.

Η Ραπουνζέλ κουρεύτηκε, κι ας είχε συνηθίσει
Να ρίχνει τις πλεξούδες της δίχτυα και να ψαρεύει
Ποτέ της πια δεν σκέφτηκε Ανατολή και Δύση
Και πήγε για διακοπές. Μόνη στρατοπεδεύει
Στην άμμο πάνω την ψιλή, στη φάτνη των αλόγων
Εκεί, χωρίς ν’ αντιληφθεί τι ακριβώς συνέβη
Την τρύγησε ο Μέγας Παν και ο Κυανοπώγων

Ακτή-ακτή, διαδρομή που έμοιαζε φιδίσια
Θα βάλει για τα Κύθηρα και για την Κρήτη ρότα
Το τελευταίο της το ΚΤΕΛ γραμμή που αν ήταν ίσια
Θα φτανε στην Αμερική και τα σβηστά του φώτα
Της Σφακτηρίας οι νεκροί, νεκροί στο Ναβαρίνο
Για τα μεγάλα αλάδωτες κλειδώσεις γεγονότα
Το πτώμα του καλοκαιριού ποντάρει στο καζίνο

Και το φθινόπωρο πικ νικ στο Σύνταγμα, στον Κήπο
Θα κρεμαστεί στον πλάτανο κι εκεί θα ξεψυχήσει
Βουκουρεστίου, στον βουβό του ρολογιού τον χτύπο
Και μια ζωή αλλιώτικη κι αλλοτινή θα ζήσει
Μες στο ψυγείο να βουτά, βαθιά, των Δαναΐδων
Με τις μπουκιές της να μετρά τον χρόνο και την κρίση
Στην τελική διάβαση των χρυσοφόρων Μήδων

Χοροί, μονάρχες έκπτωτοι και λυσσασμένοι σκύλοι
Διασπορά, ίδια σπορά και ξεχασμένοι τρόποι
Σαν ένα λάξεμα βαθύ από αρχαία σμίλη
Το βλέμμα της απόμεινε στραμμένο στην Ευρώπη
Σιέστα να ναι; Έκσταση; Για πάντα βυθισμένη
Με το προφίλ της πάγωσε πάνω σε μια μετώπη
Και νά τη! Απ’ τα κόκαλα το βράδυ αργά να βγαίνει

Στα μέσα σύνορα, 2011

.

Είπαν ψωμί και λευτεριά, είπαν παιδεία
Μάκρυναν λίγο τα μαλλιά με συστολή
Τους βρήκε ο Φοίνικας κι από την εφηβεία
Τους πήρε απότομα, τους φόρεσε στολή
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Αλλά δεν έμοιαζε σκιά, μήτε γιορτή
Ήταν αδιάκοπη στην έρημο πομπή
Κι ήταν ασπρόμαυρη στην πόλη τους ταινία

Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν

Γήπεδα γέμιζαν και γέμιζαν πλατείες
Στου αμφιθέατρου την ξύλινη βουή
Αγώνες, χρόνια της αιχμής και αγωνίες
Γι’ αυτό που βάφτιζαν καλύτερη ζωή
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Κι ας ήταν φάρσα που μετρούσε ποσοστά
Καθώς περνούσαν απ’ το μέλλον τους ξυστά
Να νοσταλγούν την κατοχή, την εξορία

Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν

Και τότε βρήκαν ανοιχτή την ευκαιρία
Και την κυνήγησαν γιατί να της κρυφτούν;
Αν τ’ ομολόγησαν, ουκ έστιν αμαρτία
Φτηνά τα λόγια, μ’ ευκολία θα τους βγουν
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Έχτιζαν σπίτια και μεγάλωναν παιδιά
Ήταν που πέρναγε απ’ τις φλέβες στην καρδιά
Κείνο το πρόσταγμα, να ζεις μ’ ευημερία

Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν

Κι όσο τους έπλαθε η κάθε δεκαετία
Όπως το χέρι του τεχνίτη τον πηλό
Δεν πήραν πρέφα πως η τρίτη ηλικία
Τους είχε ήδη ροκανίσει το μυαλό
Για πάντα νέοι κι αν προσπάθησαν να μείνουν
H Ιστορία δεν μπορούσε να σταθεί
Βαθιές ρυτίδες, μα το τραύμα πιο βαθύ
Στο τέλος τίποτα δεν μπόρεσαν να γίνουν

Στα μέσα σύνορα, 2011

.

Παίρνει τους δρόμους η νταλίκα               Δεν θα μπορέσω να σου πω
Ότι τo χνάρι της το βρήκα                            Κι είμαι κοντά, σ’ ακολουθώ
Εδώ τελειώνει τ’ οξυγόνο                              Μα δεν το πήρες μυρωδιά
Θα ξεμακραίνω, θα ζυγώνω                         Κι άλλος μαζεύει τη σοδειά

Η τίγρη θ’ ανασάνει για λίγο πριν πεθάνει
Κι ας έχει κιόλας φύγει για το μακρύ κυνήγι

Το Danny F για τη Συρία                               Θαλασσινή μεταφορά
Σαν κιβωτός· για τα σφαγεία                       Τη ζωντανή φέρνει βορά
Μα με τα κύματα βουλιάζει                          Μες στα νερά και τη σιωπή
Της θάλασσας που δεν ξεβγάζει                 Κηλίδα κόκκινη νωπή

Και πάνω στον αφρό της, αρχαίος ταξιδιώτης
Θα βόσκει το κοπάδι σ’ υδάτινο λιβάδι

Είναι καιρός για τη θυσία                             Και το μαχαίρι σιωπηλό
Κόβει βαθιά την αρτηρία                              Και σου πουλά με το κιλό
Αυτό το σώμα το δικό σου                            Το μεσημέρι να γευτείς
Σαν γιατρικό της μαύρης νόσου                 Και σαν φαρμάκι της γιορτής

Στα μέσα σύνορα, 2011

.

Ένιωσα πάνω στ’ ακροδάχτυλα την πέτρα
Και μου ψιθύρισε στ’ αυτί: Έλα και μέτρα
Πώς λαξευτήκαμε κι οι δυο με τον καιρό
Στην όχθη σώματα, ξερά, των επιζώντων
Των γυναικών αλαλαγμοί και των γερόντων
Να ξεπλυθώ, να ξεδιψάσω δεν μπορώ

Σκόνη, φωνές, Ιρακινοί κι Αμερικάνοι
Βεβηλωμένη ιστορία. Δεν σου φτάνει
Για να μετρήσεις κατακτήσεις, κατοχή
Περιπολούν οι στρατιώτες τυμβωρύχοι
Μάχες, φαντάσματα κοιτούν από τα τείχη
Με τη ματιά τους την πανάρχαια λοξή

Πάνω στο δέρμα του φιδιού μαύρο σκαθάρι
Ήλιος κανείς ή ουρανός ν’ αποκαθάρει
Αυτό που τείνουμε να λέμε παρελθόν
Και με τα νύχια μου βαθιά την άμμο σκάβω
Και του θανάτου τ’ αναθήματα ξεθάβω
Ψιλά κτερίσματα νεκρών πολιτισμών

Ένιωσα πάνω στ’ ακροδάχτυλα τον χρόνο
Εκείνον που ζησα κι ακόμα τον στοιχειώνω
Εδώ, στην έρημο, κι εκεί, στα σκοτεινά
Κυλάει βαρύθυμος ο Τίγρης της Βαγδάτης
Σαν τη διάμετρο στον κύκλο της Εκάτης
Υπάρχουν όλα, μα δεν είναι αληθινά

Στα μέσα σύνορα, 2011