Απόστολος Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013**********

Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει
Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ’ άστρα
Μόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές
Και νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.

Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα
Μόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα
Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά
Και τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.

Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει
Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης
Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρικολάκων πόδια.

Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στύψουμε ένα σύννεφο
Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Μόνο καρτέρει μια στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος
Ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.

Μα ήταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Ήταν του Μάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Πηγή:
Αμοργός, 1943

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013

Advertisements

***

Είμαι μια στάμνα ραγισμένη
έν’ ακυβέρνητο καράβι
που χρόνια τώρα περιμένει
τη μοίρα του να καταλάβει.

Είδα καπνούς θριάμβους ήττες
και το γυμνό σπαθί του μπόγια
είδα κι αλλόκοτους προφήτες
με κούφια φουσκωμένα λόγια.

Aδιάφορα περνάν της γης τα τρένα
κανένα δεν σταμάτησε για μένα.
Μα εγώ με τα παιδιά μαζί του δρόμου
ανάσταση έχω κάνει τ’ όνειρό μου
και μέσ’ από βροχή κι ανεμοζάλη
το φως μου ακολουθώ κι όπου με βγάλει.

Τις νύχτες μελετάν οι γλάροι
των άστρων τις γεωμετρίες
κι εγώ με πήλινο λυχνάρι
για πεθαμένες ψάχνω Τροίες.

Αχ ανθρωπάκια του σωλήνα
ποτέ δεν βγήκατε ταξίδι
εκεί που ζούσε η Μπουμπουλίνα,
Ύδρα Ψαρά και Γαλαξίδι.

Από τα »Κατά Μάρκον»
Δίσκος: Αγάπη είν η ζωή, 1994

Εικονογράφηση:
Γιάννης Γαΐτης (1923-1984)

***

Πού πήγαν οι ώρες πού πήγαν οι μέρες πού πήγαν τα χρόνια
φωτιά στα Χαυτεία καπνιά στην Αιόλου βρωμιά στην Ομόνοια
ουρλιάζουν τριγύρω Φολκσβάγκεν και Φίατ Ρενώ και Τογιότα
σε λίγο νυχτώνει στους άχαρους δρόμους θ’ ανάψουν τα φώτα
κι ανθρώποι μονάχοι στην κόλαση ετούτη θα γίνουν λαμπάδα
πώς τά ’κανες  έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα

Πού πήγες Αφρούλα του ονείρου λουλούδι πού πήγες Ελένη
κρυφές αμαρτίες της άχαρης μέρας το φως δεν ξεπλένει
μονάχα πληβείοι με μάτια θλιμμένα χτυπάνε καρτέλες
στον άθλιο μισθό τους σφιχτά κολλημένοι σαν στρείδια σα βδέλλες
για ένα τριάρι για λίγη βενζίνη για μια φασολάδα
πώς τά ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα

Πού πήγες αγάπη παράδεισε πρώτε πού πήγες ελπίδα
περάσαν οι μέρες περάσαν τα χρόνια κι ακόμα δεν είδα
ατρόμητους άνδρες σοφούς κυβερνήτες μεγάλους αντάρτες
να σπάζουνε πύλες να ρίχνουνε τείχη ν’ αλλάζουν τις στράτες
κι η νύχτα να γίνει χρυσό μεσημέρι κι η μπόρα λιακάδα
πώς τά ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα

Πηγή:******************************************************************  Δ. Μούτση-Ν. Γκάτσου, Το δρομολόγιο, 1979

Εικονογράφηση: ***********************************************     Σωτήρης Σόρογκας

***

Σ’ έρημο φαράγγι σε λυκοποριά
έχασα μαντήλι μ’ εκατό φλουριά
ξόρκισα το χώμα έκανα σταυρό
πριν αποσπερώσει να τα βρω.

Τότε καρασκέρι γροίκησα μακριά
κι είδα μες στον ήλιο στην κακοπετριά
τρεις αλογολάτες με βαριά σπαθιά
και τις αλυσίδες αρμαθιά.

Τι ’ναι το κισμέτι τι ’ναι το γραφτό !
πριν το μονοπάτι πάρω να κρυφτώ
μού ’στησαν καρτέρι σε μια πατουλιά
και με κλαίγαν δέντρα και πουλιά.

Ήταν μαύρη Τρίτη μαύρο δειλινό
κι έχασα τον κόσμο και τον ουρανό
σε μεγάλο κάστρο σε βαθιά σπηλιά
με τους πεθαμένους αγκαλιά.

Ώσπου κάποιο βράδυ τρίξαν οι αρμοί
κι άστραψε στην πόρτα λυγερό κορμί
μια Βασιλοπούλα σαν τη Μαξιμώ
πού ’χε δυο φιδάκια στο λαιμό.

Πάρε, λέει, τα φίδια, βάλ’ τα στην καρδιά
και μεγάλωσέ τα σα μικρά παιδιά
τό ’να είν’ ο Δράκος τ’ άλλο ο Διγενής
άξιο τους αδέρφι να γενείς.

