Σπύρος Παπαλουκάς, Το χωριό Καμμένο, Αχρονολόγητο

***

Πάνινα τα βουνά μέσα στην πάχνη
που τ ανεμίζει αύρα της θαλάσσης
και πλαταγίζουν στον λαμπρόν αιθέρα.
Σκουφάκια του χιονιού και μαύρα δάση

πλαγιές-καπούλια μουλαριών σφυρά και χαίτες
και οι οπλές των γεφυριών βαριές στο χώμα
αδιάβατα απάτητα γιοφύρια
ν’ ακούς βαθιά στην ερημιά το κλάμα της χτισμένης.

Ν ακούς τα φρένα μιας βαριάς νταλίκας
που πάει ντουγρού για τη μετωπική της
με μαύρο Fiat νευρικό και πειραγμένο
σφήνες και προσπεράσματα κι εντέλει σφηνωμένο

ανάμεσα στους μπροστινούς τροχούς.
Κι ο οδηγός παιδί που πάτησε διπλή γραμμή
και πάει γραμμή για του Αχέροντα τα μέρη
μέσα σε τόσην ομορφιά που αλλού κοιτάζει.

Ποτάμια που κυλούν όπως κυλούσαν
και πέστροφες αμέτοχες στο δράμα
ρίζες τυφλές που μπήγονται στο χώμα
κοτσύφια που περνάνε και σφυρίζουν

κι αηδόνια αηδόνια λιγοθυμισμένα
και χάρτινα βουνά μέσα στην πάχνη
που τα φυσάει ο δριμύς Θρηίκιος
και σχίζονται μεριές μεριές και φρίσσουν

και φαίνεται το στίλβον χάος από πίσω
για ποιαν αγκάλη μου μιλάς για ποια μητέρα
η φύση είναι θεία μας κατά Καρούζον
μια θεία τριχωτή και ψηλομύτα θα έλεγα

αλλά με πόσες τύψεις και με τον πόνο ενός παιδιού
…………………………………που δεν ξεχνά
τα ρόδια που το τάιζε τα μήλα στην ποδιά της
κι ένα κλωνί βασιλικό ανάμεσα στα στήθη.

                                                στον Στέλιο Χαραλαμπόπουλο

Πηγή:
Άψινθος, 2012

Εικονογράφηση:
Σπύρος Παπαλουκάς, Το χωριό Καμμένο, Αχρονολόγητο

Advertisements

Αλίκη Παππά, Bear swarm, 2010

***

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς βραστός με αραιό χαρμάνι.
Χιόνισε ζάχαρη Ζαχάρω και Σοχό
μα στο Ντομπρίνοβο του Σκουρογιάννη
(Ντουμπρίνοβο το λεν οι χωριανοί
κι ας γράφουν οι ταμπέλες Ηλιοχώρι)

αρκούδες άυπνες αλλάζανε πλευρό
και δέρνονταν τα φίδια στο Ζαγόρι.
Νύσταξε κι η αρκούδα του Χατζή
μα πώς να κοιμηθεί με πανωφόρι

αφού τη γούνα της να βγάλει δεν μπορεί
κι ας λιώνει από τη ζέστη η καημένη
γραμμένο της στο Γράμμο να καεί
κι όχι στα γουναράδικα γδαρμένη.

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς πικρός σε πλαστικό κουπάκι.
Το ’στρωσε θάνατο στη χώρα του χαμού
ετούτο το μακρύ καλοκαιράκι.

