4. Ανθολογία Αυγής, Πάνος Θεοδωρίδης, 5.11.14

Advertisements

1. Ανθολογία Αυγής, Ευσταθιάδης, 1.11.14

Νίκος Εγγονόπουλος, Νίκος-Ορφέας, 1957

***

Το γυμνασμένο μάτι του τραμπούκου
να διέκρινε άραγε των ροδόδεντρων την αρμονία;
Όχι – όχι – μιαν απέραντη ηθικολογία
δε θα βοηθήση να κάνουμε καλλίτερο τον κόσμο

Να ελπίζης – να ελπίζης πάντα – πως ανάμεσα εις τους ανθρώπους
– που τους ρημάζει η τρομερή «ευκολία» –
θα συναντήσης απαλές ψυχές με τρόπους
που τους διέπει καλοσύνη – πόθος ευγένειας – ηρεμία

ίσως όχι πολλές – ίσως νά ’σαι άτυχος: καμμία
τότες εσύ προσπάθησε να γενής καλλίτερος
εις τρόπον ώστε να έρθη κάποια σχετική ισορροπία

Άσε τους γύρωθέ σου να βουρλίζονται πως κάνουν κάτι
συ σκέψου – τώρα πια – με τί γλυκειά γαλήνη
προσμένεις νά ρθ’ η ώρα να ξαπλώσης στο παρήγορο
************του θανάτου κρεββάτι

Πηγή:
Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, 1978

Εικονογράφηση:
Νίκος Εγγονόπουλος, Νίκος-Ορφέας, 1957

*Βλάσης Κανιάρης, Νέος, 1974**

***

Τα ρόδα ξενιτεύουνται σε μνημική εξορία
Απόστολος Μελαχροινός

Μοιάζει σαν στίχος λυρικός,
ο λυγμικός, στερνός της λόγος.
Είν’ ένας Αύγουστος ζεστός,
πονετικός, της θλίψης σπόγγος.

Με το Σεπτέμβρη που θα ’ρθεί
θα ’χει χαθεί μι’ ακόμη ελπίδα.
Δύση που τρέμει με θολή
μαρμαρυγή, πικρή σφραγίδα.

Ό,τι κι αν πόθησε κρυφά,
ψιθυριστά, δεν ήρθε πάλι.
Ρόδο Του Κανενός μαδά
την άγρια ερημιά να ράνει.

Πηγή:
Από μνήμης, 2010

Εικονογράφηση:
Βλάσης Κανιάρης, Νέος, 1974

Ένα κυπαρίσσι για τον Οδυσσέα Ελύτη_Χρήστος Μποκόρος

***

Ανοίγω το στόμα μου * κι αναγαλλιάζει το πέλαγος
Και παίρνει τα λόγια μου * στις σκοτεινές του σπηλιές
Και στις φώκιες τις μικρές * τα ψιθυρίζει
Τις νύχτες που κλαιν * των ανθρώπων τα βάσανα.

Χαράζω τις φλέβες μου * και κοκκινίζουν τα όνειρα
Και τσέρκουλα γίνονται * στις γειτονιές των παιδιών
Και σεντόνια στις κοπέ * λες που αγρυπνούνε
Κρυφά για ν’ ακούν * των ερώτων τα θαύματα.

Ζαλίζει τ’ αγιόκλημα * και κατεβαίνω στον κήπο μου
Και θάβω τα πτώματα * των μυστικών μου νεκρών
Και το λώρο το χρυσό * των προδομένων
Αστέρων τους κο * βω να περάσουν στην άβυσσο.

Σκουριάζουν τα σίδερα * και τιμωρώ τον αιώνα τους
Εγώ που δοκίμασα * τις μυριάδες αιχμές
Κι από γιούλια και ναρκίσ * σους το καινούργιο
Μαχαίρι ετοιμά * ζω που αρμόζει στους Ήρωες.

Γυμνώνω τα στήθη μου * και ξαπολυούνται οι άνεμοι
Κι ερείπια σαρώνουνε * τις χαλασμένες ψυχές
Κι απ’ τα νέφη τα πυκνά * της καθαρίζουν
Τη γη, να φανούν * τα Λιβάδια τα Πάντερπνα!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Χρήστος Μποκόρος, Ένα κυπαρίσσι για τον Οδυσσέα Ελύτη

Προμετωπίδα του Οδυσσέα Ελύτη για τα Ρω του έρωτα 1972

****

Της αγάπης αίματα * με πορφύρωσαν
Και χαρές ανείδωτες * με σκιάσανε
Οξειδώθηκα μες στη * νοτιά
* των ανθρώπων
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Στ’ ανοιχτά του πέλαγου * με καρτέρεσαν
Με μπομπάρδες τρικάταρτες * και μου ρίξανε
Αμαρτία μου να ’χα * κι εγώ
* μιαν αγάπη
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Τον Ιούλιο κάποτε * μισανοίξανε
Τα μεγάλα μάτια της * μες στα σπλάχνα μου
Την παρθένα ζωή μια * στιγμή
* να φωτίσουν
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Κι από τότε γύρισαν * καταπάνω μου
Των αιώνων όργητες * ξεφωνίζοντας
»Ο που σ’ είδε, στο αίμα * να ζει
* και στην πέτρα»
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Της πατρίδας μου πάλι * ομοιώθηκα
Μες στις πέτρες άνθισα * και μεγάλωσα
Των φονιάδων το αίμα * με φως
* ξεπληρώνω
Μακρινή Μητέρα * Ρόδο μου Αμάραντο