Κράτησα τα φίδια μες στην ερημιά
βιός μου και ρεγάλο και κληρονομιά
μού ’φερναν καρύδια γάλα και ψωμί
δίχως να γυρεύουν πλερωμή.

Κι όταν κάποια νύχτα σώπασε η φωτιά
σκάψανε του τοίχου τη ραγισματιά
βρήκαν κερκοπόρτα και πρωί πρωί
μού ’δειξαν το δρόμο στη ζωή.

Τώρα τι σ’ τα λέω τι σ’ τα μολογώ
μάθε μόνο τούτο πόμαθα κι εγώ :
αν κρατάς χρυσάφι πλούτη και φλουριά
δεν κατέχεις τι ’ναι λευτεριά.

Πηγή:
Δροσουλίτες, 1975

Εικονογράφηση:
Ηλίας Παρχαρίδης, Δρομέας του χρόνου, 2009

.

 Για τον Γιώργο Σεφέρη

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Το πέλαγο πικρό κι η γη μας λίγη
και το νερό στα σύννεφα ακριβό
το κυπαρίσσι η γύμνια το τυλίγει
το χόρτο καίει τη στάχτη του βουβό
κι ατέλειωτο του ήλιου το κυνήγι.

Κι ήρθες εσύ και σκάλισες μια κρήνη
για τον παλιό του πόντου ναυαγό
που χάθηκε μα η μνήμη του έχει μείνει
κοχύλι λαμπερό στην Αμοργό
και βότσαλο αρμυρό στη Σαντορίνη.

Κι απ’ τη δροσιά που σάλεψε στη φτέρη
πήρα κι εγώ το δάκρυ μιας ροδιάς
για να μπορώ σε τούτο το δεφτέρι
καημούς να συλλαβίζω της καρδιάς
με του παραμυθιού το πρώτο αστέρι.

Μα τώρα που η Μεγάλη φτάνει Τρίτη
κι Ανάσταση θ’ αργήσει να φανεί
θέλω να πας στη Μάνη και στην Κρήτη
με συντροφιά σου εκεί παντοτινή
το λύκο τον αητό και τον αστρίτη.

Κι άμα θα ιδείς κρυφά στο μέτωπό σου,
να λάμπει μ’ απαλή μαρμαρυγή
τ’ αλλοτινό πεφτάστερο σηκώσου
να ζωντανέψεις πάλι μια πηγή
που καρτερεί στο βράχο το δικό σου.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Πρώτη δημοσίευση, περ. Ταχυδρόμος, 1966.

.

Τη μέρα που γεννήθηκα με πήρανε τρεις γύφτοι
και στράτα στράτα μ’ έφεραν εδώ στον Ποδονίφτη
Τα σπίτια τότε φτωχικά ξεσκέπαστο το ρέμα
το γάλα ήταν όνειρο και παραμύθι η κρέμα

Μα εμένα μού ’δωσε η ζωή λαχταριστές καμπύλες
που για τους άντρες άνοιγαν των ουρανών τις πύλες
και μού ’λεγαν στενάζοντας καθώς με παίρναν πρέφα
«Εσύ κερδίζεις μάνα μου και κύπελλο Ουέφα»

Απ’ αριθμούς και γράμματα δε σκάμπαζα ούτε λέξη
κι ένα παιδί της γειτονιάς που ’χα μαζί του μπλέξει
Έπαιζε με ένα ακκορντεόν σε μια μικρή ορχήστρα
και με το ζόρι μ’ έβαλε να γίνω τραγουδίστρα

Βγήκα στο πάλκο μια βραδιά κι ω θαύμα των θαυμάτων
πάψαν των σκύλων οι φωνές κι οι τσαχπινιές των γάτων
και μού ’λεγαν οι φίλοι μου, παιδιά του εργοταξίου
«εσύ μασάς τη Μοσχολιού και τρως την Αλεξίου»

Με τον καιρό βαρέθηκα τον ακορντεονίστα
τα λόγια του μου φέρνανε και κούραση και νύστα
Έτσι λοιπόν παντρεύτηκα κάποιον συνταξιούχο
κι είχα σπιτάκι καθαρό σιδερωμένο ρούχο

Κι έμαθα σαν λησμόνησα του τραγουδιού τα φάλτσα
να φτιάχνω φίνο μουσακά και μακαρόνια σάλτσα
κι όλοι μου λέγαν σε γιορτές, σε γάμους, σε βαφτίσια
«εσύ θα γίνεις Παναγιά μια μέρα στα Πατήσια».

Μ. Χατζιδάκις, Πορνογραφία, 1982

.

Η λάμπα τρέμει στη βιτρίνα
σαν παγωμένη θεατρίνα
και στο μικρό ξενοδοχείο
έπεσε η νύχτα σα λαχείο.

Οι πόρνες κάτω από την τέντα
πιάνουν στο θάνατο κουβέντα
μα τελικά γυρνάν την πλάτη
σ’ αυτόν τον άβολο πελάτη.

