.

Κάθεται όρθιος και καπνίζει στη στροφή
γέρνει και κάνει δοκιμή να δει την κλίση
χρόνο ζητάει για ν’ αυτοσυγκεντρωθεί
κι αμέσως ύστερα λιγάκι να ηρεμήσει.

Του αφέτη ακούγεται συρτό το πρώτο σήμα
δένει σφιχτά το μαύρο κράνος και τα γάντια
κλείνει τη φόρμα, πλησιάζει βήμα-βήμα
πάνω στην άσφαλτο στυλώνονται τα μάτια.

Τη μίζα γύρισε και το θεριό βρυχάται
τέρμα τα γκάζια, ανεβαίνει η αδρεναλίνη
καμένο λάστιχο ανασαίνει και θυμάται
στα δυο του χέρια της ζωής του η ευθύνη.

Δέκα χιλιάδες οι στροφές απ’ το μοτέρ του
και πλησιάζει στο μηδέν τον διπλανό του
έπιασε κόκκινο η βελόνα στο κοντέρ του
στρίβει, πλαγιάζει κι ακουμπά το γόνατό του.

Ορμούν μαζί κι οι δυο στην τελική ευθεία
στο βάθος φαίνεται το τέρμα κι η σημαία
άλλο ένα στοίχημα στης κόντρας τη μαγεία
φτάνει στο τέλος με μια νίκη σιαμαία.

Κανείς δεν κέρδισε, κανείς δεν έχει χάσει
μια διαδρομή μονάχα είναι το έπαθλό του
κανείς δεν μπόρεσε ποτέ του να προφτάσει
να δει στα μάτια ζωντανό τον εαυτό του.

Περνάει το τέρμα και κρεμάστηκε στα φρένα
μα το σκαρί του έχει πιάσει το σφυγμό του
στιγμή δεν κόβει και χιμάει στα βρεγμένα
τα μονοπάτια τ’ ουρανού και στο κενό του.

Γεμάτοι έκπληξη κοιτούν οι θεατές του
πάνω στ’ αστέρια ένα μαύρο καβαλάρη
απομακρύνονται οι καπνοί απ’ τις φωτιές του
κι εκείνος βγάζει και πληρώνει το βαρκάρη.

geocities.com/enosieve, 2000