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Οδυσσέας Ελύτης, Προμετωπίδα για τα Ρω του Έρωτα, 1972

Γιώργος Δέρπαπας_Προσωπογραφία Οδυσσέα Ελύτη_1984

***

Γύρισα τα μάτια * δάκρυα γιομάτα
κατά το παραθύρι
Και κοιτώντας έξω * καταχιονισμένα
τα δέντρα των κοιλάδων
Αδελφοί μου, είπα * ως κι αυτά μια μέρα
κι αυτά θα τ’ ατιμάσουν
Προσωπιδοφόροι * μες στον άλλον αιώνα
τις θηλιές ετοιμάζουν

Δάγκωσα τη μέρα * και δεν έσταξε ούτε
σταγόνα πράσινο αίμα
Φώναξα στις πύλες * κι η φωνή μου πήρε
τη θλίψη των φονιάδων
Μες στης γης το κέντρο * φάνηκε ο πυρήνας
που όλο σκοτεινιάζει
Κι η αχτίδα του ήλιου * γίνηκεν, ιδέστε
ο μίτος του Θανάτου!

Ω πικρές γυναίκες * με το μαύρο ρούχο
παρθένες και μητέρες
Που σιμά στη βρύση * δίνατε να πιούνε
στ’ αηδόνια των αγγέλων
Έλαχε να δώσει * και σε σας ο Χάρος
τη φούχτα του γεμάτη
Μες απ’ τα πηγάδια * τις κραυγές τραβάτε
αδικοσκοτωμένων

Τόσο δεν αγγίζουν * η φωτιά με το άχτι
που πένεται ο λαός μου
Του Θεού το στάρι * τα ψηλά καμιόνια
το φόρτωσαν και πάει
Μες στην έρμη κι άδεια * πολιτεία μένει
το χέρι που μονάχα
Με μπογιά θα γράψει * στους μεγάλους τοίχους
ΨΩΜΙ ΚΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Φύσηξεν η νύχτα * σβήσανε σπίτια
κι είναι αργά στην ψυχή μου
Δεν ακούει κανένας * όπου κι αν χτυπήσω
η μνήμη με σκοτώνει
Αδελφοί μου, λέει * μαύρες ώρες φτάνουν
ο καιρός θα δείξει
Των ανθρώπων έχουν * οι χαρές μιάνει
τα σπλάχνα των τεράτων

Γύρισα τα μάτια * δάκρυα γιομάτα
κατά το παραθύρι
Φώναξα στις πύλες * κι η φωνή μου πήρε
τη θλίψη των φονιάδων
Μες στης γης το κέντρο * φάνηκε ο πυρήνας
που όλο σκοτεινιάζει
Κι η αχτίδα του ήλιου * γίνηκεν, ιδέστε
ο μίτος του Θανάτου!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Γιώργος Δέρπαπας, Προσωπογραφία του Οδυσσέα Ελύτη, 1984

Κολάζ του Οδυσσέα Ελύτη

***

Ένα το χελιδόνι * κι η Άνοιξη ακριβή
Για να γυρίσει ο ήλιος * θέλει δουλειά πολλή
Θέλει νεκροί χιλιάδες * νά ’ναι στους Τροχούς
Θέλει κι οι ζωντανοί * να δίνουν το αίμα τους.

Θε μου Πρωτομάστορα * μ’ έχτισες μέσα στα βουνά
Θε μου Πρωτομάστορα * μ’ έκλεισες μες στη θάλασσα!

Πάρθηκεν από Μάγους * το σώμα του Μαγιού
Τό ’χουνε θάψει σ’ ένα * μνήμα του πέλαγου
Σ’ ένα βαθύ πηγάδι * τό ’χουνε κλειστό
Μύρισε το σκοτά * δι κι όλη η Άβυσσο.

Θε μου Πρωτομάστορα * μέσα στις πασχαλιές και Συ
Θε μου Πρωτομάστορα * μύρισες την Ανάσταση!

Σάλεψε σαν το σπέρμα * σε μήτρα σκοτεινή
Το φοβερό της μνήμης * έντομο μες στη γη
Κι όπως δαγκώνει αράχνη * δάγκωσε το φως
Έλαμψαν οι γιαλοί * κι όλο το πέλαγος.

