.

Ταξίδια κάνω με το νου, όπως ο Καββαδίας,
ο Ποσειδών στη θάλασσα στον Όλυμπο ο Δίας.
Όταν η γεύση μου πικρή είναι της αηδίας,
παίζω ξανά σενάρια αρχαίας τραγωδίας.

Στην Αλεξάνδρεια γυρνώ φάντασμα του Καβάφη
και το σεντόνι το λευκό το αίμα μου θα βάφει,
να γίνει κατακόκκινο στο πάτωμα να γράφει.
«Στις εμμονές, στους φόβους σου κάνε μεγάλο ράφι».

Ακούω μελοποίηση σε στίχους του Σεφέρη,
όσα δεν φέρνει μια ζωή μία στιγμή θα φέρει.
Μέσα από μια «αφήγηση», που ανάθεμα αν ξέρει
κανείς ότι την έγραψε με δακρυσμένο χέρι.

Και φτάνω με πυρίμαχη στολή σαν τον αλήτη,
σε ώρα ηλιοβασίλεμα να ψάξω τον Ελύτη.
Αυτόν που Αιγαίο μετάλαβε και τώρα ίσως πλήττει,
να είναι σε σταυρόλεξα για ειδικευμένο λύτη.

Χέρι μου έκρυψες το φως πάνω απ’ το γιατάκι,
για να μαυρίσει η σκηνή να δω τον Καρυωτάκη.
Στην Πρέβεζα μεσάνυχτα σπασμένο στρατιωτάκι
που παίζει ένας πιτσιρικάς σε χάρτινο κουτάκι.

poein.gr, 2007