.

. . . και του δευτέρου τα τεχνικότατα έργα
παρεννοημένα δεν χρησίμευαν ειμή ως
τύπος εις ανόητα μιμήματα.
ΙΑΚΩΒΟΣ ΠΟΛΥΛΑΣ, Προλεγόμενα

Ι

Όμως φωτιά ποτέ δεν σβήνει η φωτιά,
μα όπως στο κύμα πλέει ξυλάρμενο καράβι,
μες στων στηθών τον μέγα πόθο φως ανάβει
δίχως να πνέει πια γλυκόπνοη νοτιά.

Ή όπως την ώρα που μαυρίζει ο ουρανός
κι έν’ άστρο φέγγει επά στης γης τη σκοτοδίνη,
ξάφνου προβάλλει αναμμένη η σελήνη
κι αναγαλλιάζει η βραδιά από τόσο φως.

Έτσι, συχνά, τη συμφορά ακλουθούν δεινά
κι από κακό σ’ άλλο κακό γοργά πηγαίνει
για κάποιους μα άλλους συνοδεύει ή χαρά

κι από καλό σ’ άλλο καλό τούς ξαναφέρνει,
Α, όσα φαίνονται στον κόσμο αρεστά
για μένα θλίψη και παράπονο τα παίρνει !

.

ΙΙ

Κι όπως φωτιά ποτέ δεν έσβησε φωτιά,
ή σαν σαγίτα που στοχάζεται το κέντρο,
είδα στον ύπνο μου να θάλλει μέγα δέντρο
και να σηκώνει στους ανέμους τα κλαδιά.

Δέντρο μεγάλο, σαν το ξύλο της ζωής,
κι ήταν σαν να έτρεχε στη φλέβα του ποτάμι,
κορμός στητός, από φιλύρα ή σφεντάμι,
κι άνθος δροσάτο στη γαλήνη της αυγής.

Κι έτσι όπως έγερνε στον άνεμο ο κορμός
και με δροσίζανε στο μέτωπο τα φύλλα,
γύρω μου ο τόπος πλημμυρίστηκε από μήλα·

και μόλις άνοιξε η ρίζα του κρουνός,
κι από το νάμα της ελύγισαν τα ξύλα,
βλέπω το μέγα δέντρο, που έγινε Σταυρός !

.

ΙΙΙ

Κι όμως τη φλόγα σβήνει μόνο η φωτιά,
κι ό,τι δεν τόλμησα ποτέ να δω όξυπνά μου,
το που μ’ ετάραζε συχνά στα λογικά μου,
βλέπω να γίνεται αγάπης πεθυμιά!

Κι  όπως  νεράιδες που πιάνουν τον χορό,
ή σαν γατάκι που μπερδεύεται στο τέλι,
είναι η τύχη μου όταν θέλει ή δεν θέλει,
και μες στην έλπιση μου φέρνει το κακό.

Έτσι μου εφάνηκε η καλότυχη θωριά,
δίχως να ξέρει τη φωτιά το αστρικό μου
που ήταν να φέρει ο ορισμός της στο πλευρό μου·

κι είτε σαν χιόνι στη σκληράδα του βοριά,
είτε σαν άγγιγμα βελούδινο της άμμου,
γλυκά ασπάστηκε το φως, κι ήρθε κοντά μου.

το αστρικό μου: το ριζικό μου (βλ. Ανωνύμου, Κυπριακά ερωτικά ποιήματα).

.

ΙV

Κι έτσι τη φλόγα μου θα σβήσει η φωτιά,
το μέγα πυρ που θα δροσίσει τα λαμπρά μου,
και θα μ’ αφήσει με το σκόρπισμα της άμμου
δίχως αγάπη, σε μιαν άλλη ξενιτιά.

Έτσι κι ο άνεμος ο πιο καλός γονιός,
ώρα γλυκειά όταν θα ρθεί να με σκορπίσει,
μ’ ένα του πέρασμα ξοπίσω του θ’ αφήσει
χρόνους ζωής παλιάς, λίγη σταξιά από φως.