Θε μου Πρωτομάστορα * μ’ έζωσες τις ακρογιαλιές
Θε μου Πρωτομάστορα * στα βουνά με θεμέλιωσες!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Οδυσσέας Ελύτης, κολάζ

Προμετωπίδα φωτογραφία της Ιουλίτας Ηλιοπούλου για δυτικά της λύπης_1995*

***

Στον πηλό το στόμα * μου ακόμη και σε ονόμαζε
Ρόδινο νεογνό * στικτή πρώτη δροσιά
Κι από τότε σου ’πλαθε * βαθιά στα χαράματα
Τη γραμμή των χειλιών * και τον καπνό της κόμης
Την άρθρωση σου ’δινε * Και το λάμδα το έψιλον
Την αέρινη άσφαλτη * περπατηξιά

Κι απ’ την ίδια εκείνη * στιγμή μου μέσα ανοίγοντας
Άγνωστη φυλακή * φαιά και άσπρα πουλιά
Στον αιθέρα ερίζοντας * ανέβηκαν κι ένιωσα
Πως για σένα τα αίματα * για σένα τα δάκρυα
Στους αιώνες το πάλεμα * το φριχτό και το υπέροχο
Η σαγήνη για σένα και * η ομορφιά

Στα πνευστά των δέντρων * και κρούοντας ο πυρρίχιος
Δόρατα και σπαθιά * να λες άκουσα Εσύ
Μυστικά προστάγματα * και παρθενοβίωτα
Με την έκλαμψη πράσινων * αστέρων λόγια
Και πάνω απ’ την άβυσσο * αιωρούμενη γνώρισα
ΤΟΥ ΣΠΑΘΙΟΥ ΣΟΥ ΤΗΝ ΚΟΨΗ * ΤΗΝ ΤΡΟΜΕΡΗ!

Πηγή:
Το Άξιον Εστί, 1961

Εικονογράφηση:
Ιουλίτα Ηλιοπούλου, Δυτικά της Λύπης, προμετωπίδα, 1995

Παναγιώτα Κάπελα, Οδυσσέας Ελύτης, Μελάνι σε χαρτί, 2008

* * *

Μοναδική στιγμή της δημιουργικής του διαδρομής αλλά και γενικά της μεταπολεμικής ελληνικής ποιήσης, το «Άξιον Εστί» αντικατοπτρίζει την πεποίθηση του Ελύτη ότι:

«είναι δυνατόν η μοντέρνα εμπειρία να περάσει στην κλασική της περίοδο, όχι με την επιστροφή της στους περιορισμούς των παλαιών, αλλά με τη δημιουργία νέων περιορισμών, που θέτει ο ίδιος ο ποιητής για να τους υπερνικήσει και να επιτύχει έτσι, ακόμη μια φορά, ένα στερεό οικοδόμημα.»

Αυτός ο «νέου τύπου κλασικισμός», γράφει ο Ρ. Μπήτον, είναι

«κάτι παραπάνω από ένας απλός, τυπικός πειραματισμός. Δικαιώνεται από την προσπάθεια να παραχθεί ποιητικός λόγος, στον οποίο ‘η τεχνική να γίνεται κι αυτή μέρος του περιεχόμενου’. Αν η ποιητική γλώσσα θέλει να επιβληθεί πάνω στις δυνάμεις της βίας και της καταστροφής (πράγμα που πετυχαίνει ο ποιητής στο Άξιον εστί, τότε πρέπει να ικανοποιεί δύο παραμέτρους: να έχει αφομοιώσει τους επίσημους τύπους που διεκδίκησαν ρόλο απελευθερωτή στο παρελθόν και, επιπλέον, να είναι ‘στέρεα οικοδομημένη’, σύμφωνα με τη μεταφορά του ίδιου του Ελύτη, ώστε να αντέχει το βάρος του απολυτρωτικού ρόλου που το ποίημα απαιτεί.»

Εν μέρει πάντως, οι «νέοι περιορισμοί» που εισηγείται ο Ελύτης δεν είναι διόλου νέοι. Έτσι, οι Ωδές από τα «Πάθη», το δεύτερο μέρος του έργου, είναι γραμμένες σε «ποικίλα αλλά ομοειδή βυζαντινότροπα μέτρα» (Γ.Π. Σαββίδης). Καθένα από τα ποιήματα αυτά στηρίζεται στο παράδειγμα ενός γνωστού εκκλησιαστικού ύμνου και αναπαράγει με απόλυτη ακρίβεια τη μετρική και στιχουργική του δομή. Η ωδή ηλ.χ. βασίζεται στο περίφημο εγκώμιο «Αι γενεαί πάσαι» της Μεγάλης Παρασκευής, μπορεί δε να ψαλλεί κατά τον ίδιο τρόπο.

Να σημειώσουμε εδώ ότι παρά την ευρεία απήχηση που συνάντησε ακόμη και διεθνώς, ο Ελύτης του «Άξιον Εστί» δεν βρήκε μιμητές. Η τεράστια παρακαταθήκη των στιχουργικών μέτρων και μορφών που απαντούν στην αρχαία ελληνική και τη βυζαντινή λογοτεχνία, ελάχιστα έχει αξιοποιηθεί από τη νεώτερη ποίησή μας.
Κ.Κ.