                                                 στη Ζυράννα Ζατέλη

Πηγή:
Άψινθος, 2012

Εικονογράφηση:
Αλίκη Παππά, Bear swarm, 2010

 ganas

***

ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΥΒΡΕΩΣ

Καμμιά εκατοστή χρόνια πριν, ένας σπουδαίος Ευρωπαίος, ο Ούγκο φον Χόφμαννσταλ, έγραφε ότι ο δημιουργός δυο πράγματα έχει ανάγκη. Το πρώτο είναι να πείσει τους ομότεχνούς του και τους κριτικούς. Το δεύτερο, ν’ αγγίξει το ευρύ κοινό. Ο Μιχάλης Γκανάς τα έχει πετύχει και τα δυο. Απέσπασε τον έπαινο και του Δήμου και των Σοφιστών. Κατάφερε να είναι περίοπτος χωρίς να γίνει ρηχός. Με τα ποιήματα, τα πεζά, τους στίχους του κατόρθωσε να γίνει δημοφιλής αλλά την ίδια στιγμή παρέμεινε μέγεθος σεβαστό και για τους πιο καχύποπτους από τους κριτικούς μας. Είπαν γι’ αυτόν, και έχουν δίκιο, ότι είναι ο τελευταίος από τους ποιητές μας εν ζωή που κατόρθωσε να μπει στον Κανόνα, αυτή την ακατάδεκτη λέσχη των κορυφαίων.

Ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου του (Άψινθος, Μελάνι 2012) παραπέμπει στις σελίδες της Αποκάλυψης, στο δυσοίωνο εκείνο αστέρι που είναι να πέσει από τον ουρανό για να πικράνει τους ποταμούς και να μολύνει «τας πηγάς των υδάτων». Αλλά και στο φυτό αψιθιά, απ’ όπου το αψέντι, ποτό απαγορευμένο ώς πρόσφατα σχεδόν, για τις παραισθησιογόνες του ιδιότητες. (Λένε ότι ο βαν Γκογκ έκοψε το αυτί του όντας υπό την επήρειά του.)

Ο/Η Άψινθος είναι ποίημα συνθετικό. Ισχύει συνεπώς και γι’ αυτό ό,τι ισχύει για την άλλη σύνθεση του Γκανά, την Παραλογή, αλλά και για όλες τις κατορθωμένες συνθέσεις: η αξία του όλου υπερτερεί εκείνης του αθροίσματος των μερών. Στο πρώτο τμήμα του βιβλίου, ο Γκανάς μάς αφηγείται αποσπασματικές στιγμές του Αρμαγεδδώνα: την καταιγίδα που έρχεται, την όξινη βροχή, το τελευταίο χορτάρι, τον έσχατο άνεμο, τη διαβρωτική απληστία των πολλών, το αλάφιασμα της πυρκαγιάς. Με ένα μοντάζ σχεδόν κινηματογραφικό, παραθέτει εικόνες της ύβρεως: «Ποτάμια που κυλούν όπως κυλούσαν / και πέστροφες αμέτοχες στο δράμα / ρίζες τυφλές που μπήγονται στο χώμα / κοτσύφια που περνάνε και σφυρίζουν // κι αηδόνια αηδόνια λιγοθυμισμένα / και χάρτινα βουνά μέσα στην πάχνη / που τα φυσάει ο δριμύς Θρηίκιος / και σχίζονται μεριές μεριές και φρίσσουν // και φαίνεται το στίλβον χάος από πίσω / για ποιαν αγκάλη μου μιλάς για ποια μητέρα«.

Το θέμα του ποιήματος είναι παμπάλαιο: η κατακυριάρχηση της φύσης από τον άνθρωπο. Ο κόσμος που μας περιγράφει είναι αυτός της βιβλικής επαγγελίας: «…πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής». Όμως χωρίς εξωραϊσμούς. Εξόριστοι από την Εδέμ, αυτή είναι η ιστορία που μας αφηγείται ο Γκανάς, οι γόνοι του Αδάμ και της Εύας κατακτούν πράγματι τη γη, όχι όμως ως πρόσφυγες που αναζητούν άσυλο, αλλά ως σφετεριστές, αδιάφοροι αν την αφανίζουν.

