί μου, λέει * μαύρες ώρες φτάνουν
ο καιρός θα δείξει
Των ανθρώπων έχουν * οι χαρές μιάνει
τα σπλάχνα των τεράτων

Γύρισα τα μάτια * δάκρυα γιομάτα
κατά το παραθύρι
Φώναξα στις πύλες * κι η φωνή μου πήρε
τη θλίψη των φονιάδων
Μες στης γης το κέντρο * φάνηκε ο πυρήνας
που όλο σκοτεινιάζει
Κι η αχτίδα του ήλιου * γίνηκεν, ιδέστε
ο μίτος του Θανάτου!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Γιώργος Δέρπαπας, Προσωπογραφία του Οδυσσέα Ελύτη, 1984

Κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη

***

Ένα το χελιδόνι * κι η Άνοιξη ακριβή
Για να γυρίσει ο ήλιος * θέλει δουλειά πολλή
Θέλει νεκροί χιλιάδες * νά ’ναι στους Τροχούς
Θέλει κι οι ζωντανοί * να δίνουν το αίμα τους.

Θε μου Πρωτομάστορα * μ’ έχτισες μέσα στα βουνά
Θε μου Πρωτομάστορα * μ’ έκλεισες μες στη θάλασσα!

Πάρθηκεν από Μάγους * το σώμα του Μαγιού
Τό ’χουνε θάψει σ’ ένα * μνήμα του πέλαγου
Σ’ ένα βαθύ πηγάδι * τό ’χουνε κλειστό
Μύρισε το σκοτά * δι κι όλη η Άβυσσο.

Θε μου Πρωτομάστορα * μέσα στις πασχαλιές και Συ
Θε μου Πρωτομάστορα * μύρισες την Ανάσταση!

Σάλεψε σαν το σπέρμα * σε μήτρα σκοτεινή
Το φοβερό της μνήμης * έντομο μες στη γη
Κι όπως δαγκώνει αράχνη * δάγκωσε το φως
Έλαμψαν οι γιαλοί * κι όλο το πέλαγος.

Θε μου Πρωτομάστορα * μ’ έζωσες τις ακρογιαλιές
Θε μου Πρωτομάστορα * στα βουνά με θεμέλιωσες!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Οδυσσέας Ελύτης, κολάζ

Προμετωπίδα φωτογραφία της Ιουλίτας Ηλιοπούλου για δυτικά της λύπης_1995*

***

Στον πηλό το στόμα * μου ακόμη και σε ονόμαζε
Ρόδινο νεογνό * στικτή πρώτη δροσιά
Κι από τότε σου ’πλαθε * βαθιά στα χαράματα
Τη γραμμή των χειλιών * και τον καπνό της κόμης
Την άρθρωση σου ’δινε * Και το λάμδα το έψιλον
Την αέρινη άσφαλτη * περπατηξιά

Κι απ’ την ίδια εκείνη * στιγμή μου μέσα ανοίγοντας
Άγνωστη φυλακή * φαιά και άσπρα πουλιά
Στον αιθέρα ερίζοντας * ανέβηκαν κι ένιωσα
Πως για σένα τα αίματα * για σένα τα δάκρυα
Στους αιώνες το πάλεμα * το φριχτό και το υπέροχο
Η σαγήνη για σένα και * η ομορφιά

Στα πνευστά των δέντρων * και κρούοντας ο πυρρίχιος
Δόρατα και σπαθιά * να λες άκουσα Εσύ
Μυστικά προστάγματα * και παρθενοβίωτα
Με την έκλαμψη πράσινων * αστέρων λόγια
Και πάνω απ’ την άβυσσο * αιωρούμενη γνώρισα
ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ ΣΟΥ ΤΗΝ ΚΟΨΗ * ΤΗΝ ΤΡΟΜΕΡΗ!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Δυτικά της Λύπης, προμετωπίδα, 1995

Παναγιώτα Κάπελα, Οδυσσέας Ελύτης, Μελάνι σε χαρτί, 2008

* * *

Μοναδική στιγμή της δημιουργικής του διαδρομής αλλά και γενικά της μεταπολεμικής ελληνικής ποιήσης, το «Άξιον Εστί» αντικατοπτρίζει την πεποίθηση του Ελύτη ότι:

«είναι δυνατόν η μοντέρνα εμπειρία να περάσει στην κλασική της περίοδο, όχι με την επιστροφή της στους περιορισμούς των παλαιών, αλλά με τη δημιουργία νέων περιορισμών, που θέτει ο ίδιος ο ποιητής για να τους υπερνικήσει και να επιτύχει έτσι, ακόμη μια φορά, ένα στερεό οικοδόμημα.»

Αυτός ο «νέου τύπου κλασικισμός», γράφει ο Ρ. Μπήτον, είναι

«κάτι παραπάνω από ένας απλός, τυπικός πειραματισμός. Δικαιώνεται από την προσπάθεια να παραχθεί ποιητικός λόγος, στον οποίο ‘η τεχνική να γίνεται κι αυτή μέρος του περιεχόμενου’. Αν η ποιητική γλώσσα θέλει να επιβληθεί πάνω στις δυνάμεις της βίας και της καταστροφής (πράγμα που πετυχαίνει ο ποιητής στο Άξιον εστί, τότε πρέπει να ικανοποιεί δύο παραμέτρους: να έχει αφομοιώσει τους επίσημους τύπους που διεκδίκησαν ρόλο απελευθερωτή στο παρελθόν και, επιπλέον, να είναι ‘στέρεα οικοδομημένη’, σύμφωνα με τη μεταφορά του ίδιου του Ελύτη, ώστε να αντέχει το βάρος του απολυτρωτικού ρόλου που το ποίημα απαιτεί.»