Εικονογράφηση:
Παναγιώτα Κάπελα, Οδυσσέας Ελύτης, 2008

***

Ταπεινός οπαδός της Αγίας Καικιλίας
μα και δούλος ευρώστου σαρκός και κοιλίας
από ποικίλας επιλέγει μουσικάς
μα προηγείται πάντα ο μουσακάς
ή μουσικό pasticcio του Ροσσίνι
μέσα σε μελωδίας ευφροσύνη
κι όταν του φωνογράφου τελειώνει η άρια
στο πιάτο λάμπουνε σεμνά απομεινάρια
κι όταν φινάλε σε αρπαγή απ’ τον οντά
μένει υπόλειμμα και στον κυνόδοντα
ρέκτης των πιο ακραίων συμβολισμών
από ουρανίων ηδυπότων πίνει τον εσμόν
με κάθε νέα γέυση κάθε ουσία
τον συνοδεύει η τρέλα απ’ τη Λουτσία.

Πάντοτε λέει «εν παραδείσω άδω»
μ’ ένα ρετσιτατίβο και στιφάδο
και πιπεράτη σος για το φιλέτο
το κλάμα το βουβό του Ριγκολέτο
κι αν τον ρωτήσεις για νησιώτικο μαστέλο
θα σου απαντήσει αβίαστα: Οθέλλο!

Θέλει την Κλέφτρα κίσσα και ψητή
και προτιμά την Πέστροφα ή τη
μαύρη αντίστιξη που πίκρα τού αφήνει
γι’αυτό
τον Ρήνο τον μετράει σε χρυσό
μα τη λιγούρα του σ’ ασήμι.

Ό,τι καλό ακούγεται στο ηχείο
βρίσκει το ανάλογό του στο ψυγείο
όταν στη σάλα τραγουδά ένας καστράτος
εξίσου μελωδεί ο κόκορας κρασάτος
και υπό τους ήχους μιας εύθυμης bourrée
με το ρυθμό της ετοιμάζει τον πουρέ

Και εν συνόψει
πάντοτε μ’ ερυθρά την όψη
τρελό γκαλόπ
για εσκαλόπ
ολίγον αλς
μαζί με βαλς
με impromptu
πατάτα οφτή
τενόρου άρια
τηγάνι ψάρια
πίτσα στο πιάτο
με pizzicato
και μ’ ένα presto
κάνει το πέστο.

Συχνά τον κάπελα καλεί a capella
πότε δεινόσαυρος πότε κοπέλα
μέσα του εμπλέκονται αίνος και οίνος
πότε πεντάμορφη και πότε κτήνος.

Σε νύχτα πολυφωνική, σε υπογάστριο άστρων
μονήρης και καρδιαλγής μένει πάντα προγάστωρ·
ακρόασης και γεύματος το τέλος
με μήλο που ο Γουλιέλμος φέρνει Τέλλος.

Πηγή:
Johann Sebastian Bar, 2012

Εικονογράφηση:
Νικόλας Κληρονόμος, Θεοφαγία, 2010

Μανώλης Σκούφιας, Pictures of Instincts or Food Pornography, 1990

***

Τη χώρα όλη εγύρισα σαν σκύλος πεινασμένος
χοχλιούς να εύρω δεν μπορώ, σιντά ‘μαι μανιασμένος
ντάκους και στάκα να γευτώ μόνο γιατί τση τάσσει
κι αν έχει και γίδα βραστή να φέρη να τη φάσι.

Ω μακαρούνες με τυρί καλά ζαφοριαμένες
κι εσείς οι μυζηθρόπιτες πολλά μου ηγαπημένες
τα σιουφηχτά ελάτρευσα τσιτσιριστά ωσαύτως
το όσιον γαμοπίλαφο της μοναξιάς μου τάφος.

Πρόβαλε, κορασίδα μου, πρόβαλε να σε ιδούσι
πρόβαλε δώσ’ τωνε το φως σε τούτο το τσιμπούσι
πρόβαλε ναίσκε δώσε μου εσύ ψωμί κι αλάτσι
ο πεινασμένος στόμαχος απόψε να Χορτάτση.

Πηγή:
Johann Sebastian Bar, 2012

Εικονογράφηση:
Μανώλης Σκούφιας, Pictures of instincts of food pornography, 1990

Ζάφος Ξαγοράρης_Υπόγεια και Αιωρήσεις_2012 (2)

***

Επειδή καλοφαγάς καθώς ο Ροσσίνι
–per un barbiere di qualità–
μέσα στου παντός τη μεγαλοσύνη
τα μικρά μου προβλήματα όλα άλυτα.

Επειδή να διασωθώ ποτέ απ’ τους στίχους
–una voce poco fa–
δεν ελπίζω, στης σιωπής μου τους ήχους
τα στερνά μου άκου λόγια, τα υπόκωφα.