Α, πόσο μ’ άρεσε στη νύχτα το σφεντάμι,
το μέγα δέντρο, κι ο ξυλάρμενος κορμός,
και το βαθύ που μέσα εκύλαε ποτάμι !

Κάποια βραδιά να σηκωθεί ψηλά ως και τότε,
όταν στ’ αστρί θ’ αναγαλλιάζει ο ουρανός
και πια κανείς δεν θα ρωτά γιατί και πότε.

Προσωρινή μετάθεση, 2004

.

.

Με Παλαμά και Λαπαθιώτη
το ένα βράδυ πίσω απ’ τ’ άλλο·
ας έφτανε η νύχτα πρώτη
κι ας σιωπούσε – τίποτ’ άλλο.

Απ’ τα μεσάνυχτα απόψι
φιλώ τα μάτια της καλής μου
π’ αποκοιμιέται – κι έχει όψη
γλυκιά στον πόνο της ψυχής μου.

Ένα σημείο που βυθίζει
εκεί που τότε μεσουράνει!
Κάποιο βαπόρι θα σφυρίζει,
κάποιο θα δένει στο λιμάνι.

Κάτι σαν ποίημα, μεγάλο,
κάτι σαν κόσμος – τίποτ’ άλλο.

Νέα Εστία, τχ. 1723, Μάιος 2000

.

I

Το βλέμμα του Θεού πέφτει στην πόλη
νιφάδα όπως χιονιού πάνω από μνήμα.
Αλλάξαν οι κομπάρσοι και οι ρόλοι
μα εσύ πρέπει να παίξεις το ίδιο θύμα.

Με σιωπή, σου λένε, να μιλήσεις·
κι όταν σ’ αγγίζει η σιωπή, με λέξεις.
Όμως, θα φέρνουν χίλιες αντιρρήσεις
μόλις τους πεις πως δεν θ’ αντέξεις.

Εκείνος που σκορπούσε το σινάπι
και την παραβολή, που είπε, του σίτου,
σ’ έμαθε ν’ απαντάς με την αγάπη

σ’ αυτούς: «Beati pauperes spiritu».
Μα ένοχος θα είσαι, όταν σου λένε:
«Πέτρο, ήσουν κι εσύ μαζί του».

.
ΙΙ

Χιονίζει ο πατέρας νομοθέτης
σαν να προσφέρει, στο ποτήρι, νάμα.
Τώρα, πρέπει να γίνω σκηνοθέτης
και πρωταγωνιστής στο ίδιο δράμα.

Χωρίς φωνή θα πρέπει ν’ απαγγέλλω·
και να σιωπώ με τη φωνή μου.
Ετούτο το ποτήρι δεν το θέλω
ούτε τον ρόλο του θλιμμένου μίμου.

Όμως, δεν κατεβαίνει η κωμωδία,
κι είναι για μένα αυτό το θέατρο:
αυλαία θα κατεβάσει η Ιστορία.

Πώς να κρατήσω το δικό μου μέτρο
με τους εχθρούς ψηλά στα θεωρεία;
«Et tu de illis es», dixerunt Petro.

Η στέππα, 2006

.

Προτού κτυπήσει του όρθρου η καμπάνα
να ’ρθείς να με ξυπνήσεις αύριο, μάνα.
Αφήνοντας τη θαλπωρή του κόσμου
έξω θα βγω, και θα ’ναι ο αδελφός μου.  

Στον ύπνο μου τον είδα· στο παλτό του
είχε κρυμμένο τ’ άγιο πρόσωπό του.
Όρθιος, περιμένοντας στο χιόνι,
του Οκτώβρη κάτω τίναζε τη σκόνη.  

Θα βγω· κι αυτός μαζί του θα με πάρει
να βρούμε το λειψό, αρχαίο φεγγάρι.
Σκυφτοί θα περπατήσουμε στον δρόμο
πηγαίνοντας αργά, ώμο τον ώμο.  

Μάνα, αύριο νωρίς να με ξυπνήσεις
προτού τη λάμπα του σπιτιού μας σβήσεις.
Κι αν μάθεις πως ποιητής ήταν ο γιος σου
σβήσε το φως, και κάνε τον σταυρό σου.

Η στέππα, 2006