Εν μέρει πάντως, οι «νέοι περιορισμοί» που εισηγείται ο Ελύτης δεν είναι διόλου νέοι. Έτσι, οι Ωδές από τα «Πάθη», το δεύτερο μέρος του έργου, είναι γραμμένες σε «ποικίλα αλλά ομοειδή βυζαντινότροπα μέτρα» (Γ.Π. Σαββίδης). Καθένα από τα ποιήματα αυτά στηρίζεται στο παράδειγμα ενός γνωστού εκκλησιαστικού ύμνου και αναπαράγει με απόλυτη ακρίβεια τη μετρική και στιχουργική του δομή. Η ωδή ηλ.χ. βασίζεται στο περίφημο εγκώμιο «Αι γενεαί πάσαι» της Μεγάλης Παρασκευής, μπορεί δε να ψαλλεί κατά τον ίδιο τρόπο.

Να σημειώσουμε εδώ ότι παρά την ευρεία απήχηση που συνάντησε ακόμη και διεθνώς, ο Ελύτης του «Άξιον Εστί» δεν βρήκε μιμητές. Η τεράστια παρακαταθήκη των στιχουργικών μέτρων και μορφών που απαντούν στην αρχαία ελληνική και τη βυζαντινή λογοτεχνία, ελάχιστα έχει αξιοποιηθεί από τη νεώτερη ποίησή μας.
Κ.Κ.

Εικονογράφηση:
Παναγιώτα Κάπελα, Οδυσσέας Ελύτης, 2008

***
Σου το ’πα για τα σύννεφα
σου το ’πα για τα μάτια τα κλαμένα
για τα σημάδια που άφησαν τα χέρια μας
πάνω στα τραπεζάκια τα βρεμένα
Στα φανερά και στα κρυφά
σου το ’πα για τα σύννεφα
Για σένα και για μένα

Σου το ’πα με τα κύματα
σου το ’πα με τη σκοτεινή ρουφήχτρα
με το σκυλί και με το κλεφτοφάναρο
με τον καφέ και με την χαρτορίχτρα
Ψιθυριστά και φωναχτά
σου το ’πα με τα κύματα
Σου το ’πα μες στη νύχτα

Σου το ’πα τα μεσάνυχτα
σου το ’πα τη στιγμή που δε μιλούσες
που με το νου μου μόνο λίγο σ’ άγγιζα
κι άναβε το φουστάνι που φορούσες
Από κοντά κι από μακριά
σου το ’πα τα μεσάνυχτα
Με τ’ άστρα που κοιτούσες

Πηγή:
Τα ρω του έρωτα, 1972

Εικονογράφηση:
Εύη Σιδέρη, Γυμνό, 2008

***……

Το επάγγελμά μου το εξασκώ
στο Κάιρο και στη Δαμασκό
Χρόνους εννιά και πλέον
σαν ένας χαμαιλέων

Πρωί πρωί χαράματα
κόβω απ’ τον ήλιο γράμματα
Στη γλώσσα που διαβάζουνε
οι αγράμματοι και αγιάζουνε

Κατά τις έντεκα παρά
το στήνω μες στην Αγορά
Πουλάω φως ουράνιο
στίχους απ’ το Κοράνιο

Πουλάω τ’ όχι και το ναι
κι όσα ποτέ δεν είδανε
Στη Λεϊλά στη Λεϊλέ
πουλάω το ροζ και το βιολέ

Στο τζαμί την ώρα που ’ναι
οι πιστοί και προσκυνούνε
Κάνω κι έρχονται από πέρα
τα ουρί μες στον αέρα

Μια στιγμή στο δειλινό
ρίχνω χρώμα γαλανό
‘Υστερα πάνω απ’ τα κάστρα
πάω να καρφώσω τ’ άστρα

Δεν είμαι Μωαμεθανός
ούτε και ανήκω κανενός
Σ’ όσους και να πάω τόπους
ίδιους βρίσκω τους ανθρώπους

Το επάγγελμά μου το εξασκώ
στο Κάιρο και στη Δαμασκό
Χρόνους εννιά και πλέον
σαν ένας χαμαιλέων.

Πηγή:
Τα ρω του έρωτα, 1972

Εικονογράφηση:
Βασιλική Κοσκινιώτου, Παιχνίδι στο νερό, 2012

*
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………τ’ άγριο μαλλί σου στην τρικυμία
………το ραντεβού μας η ώρα μία
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
………την εκκλησούλα με το καντήλι
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………με τα μισόλογα τα σβησμένα
………τα καραβόπανα τα σχισμένα
Μες στις αφρόσκονες και τα φύκια
………όλα τα πήρε τα πήγε πέρα
………τους όρκους που έτρεμαν στον αέρα
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.

Πηγή:
Τα ρω του έρωτα, 1972

Εικονογράφηση:
Δημήτρης Σουλιώτης, Ζευγάρι σε βάρκα, 2005

.

Α σ μ ά τ ι ο ν

Ανεμόεσσα κόρη ενήλικη θάλασσα
πάρε το κίτρο που μου
δωκε ο Κάλβος
δικιά σου η χρυσή
…. μυρωδία

Μεθαύριο θά ρθουν τ’ άλλα πουλιά
θα
ναι πάλι ελαφρές των βουνών οι γραμμές
μα βαριά η δική μου
…. καρδία.

Ημερολόγιο ενός αθέατου Απριλίου, 1984