Όταν η μοναξιά μου φτάσει στον άδη
και η μνήμη δεν θά ’ναι σαφής,
η κληρονομιά του ασαφούς ευσταθιάδη

θα περνά διά της γεύσεως και της αφής,
κι αντί γι’ ανάμνηση κάποιου σονέτου
σώζεται στ’ όνομα ενός φιλέτου.

Πηγή:
Στιχουργήματα, 2004

Εικονογράφηση:
Ζάφος Ξαγοράρης, Υπόγεια και Αιωρήσεις, 2012

***
Σου το ’πα για τα σύννεφα
σου το ’πα για τα μάτια τα κλαμένα
για τα σημάδια που άφησαν τα χέρια μας
πάνω στα τραπεζάκια τα βρεμένα
Στα φανερά και στα κρυφά
σου το ’πα για τα σύννεφα
Για σένα και για μένα

Σου το ’πα με τα κύματα
σου το ’πα με τη σκοτεινή ρουφήχτρα
με το σκυλί και με το κλεφτοφάναρο
με τον καφέ και με την χαρτορίχτρα
Ψιθυριστά και φωναχτά
σου το ’πα με τα κύματα
Σου το ’πα μες στη νύχτα

Σου το ’πα τα μεσάνυχτα
σου το ’πα τη στιγμή που δε μιλούσες
που με το νου μου μόνο λίγο σ’ άγγιζα
κι άναβε το φουστάνι που φορούσες
Από κοντά κι από μακριά
σου το ’πα τα μεσάνυχτα
Με τ’ άστρα που κοιτούσες

Πηγή:
Τα ρω του έρωτα, 1972

Εικονογράφηση:
Εύη Σιδέρη, Γυμνό, 2008

***……

Το επάγγελμά μου το εξασκώ
στο Κάιρο και στη Δαμασκό
Χρόνους εννιά και πλέον
σαν ένας χαμαιλέων

Πρωί πρωί χαράματα
κόβω απ’ τον ήλιο γράμματα
Στη γλώσσα που διαβάζουνε
οι αγράμματοι και αγιάζουνε

Κατά τις έντεκα παρά
το στήνω μες στην Αγορά
Πουλάω φως ουράνιο
στίχους απ’ το Κοράνιο

Πουλάω τ’ όχι και το ναι
κι όσα ποτέ δεν είδανε
Στη Λεϊλά στη Λεϊλέ
πουλάω το ροζ και το βιολέ

Στο τζαμί την ώρα που ’ναι
οι πιστοί και προσκυνούνε
Κάνω κι έρχονται από πέρα
τα ουρί μες στον αέρα

Μια στιγμή στο δειλινό
ρίχνω χρώμα γαλανό
‘Υστερα πάνω απ’ τα κάστρα
πάω να καρφώσω τ’ άστρα

Δεν είμαι Μωαμεθανός
ούτε και ανήκω κανενός
Σ’ όσους και να πάω τόπους
ίδιους βρίσκω τους ανθρώπους

Το επάγγελμά μου το εξασκώ
στο Κάιρο και στη Δαμασκό
Χρόνους εννιά και πλέον
σαν ένας χαμαιλέων.

Πηγή:
Τα ρω του έρωτα, 1972

Εικονογράφηση:
Βασιλική Κοσκινιώτου, Παιχνίδι στο νερό, 2012

*
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………τ’ άγριο μαλλί σου στην τρικυμία
………το ραντεβού μας η ώρα μία
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
………την εκκλησούλα με το καντήλι
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………με τα μισόλογα τα σβησμένα
………τα καραβόπανα τα σχισμένα
Μες στις αφρόσκονες και τα φύκια
………όλα τα πήρε τα πήγε πέρα
………τους όρκους που έτρεμαν στον αέρα
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.

Πηγή:
Τα ρω του έρωτα, 1972

Εικονογράφηση:
Δημήτρης Σουλιώτης, Ζευγάρι σε βάρκα, 2005

.

Πρόλογος

Το νόημα της τέχνης μου θαρρούσα
πως ήταν φεγγαριού βυζαντινού
κι αυτό που από παιδί αιμορραγούσα.
Στα μήπως και τα τίποτα πενθούσα
γιατί σαν ακροβάτης του ουρανού
στην αίρεση του κόσμου ισορροπούσα.

Φυσούσε φύλλα τράπουλας κι αφιόνι
μες στων νεκρών ερώτων τους γκρεμούς
και της πικρής μου τύχης οι δαιμόνοι
του σώματός μου γίνονταν αγχόνη.
Στον ύπνο μου διψούσαν αγιασμούς
σκυλιά της μουσικής του Αλμπινόνι.

Ζητιάνος στα ουράνια φαρμακεία
ζητούσα φάρμακα φανταστικά
γι’ αγάπη, εμπιστοσύνη κι ευσπλαχνία
και για μια τέχνη δίχως ερμηνεία.
Ζητούσα πυροσβέστη να νικά
το πυρ που κατακαίει τη μανία.