Μολονότι βίβλος αποκαλύψεως, το έργο δεν κλείνει απαισιόδοξα. Τον κύκλο του θανάτου συμπληρώνει διαλογικά ο κύκλος της αγάπης: πέντε ποιήματα επιτάφια ή ερωτικά, γραμμένα για τους προσφιλείς, εξίσου πένθιμα όμως. Ίσως γιατί και η Αγάπη τον καιρό της Απειλής δεν μπορεί παρά να μοιάζει με το πένθος.

Με το τελευταίο του βιβλίο ο Γκανάς, πρέπει να τονιστεί, γράφει ποίηση δημόσια, όχι ιδιωτική. Το ποιητικό εγώ, κι ας αχνοφαίνεται συχνά, υποχωρεί για να δώσει φωνή στο καίριο και το ώριμο, πάει να πει στο ζητούμενο του καιρού και της ώρας. Και ζήτημα μεγαλύτερο από τη βεβήλωση του πλανήτη αυτη τη στιγμή δεν υπάρχει. Εμπρός του, και αυτός ο εφιάλτης της οικονομικής κατάρρευσης φαντάζει ψυχαγωγικό ενύπνιο.

Ο Γκανάς εμμένει σε μια γλώσσα ποιητική ανοιχτή, μια γλώσσα οικεία, απέριττη και άμεση που περικλείει, δεν αποκλείει τον αναγνώστη. Μας θυμίζει έτσι ότι στις μεγάλες της στιγμές η ελληνική ποίηση ήταν ταυτόχρονα η τέχνη του Εγώ και του Εμείς, του ανθρώπου και του φυσικού κόσμου. Και μας υποδεικνύει έναν δρόμο ώστε αυτή πάλι σήμερα να αφήσει πίσω της την αυτάρεσκη  ιδιώτευση των τελευταίων δεκαετιών και να επανέλθει εκεί που ανήκει: στην Πολιτεία και την Αγορά.

Κώστας Κουτσουρέλης
Εφημερίδα των Συντακτών, 20.1.2013

* * *

Ο Μιχάλης Γκανάς γεννήθηκε στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944. Από το 1962 ζει και εργάζεται στην Αθήνα, όπου ήρθε για να σπουδάσει νομικά. Βιβλιοπώλης για μια δεκαπενταετία, συνεργάστηκε αργότερα με την κρατική τηλεόραση ως επιμελητής λογοτεχνικών εκπομπών και σεναριογράφος. Από το 1989 είναι κειμενογράφος σε διαφημιστική εταιρεία. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες, ενώ στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από γνωστούς Έλληνες και ξένους συνθέτες: Μ. Θεοδωράκης, Ν. Μαμαγκάκης, Ν. Ξυδάκης, Δ. Παπαδημητρίου, Ν. Κυπουργός, G. Bregovic, A. Dinkjian κ.ά. Μετέφρασε τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη για το Θέατρο Τέχνης – Κάρολος Κουν και τους «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου για το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Πατρών. Το 1994 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το βιβλίο του «Παραλογή». Τον Δεκέμβριο του 2011 τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.

Πηγή:
biblionet.gr

.

Στον Θεόφιλο Σωτηρίου

Πνιγμένος τόσα χρόνια κ’ είσαι πάντα
μπηγμένος αχινός στον ουρανό σου.
Περνούσε χθες επάνω στο κανό σου
άηχη των Φιλιατών η μπάντα.

Στη θάλασσα, στο χώμα θα ’ταν ίδια
άσπρα τα κόκκαλά σου και γλειμμένα.
Όλα βουβά και όλα μιλημένα,
λόγια μου λυπημένα κατοικίδια.

Το χέρι που στα φύκια σ’ έχει ρίξει,
να το ’κοβα ψηλά μ’ ένα δρεπάνι,
ο κόσμος σα μυλόπετρα να τρίξει,

να βγουν απ’ το θεόρατο τηγάνι,
τα ψάρια του καλόγερου και πίσω
την πόρτα ανάμεσά μας να μην κλείσω.