Στο τρίτο πάτωμα οι λεσβίες
ακούν του δρόμου τις ρομβίες
και προσπαθούν με σάπια φίλτρα
να νιώσουν σκίρτημα στη μήτρα.

Κι εσύ που ήσουνα για μένα
σαν αποβάθρα για τα τραίνα
σε ποιο σταυρώθηκες φανάρι
μια τέτοια νύχτα του Γενάρη;

φύσα αεράκι φύσε με, 1992

.

Εγώ σ’ ανάστησα με χώμα και νερό
χελιδονάκι να
σαι μα κι αγρίμι
να σ’ έχω αλφαβητάρι στον καιρό
κι ανέσπερο καντήλι μες στη μνήμη.

Μα εσύ γυρεύοντας του ονείρου την πηγή
κοντά στων Ουρανών την Πλατυτέρα
βρήκες φτερά κι αρνήθηκες τη γη
τη σκοτεινή την πρώτη μας μητέρα.

Μ. Χατζιδάκις – Ν. Γκάτσος, Σκοτεινή μητέρα, 1986

.

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα
πες με το πρώτο σου το γάλα

Μα τώρα που ξυπνήσανε τα φίδια
εσύ φοράς τα αρχαία σου στολίδια
και δε δακρύζεις ποτέ σου μάνα μου Ελλάς
που τα παιδιά σου σκλάβους ξεπουλάς

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα
πες με το πρώτο σου το γάλα

Μα τότε που στη μοίρα μου μιλούσα
είχες ντυθεί τα αρχαία σου τα λούσα
και στο παζάρι με πήρες γύφτισσα μαϊμού
Ελλάδα Ελλάδα μάνα του καημού

Τα ψεύτικα τα λόγια τα μεγάλα
μου τα
πες με το πρώτο σου το γάλα

Μα τώρα που η φωτιά φουντώνει πάλι
εσύ κοιτάς τα αρχαία σου τα κάλλη
και στις αρενες του κόσμου μάνα μου Ελλάς
το ίδιο ψέμα πάντα κουβαλάς

Σ. Ξαρχάκος – Ν. Γκάτσος, Ρεμπέτικο, 1983

.

Ακούστε τώρα την ιστορία του Κεμάλ,
ενός νεαρού πρίγκιπα της Ανατολής,
απόγονου του Σεβάχ του Θαλασσινού,
που νόμισε ότι μπορεί ν’ αλλάξει
τον κόσμο. Αλλά, πικρές οι βουλές
του Αλλάχ και σκοτεινές οι ψυχές
των ανθρώπων. . .

.

Στης Ανατολής τα μέρη
μια φορά κι έναν καιρό
ήταν άδειο το κεμέρι,
μουχλιασμένο το νερό.

Στη Μοσούλη στη Βασόρα
στην παλιά τη χουρμαδιά
πικραμένα κλαίνε τώρα
της ερήμου τα παιδιά.

Κι ένας νέος από σόι
και γενιά βασιλική
αγροικάει το μοιρολόι
και τραβάει κατά κει.

Τον κοιτάν οι Βεδουίνοι
με ματιά λυπητερή
κι όρκο στον Αλλάχ τους δίνει
πως θ’ αλλάξουν οι καιροί.

.

Σαν ακούσαν οι αρχόντοι
του παιδιού την αφοβιά
ξεκινάν με λύκου δόντι
και με λιονταριού προβιά.

Απ’ τον Τίγρη στον Ευφράτη
κι απ’ τη γη στον ουρανό
κυνηγάν τον αποστάτη
να τον πιάσουν ζωντανό.

Πέφτουν πάνω του τα στίφη
σαν ακράτητα σκυλιά
και τον πάνε στον Χαλίφη
να του βάλει την θηλειά.

Μαύρο μέλι μαύρο γάλα
ήπιε κείνο το πρωί
πριν αφήσει στην κρεμάλα
τη στερνή του την πνοή.
.

Με δυο γέρικες καμήλες
μ’ ένα κόκκινο φαρί
στου παράδεισου τις πύλες
ο Προφήτης καρτερεί.

Πάνε τώρα χέρι χέρι
κι είναι γύρω συννεφιά
μα της Δαμασκού τ’ αστέρι
τους κρατούσε συντροφιά.

Σ’ ένα μήνα σ’ ένα χρόνο
βλέπουν μπρoς τους τον Αλλάχ
που απ’ τον ψηλό του θρόνο
λέει στον άμυαλο Σεβάχ:

Νικημένο μου ξεφτέρι
δεν αλλάζουν οι καιροί
με φωτιά και με μαχαίρι
πάντα ο κόσμος προχωρεί.

.

Καληνύχτα, Κεμάλ. Αυτός ο κόσμος
δε θ’ αλλάξει ποτέ.
Καληνύχτα. . .

.

Μ. Χατζιδάκις – Ν. Γκάτσος, Αντικατοπτρισμοί, 1993 (1986)