Και να ο πυροσβέστης – οπτασία
να πίνει και να τρώει τη φωτιά
καθώς οι μάγοι άγιοι στην Ασία.
Κι ωστόσο τη δική του αθανασία
την αγνοεί – κι ας ρίχνει σαϊτιά
στα πάθη που δεν έχουν εκκλησία.

Οι γέροι φωτογράφοι, σα γυρίζουν
στο σκοτεινό τους σπίτι σιωπηλοί
τα είδωλα της μιας στιγμής αγγίζουν
με το μυαλό, μ’ αισθήσεις που ραγίζουν.
Δεν έχουν αυταπάτες και φυλή.
Συνήθισαν παντού να γονατίζουν.

Χιονίζει στα χρυσά ινδάλματά τους
σε χέρια, πόδια, στόματα, φωνή,
και πώς να φτιάξουν, πώς, το άγαλμά τους
πριν προδοθεί το σώμα από θανάτους.
Παγίδεψαν το χρόνο στο χαρτί
γι’ αυτό χιονίζει πάντα στην καρδιά τους.

Και μοιάζουν μ’ όσους ζουν σα μεταπράτες
μα πιο πολύ θυμίζουνε κουρείς
με τσέπες από ενθύμια γεμάτες.
Μαλλιά που κόψαν από κωπηλάτες,
εργάτες, καλλιτέχνες, ιερείς
και στη φωτιά τα ρίξαν και τις στάχτες

να βρουν αγάπες, τρόπους και υποσχέσεις
και συνταγές του έρωτα παλιές.
Τους τόκους που έχουν κάποιες καταθέσεις:
και τι αναλογεί στις αφαιρέσεις
και λένε ευχές και ξόρκια σε θηλιές.
Τι επιτέλους κάνεις για ν’ αρέσεις.

Έτσι χιονίζει χρόνια και για μένα
στα ξένα σπίτια μέσα που ξυπνώ
κι ανακαλώ φαντάσματα αγιασμένα.
Γι’ αυτό μιλώ για λάθη ξεχασμένα.
Γι’ αυτό μιλώ κι εδώ καθώς γερνώ
για πράγματα που σφάλασι για μένα.

Ο νοητός λύκος,  2010

.

Ο Μήτρος είδε
Δαιμόνια στο ρέμα.
Αχ! Παναΐα μ’!

Τσορβάς δεν είναι
Ο έρωτας στα χιόνια.
Σεβτάς, Γιαννιέ μου!


Αχ! η Ματούλα!
Αγρίμης θέρος – έρως
Πάει να την πνίξει


Βοσκόπουλό μου,
Σχοινιάστηκ’ η Μοσχούλα
Και δε βελάζει…


Ήπιε η Χαδούλα
Του αλμυρού θανάτου
Το πικρόν ύδωρ.

 
Μες στην ψυχή μας
Το σκοτεινό τρυγόνι
Έχει απαγγιάσει.

.

Ο Παπαδιαμάντης με τα μάτια νεότερων λογοτεχνών, 2011

.

A Mademoiselle Polymnie K.

Ύστερα από μια πορεία κοπιαστική
αντίκρισα του Κιθαιρώνα το δερβένι:
θέαμα ανείπωτο, εικόνα ονειρική,
ο πιο όμορφος ορίζοντας τον τόπο δένει.

Των πιο αρχαίων ημερών η πόλη,
η Θήβα, μέσ’ στον κάμπο λαμπυρίζει.
Η πλούσια γη της, γόνιμο περβόλι,
χωρίς να εξαντλείται, πρασινίζει.

Ο Παρνασσός, ο Ελικών ελατοφόρος,
η επιβλητική του Σαγματά οξύτης,
μ’ όλη τη χάρι του, μπροστά, το Πτώον όρος
και πίσω μακριά η κορυφή της Οίτης.

Τα Λεύκτρα, οι Πλαταιές μέσ’ στην ευδία,
θυμίζουν αρχαιότητες που υμνούνται,
σκόρπιες σ’ αυτά της δόξης τα πεδία,
που τα παλιά τους κλέη αναγεννιούνται.

Βλέπω από δω ψηλά το αιώνιο γαλάζιο
του ουρανού της Αττικής, το μέγα θάμβος,
όπου απ’ το φως το λαμπερό και το καθάριο
παίρνει μιαν όψη συγκλονιστικήν ο κάμπος.

Εδώ το φως κάπως γλυκά ξανθίζει·
τα περιγράμματα ξεθωριασμένα·
ένας ατμός τα πάντα πλημμυρίζει
κι απ’ την αχλύ είν’ όλα καλυμμένα.

Ω! γοητευτική, πανέμορφη, Βοιωτία,
χώρα με δόξα, μ’ αρετή και με τιμή,
ποιος στην υπεροχή σου δεν θα κάμει μνεία,
στο μόχθο των ανθρώπων σου και στην απαντοχή;!

Απέναντι στην φινετσάτη Αθήνα
λάμπεις εσύ, μέσ’ στην απλότητά σου.
Έλληνες άλλοι έδρεψαν της Τέχνης κρίνα
αλλά πιο έντιμα υπήρξαν τα παιδιά σου.