Μαύρα λιθάρια, 1981

.

1. Βγάλαν απ’ τ’ άλογά μας τα μπουζί
πηγαίνουμε κι ερχόμαστε πεζοί.

2. Μας πήραν το κεντρί με νυχοκόπτη
να μη μας ενοχλεί στην πολυθρόνα.

Ακάθιστος Δείπνος, 1994

.

Είναι φορές που χωρίς αφορμή,
κάτι γιορτάζει βαθιά στο κορμί,
και ξαναβλέπεις το φως,
σαν να
σουν χρόνια τυφλός.
Κι ένας αέρας ζεστός
γιασεμιά φορτωμένος,
φυσάει βουρκωμένος.

Είναι φορές που δεν ξέρω γιατί
κάτι νυχτώνει βαθιά και πενθεί
και δε σου κάνει κανείς
κι όπως γυρεύεις να βρεις
λίγο λευκό να πιαστείς
γιασεμί στο σκοτάδι
σαν άστρο ανάβει.
Λευκό μου γιασεμί
μη νυχτώσεις.

Είναι φορές που χωρίς αφορμή,
μέσα μου τρέμει μια ξένη φωνή,
που μου θυμίζει στιγμές
από παλιές μου ζωές
και ένας αέρας ζεστός
γιασεμιά φορτωμένος,
φυσάει βουρκωμένος.
Λευκό μου γιασεμί,
μη νυχτώσεις.

Για τη συνήθεια του έρωτα, 1997

.

Μια μάνα γύρευα να βρω
μ’ εννιά μαχαίρια στο πλευρό
και με τη μια της κόρη.

Τη βρίσκω στα βασιλικά
σε πέντε όνειρα κακά
και μες στα καρυοφύλλια.

Να ’πιανε μια νεροποντή
να ξύπναγε τον Κωνσταντή
να πάει βρεγμένος σπίτι.

Να του φορέσει τα στεγνά
να τον μαλώνει σιγανά . . .

Παραλογή, 1993

.

Βρέχει σε όλες τις γυναίκες
που αγάπησα
ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΣΤΑΘΙΑΔΗΣ

Έπεφτε το κορμάκι σου και το ’χτιζα με χάδια
την ώρα που ’σβησε το φως
κι άναψαν τα σκοτάδια

Είδα το μαύρο που ’κρυβες
με σάρκα και με δέρμα
κι ανάμεσα στα δόντια σου το «σ’ αγαπώ» σαν κέρμα

Τρόμαξα κι άναψες το φως, η νύχτα έκανε πίσω
σα φίδι που δεν πρόλαβα
καλά να το χτυπήσω

Κι άφησε στο σεντόνι μας
το μαύρο της το ντύμα,

όλο το βράδυ πάσχιζα να κόψω αυτό το νήμα.

Γυάλινα Γιάννενα, 1989

.

Κάθεται μόνος
και καθαρίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι.
Κανείς δε θά ’ρθει και το ξέρει,
κλείσαν οι δρόμοι από το χιόνι, σαν πέρυσι,
σαν πρόπερσι, Χριστούγεννα και πάλι
και τα ποτά κρυώνουν στο ντουλάπι.
Το τσίπουρο στυφό, το ούζο γάλα
και το κρασί ραγίζει τα μπουκάλια.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη.

Κάθεται μόνος του δίπλα στο τζάκι,
δεν πίνει, δεν καπνίζει, δε μιλάει.
Στην τηλεόραση χιονίζει,
το στρώνει αργά στο πάτωμα και στο τραπέζι
και στις παλιές φωτογραφίες,
γνώριμα μάτια των νεκρών,
που τον κοιτάζουν απ’ το μέλλον.
Εκείνη τρία χρόνια πεθαμένη
και μόνο το δικό της βλέμμα
έρχεται από τα περασμένα.