Η γλυκιά και υγρή σου ατμοσφαίρα,
τις δροσερές γυναίκες σου στολίζει.
Η Τανάγρα! καθώς φωτίζει η μέρα,
η ευφορία της στη γη καρπίζει.

Του Θέσπι η ωραία κόρη, η Φρύνη,
της καλλονής το μέτρο προσδιορίζει,
έτσι που η Αφροδίτη αντίγραφο έχει μείνει
της Φρύνης, στους αιώνες να τη θυμίζει.

Αυλίδα, στη θάλασσά σου, δίχως κύμα,
οι Έλληνες συγκέντρωναν τα πλοία,
κι είδαν εκείνο το αθώο θύμα,
απ’ των θεών να διαφεύγει τη μανία.

Ο Κάδμος πρόσφερε το δώρο τ’ ακριβό
στης ένδοξης μητρόπολής σου τα παλάτια,
σημάδια πού καναν το Λόγο ικανό
για να μπορεί να κουβεντιάζει με τα μάτια.

Εδώ γεννήθηκεν η έννοια του τείχους,
που κλει την ένδοξη την πόλη πέρα ώς πέρα,
κάτω απ’ της λύρας του Αμφίωνα τους ήχους,
που αρμονικοί επλημμυρίζαν τον αέρα.

Της πιο μεγάλης δόξας είσαι η κοιτίδα.
Ο Ηρακλής τέκνο δικό σου και προστάτης.
Των τύμβων σου η σκιά καλύπτει με φροντίδα
την Αντιγόνη και τον κρύφιον έρωτά της.

Στη Θήβα είδε το φώς, τη δοξασμένη,
ο Διόνυσος, θεός του οίνου, της χαράς.
Κρασί! που χει τη δύναμη να ευφραίνει
και να μεθάει τα βάθη της καρδιάς.

Χαιρώνεια με τον στέρεο προμαχώνα
και με τον τύμβο των νεκρών σου νέων,
από την ένδοξη εκατόμβη του αγώνα·
τον ύπνο τους επαγρυπνά ο Λέων.

Απ’ του Επαμεινώνδα τ’ άστρο ο ουρανός σου
κι απ’ του Ισίοδου, φωτίζεται, Βοιωτία·
από τον Πελοπίδα και τον Πίνδαρό σου,
την Κόρρινα, τον Πλούταρχο, την Ιστορία.

Ένδοξη χώρα, η Ιστορία σ’ αγαπάει·
μάχεται κάθε μια καρδιά με την καρδιά σου,
γιατί το φωτοστέφανο ακτινοβολάει
του πόνου, γύρω απ’ τ’ ακριβό διάδημά σου.

enlevadeia.blogspot.com, 2011

.

Στην Ευδοξία Ελευθερίου

Ο κυνηγός που πιάνει το ελάφι
μονάχα στις μπογιές της ανασαίνει.
Του δίνει αιθέρα, λάβδανο και θειάφι.
Την πινελιά τραβάει την αγιασμένη
να σβήσει τη ζωή που πήγε στράφι
— στην όψη που ευλογεί αγριεμένη.
Κοιλοπονά, μα πώς να ξεγεννήσει
τους δράκους που την έχουνε γεννήσει.

Ταΐζει μ’ άστρα κι αίμα τα σκυλιά της
και γυάλινα τα κρύβει στις βιτρίνες.
Στην τελετή που βάφει τα μαλλιά της
τραβάει απ’ άκρη σ’ άκρη τις κουρτίνες.
Στο στήθος η παλιά δεντρογαλιά της
αόρατη δαγκώνει αιμοσφαιρίνες.
Τι σχέση εγώ, εσύ κι ο Ενδυμίων.
Ο κόσμος είναι μόνο των δημίων.

Εργάτες ταπεινοί φορώντας ντρίλι
κι εργάτριες παλιές χρυσές αράχνες
νερό της ερημίας και τριφύλλι —
τα βήματά μου ανάσαιναν στις πάχνες.
Ποτέ στη γη δεν ήταν τέτοιοι φίλοι
σαν μάρμαρο που το στολίζουν δάφνες.
Γιατί δε μας τα λέγαν όσο ζούσαν
εκείνοι που κρυφά μας αγαπούσαν ;

Ρούχα παλιά. Μυρίζει ναφθαλίνη.
Το μπάλωμα θυμίζει αστυνομίες,
κυνηγητά, συλλήψεις και στρυχνίνη,
επίφοβες παλιές αδυναμίες,
πασατέμπο, στραγάλια, ασετυλίνη,
υπεύθυνες δηλώσεις. Ατιμίες.
Γονάτισε στο Μαύρο, το δικό της,
κι ευθύς επαύθη το χερουβικό της.

Αφίσα: Παίζουν Μαυρέας-Βερώνη.
Παλτό καφέ καμηλό και λουστρίνι.
Μάλλον καστόρι παπούτσια και ζώνη.
Εγώ με καπέλο. Κρατά φιγουρίνι.
Δε διακρίνω καλά στην οθόνη.
Ο Ταρζάν. Το χαρέμι. Κοκαΐνη.
Από σκοινί, μαχαίρι και τσιγγέλι
αυτοκτονούν στα χέρια της αγγέλοι.

Δεν κλαιν μόνο τα μάτια και τ’ αυτιά μας,
τα δόντια και τα νύχια μας θρηνούνε.
Μα κλαίνε πιο πολύ τα κόκαλά μας
όταν με πόνο αργό συναντηθούνε.
Το δέρμα, oι κλειδώσεις, τα μαλλιά μας
των ουρανίων γλώσσα ομιλούνε.
Μιλούν όπως τα έπιπλα και τρίζουν
γι’ αυτό όταν κλαίνε πάντοτε ραγίζουν.

Ξερνούν οι μεθυσμένοι στα σανίδια
καρφίτσες που μαζεύει ο μαγνήτης
κι ο θάνατος φυσάει ροκανίδια.
Φυσάει χιονιάς στη ραπτομηχανή της.
Σκουλαρίκια, κολιέ και δαχτυλίδια
σ’ ένα πηγάδι ριγμένα μαζί της.
Τ’ άλογά της, τ’ άλογά της στο κρύο.
Στο κρύο, τ’ άλογά της, καφενείο.

Ένα γράμμα. Λεφτά. Κάτι που ανάβει
και σβήνει, το φτερωτό μαύρο φίδι.
Ρουμάνοι, Βούλγαροι και Γιουγκοσλάβοι
χαλίκια σπάζουν. Εκλογές. Φτιασίδι
ενός κόσμου που — Ζώ σ’ ένα καράβι
και μένει ακίνητο, σάπιο ταξίδι.
Τους πόνους ράβει και πόνους γαζώνει
και τους μοιράζει στον κόσμο για ζώνη.

Βρέχει. Σκυλί. Πλατεία επαρχίας.
Ιώδιο μυρίζει και αιθέρας.
Όλα συμπίπτουν. Σκηνές ναυμαχίας.
Τοπίο ακαθόριστης ημέρας.
Του χρόνου τα παιχνίδια κι ευτυχίας
γλυκό του κουταλιού, παλιός αγέρας
που σβήνει τόσα σπίρτα μες στο βράδυ.
Tο κόκκινο στα χείλη είναι σκοτάδι.

Γυαλί τριμμένο. Παράσταση. Χιόνι.
Σαν να ’τανε γιορτή και καρναβάλι.
Αγόρασα οινόπνευμα. Οι πόνοι
στα δόντια μου κι αξύριστος. Σπατάλη.
Ο Τσέχωφ. To πιοτό μου και τ’ αφιόνι,
τα χρέη της καρδιάς, κακό κεφάλι.
Ντύνομαι Άμλετ. Βάφομαι. Η μπέρτα
σκεπάζει ξίφος και μοτοσυκλέττα.

Διαμάντια στην καρδιά. Την πίεσή της
ο Λόρκα με τ’ αηδόνια του ανεβάζει.
( Αυτόν, πώς τον θυμήθηκα μαζί της; )
Τραγουδά: «Ένας σκύλος που σπαράζει».
Μ’ ενοχλεί που αναβλύζει η ψυχή της
πορφυρές μυρωδιές και διαβάζει
το γυάλινο ψάρι κορμί μου.
Χωρίς γυαλιά πώς να δω την ψυχή μου.

Το βράδυ την ακούω που καρφώνει
το ακουστικό επάνω στο αυτί της.
Τηλεφωνεί ξανά στην Περσεφόνη
ρωτά και ορίζει τη συνάντησή της.
Ληστείες, απεργίες (τόσοι φόνοι)
αδιαφορεί να μάθει το κορμί της.
Τα ψάρια καίγονται. Καίει το τηγάνι.
Θυσία στους αθάνατους τα κάνει.

Κάτι μου λέει. Τραυλίζει. Το στόμα
στραβώνει. Ο γιατρός απατεώνας.
Το ασθενοφόρο αργεί. Bγαίνει βρώμα
κι απ’ τα φτερά της. Χτυπάει κυκλώνας.
Τιμωρημένο δέρμα, κούφιο σώμα
περνάει από το μάτι μιας βελόνας.
Μια μέρα πριν, μου λέει τ’ όνειρό της.
Χαρά ! της λέω. Μαυρίζει το είδωλό της.

Σιρόπια, χάπια, υπόθετα, ενέσεις,
των γιατρών συνταγές, σημειώσεις.
Σ’ ένα βουνό χρειάζεται να δέσεις
το σπίτι, το δωμάτιο να σηκώσεις.
Κουμπιά, δαντέλες, κόπιτσες. Θα πέσεις.
Θα σηκωθείς. Πεθαίνοντας με δόσεις.
Θα σηκωθείς αποκεφαλισμένη
να ράβεις, να κεντάς και πεθαμένη.

Το νεκρό καφενείο, 1997