Κοντεύουνε μεσάνυχτα
και καθαρίζει τ’ όπλο του απ’ το πρωί.
Πώς να του πω «Καλά Χριστούγεννα»,
ευχές δε φθάνουν ώς εδώ,
δρόμοι κλεισμένοι, τηλέφωνα κομμένα,
η σκέψη αρπάζεται απ’ το κλαδί της μνήμης,
μα να τρυπώσει δεν μπορεί στη μοναξιά του.
Μια μοναξιά που χτίστηκε σιγά σιγά
μ’ όλα τα υλικά και δίχως λόγια.

Κοντεύουνε ξημερώματα κι ακόμη
γυαλίζει τ’ όπλο του δίπλα στο τζάκι
με αργές κινήσεις σα να το χαϊδεύει.
Μένει στα δάχτυλα το λάδι
αλλά το χάδι χάνεται.
Θυμάται κυνηγετικές σκηνές
με αγριογούρουνα και χιόνια ματωμένα,
πριν γίνει θήραμα κι ο ίδιος
στην μπούκα ενός κρυμμένου κυνηγού,
που τον παραμονεύει αθέατος
αφήνοντας να τον προδίδουν κάθε τόσο
πότε μια λάμψη κάνης,
πότε μια κίνηση στις κουμαριές
κι η μυρωδιά απ’ το βαρύ καπνό του.
Ξέρει καλά ότι κρατάει
μακρύκανο παλιό μπροστογεμές
γεμάτο σκάγια και μπαρούτι μαύρο.
Όταν αποφασίσει να του ρίξει
δε θα προλάβει πάλι να τον δει
πίσω απ’ το σύννεφο της ντουφεκιάς του.

Αν σκέφτεται στ’ αλήθεια κάτι τέτοια,
και δεν τον τιμωρώ εγώ μ’ αυτές τις σκέψεις,
πώς να πλαγιάσει και να κοιμηθεί.
Λέω να γίνω πατέρας του πατέρα μου,
ένας πατέρας που του έτυχε
σιωπηλό και δύστροπο παιδί,
και να του πω μια ιστορία
για να τον πάρει ο ύπνος.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά πάρε και τον πατέρα…

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε και τον πατέρα· απ’ τις μασχάλες πιάσ’ τονε
σα νά ’ταν λαβωμένος. Όπου πηγαίνεις τα παιδιά
εκεί περπάτησέ τον, με το βαρύ αμπέχωνο
………………………….στις πλάτες του ν’ αχνίζει.

Δώσ’ του κι ένα καλό σκυλί
και τους παλιούς του φίλους, και ρίξε χιόνι ύστερα
άσπρο σαν κάθε χρόνο. Να βγαίνει η μάνα να κοιτά
από το παραθύρι, την έγνοια της να βλέπουμε
στα γαλανά της μάτια, κι όλοι να της το κρύβουμε
………………………….πως είναι πεθαμένη.

Ύπνε που παίρνεις τα παιδιά
πάρε κι εμάς μαζί σου, με τους ανήλικους γονείς,
παιδάκια των παιδιών μας. Σε στρωματσάδα ρίξε μας
μια νύχτα του χειμώνα, πίσω απ’ τα ματοτσίνορα
ν’ ακούμε τους μεγάλους, να βήχουν, να σωπαίνουνε,
να βλαστημούν το χιόνι. Κι εμείς να τους λυπόμαστε
που γίνανε μεγάλοι και να βιαζόμαστε πολύ
να μοιάσουμε σ’ εκείνους, να δούν πως μεγαλώσαμε
………………………….να παρηγορηθούνε.

Γυάλινα Γιάννενα, 1989

.

Έλα να πάμε στα καμένα
στον Υμηττό και στην Αυλώνα
πουλιά και πεύκα συλλογίσου
ενός καμένου παραδείσου
Δέντρα που ήτανε φαντάσου
και στη σκιά τους ξεκουράσου

Έλα και πάρε με μαζί σου
στην κυριακάτικη εκδρομή σου
βγάλε με στο χλωρό κορμί σου
στις εκβολές του παραδείσου

Έλα να πάμε στα καμένα
δε μας χωράει πια το σπίτι
Έρχονται δύσκολες ημέρες
μουτζουρωμένες σα Δευτέρες
Έρχονται φλόγες απ’ τα δάση
και μια Φωτιά να μας δικάσει
μέσα στο πύρινό της χνώτο
από τον έσχατο ώς τον πρώτο

Έλα και πάρε με μαζί σου
στην κυριακάτικη εκδρομή σου
βγάλε με στο χλωρό κορμί σου
στις εκβολές του παραδείσου

Έλα να βγούμε από το σπίτι
ξανά σε δρόμους και πλατείες
Πάρε και τα παιδιά μαζί σου
εδώ, στο χείλος της Αβύσσου
Κι άφησε μόνη στο τραπέζι
την τηλεόραση να παίζει
Να δείχνει έγχρωμο τον πόνο
δίπλα σ’ ένα φιλέτο τόνο
Να δείχνει φονικά και φλόγες
τσόντες πολιτικούς και ρώγες
ενώ εμείς θα
χουμε φτάσει
στο σταυροδρόμι του εξήντα

Με τα παιδάκια μας στον ώμο
για να μας δείχνουνε το δρόμο

Λ. Μαχαιρίτσας – Μ. Γκανάς, Ρίξε κόκκινο στη νύχτα, 1993

.

Σ’ ακούω που περνάς τα μεσημέρια
αλάτι κουβαλώντας νοτισμένο
κι όπως χτυπούν τα πέταλα στις πέτρες,
μυρίζει θειάφι ο πικρός αέρας.

Σ’ ακούω που περνάς τους λαβωμένους
με τις πληγές τους σταυρωτά στο στήθος,
δεμένους με τριχιές κι άλλους με σύρμα,
τον Κωνσταντή στο ίδιο του το αίμα.

Σ’ ακούω τον όρθρο που οι παπάδες ψέλνουν
κι είναι βουβές στον ύπνο μου οι καμπάνες,
μ’ ένα ραβδί, τυφλός, να ζητιανεύεις
κι αχνίζει απ’ τα μαλλιά σου μαύρο αίμα.

Στους ουρανούς δεν πάει σαν το λιβάνι,
στα σύρματα κουρνιάζει, στις κολόνες,
γκρίζο πουλί με κόκκινα ποδάρια,
που κρυφακούει τα φοβερά μαντάτα.

Γυάλινα Γιάννενα, 1989

.

στη μάνα

Τα χέρια σου τα κέρινα
η Παναγιά εκράτει.
Χιόνιζε στα σεντόνια σου
και σ’ όλο το κρεβάτι.

Η κόκκινη λιανή γραμμή
του πλαστικού σωλήνα,
από τη φανερή πληγή
σαν ποταμάκι εκίνα.

Κι έφευγαν απ’ τα μάτια σου
σκιαγμένα τα τρυγόνια
και μ’ έφερναν σ’ άλλους καιρούς
και στα μικρά μου χρόνια.

Μικρά πολύ πικρά πολύ
χτισμένα γύρα γύρα
και μόνο από τη χούφτα σου
σπυρί χαράς επήρα.

Γυάλινα Γιάννενα, 1989

234


Όλη τη νύχτα
περνούσες μοναχή σου
παλιό γεφύρι

Κι εγώ χτισμένος στ’ όνειρο
έτρεμα μην ξυπνήσω.

.

Ψηλή γυναίκα
μου ρίχνεις τον ίσκιο σου
και σουρουπώνω.

Πηγάδι γίνομαι βαθύ
και με πονάνε τ’ άστρα.

.

Κλείσε τα μάτια
να ξαναδώ τον κόσμο
με τα δικά μου.

Βλέπω κλεισμένα βλέφαρα
και τσίνορα που τρέμουν.

Παραλογή, 1993