Απόστολος Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013**********

Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει
Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ’ άστρα
Μόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές
Και νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.

Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα
Μόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα
Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά
Και τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.

Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει
Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης
Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρικολάκων πόδια.

Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στύψουμε ένα σύννεφο
Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Μόνο καρτέρει μια στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος
Ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.

Μα ήταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Ήταν του Μάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Πηγή:
Αμοργός, 1943

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013

Τόνια Ανδριώτη_οικογενειακος-περιπατος ΙΙ_2013

***
Παλμός και ρίγος. Ιαχές. Πάλη.
Νίκη ή ήττα. Λήθη. Και πάλι
παλμός και ρίγος. Ιαχές. Πάλη.
Νίκη ή ήττα. Λήθη πάλι.

Και δεν γνωρίζεις αν είναι άλλοι
οι νικηταί κι οι νικημένοι άλλοι.
Και όλ’ αυτά για μια ζωή άλλη,
μεγάλη και καλύτερη. Άλλη. Άλλη.

Για μια ζωή χωρίς τη ζάλη
από του χρόνου τη σπατάλη.
Χωρίς της τύχης την κραιπάλη.

Χωρίς το φόβο τι θα βγάλει
η μνήμη ή το αύριο. Γι’ άλλη
ζωή. Καλύτερη. Άλλη. Άλλη.

Πηγή :
Άλλοτε και Αλλού, 1966

Εικονογράφηση :
Τόνια Ανδριώτη, Οικογενειακός περίπατος ΙΙ, 2013

Δημήτρης Αληθεινός_Χωρίς τίτλο_1971

***

Οι Έλληνες αποσύρθηκαν !  Ιαχές ουρανομήκεις
ας φθάσουν ως τον Άρη, τον προστάτη μας θεό,
εμάς των Τρώων. Σχεδόν δεν είναι πιστευτό
πως, έτσι, απότομα, οι μέρες ετελείωσαν της φρίκης.

Οι Έλληνες αποσύρθηκαν !  Άφησαν μάλιστα κι αυτό
εδώ το ενθύμιο, τον ίππο. Υψηλός, επιμήκης,
τεράστιος, στην πόλη ας μείνει σύμβολο αιώνιο της νίκης
μας της μεγάλης. Μέσ’ ας τον σύρουμε. ( Κι ας φώναζε

−κακό πάντα στο νου του έβαζε αυτός− ο γέροντας
ιερέας μας: «Φοβού τους Δαναούς και δώρα φέροντας».
Να παρασύρει μερικούς στη δυσπιστία του είχ’ επιτύχει
αλλά, ευτυχώς, από τις περιπτύξεις των φιδιών πέθανε 
________ασπαίροντας ).

Εμπρός !  Τώρ’ ας κυλήσουμε τον ίππο μες στα τείχη.
Τι τύχη που έφυγαν οι Έλληνες !  Τι τύχη !

Πηγή :
Ένδον, 1960

Εικονογράφηση :
Δημήτρης Αληθεινός, Χωρίς τίτλο, 1971

Κυριακή Μαυρογεώργη_ Be good_2012

***

σε γλώσσα καθαρεύουσα

. . . Κρατώ την μνήμην
διαρκούς αδυναμίας: ότι ερήμην
της θελήσεώς μου έχουν συντελεσθεί
τα γεγονότα του βίου μου. Ότι ήμην
αμέτοχος της προετοιμασίας τους κι ετοίμην
εύρισκα την διαδοχήν τους, την ευπαθή.

Πηγή :
Ένδον, 1960

Εικονογράφηση :
Κυριακή  Μαυρογεώργη, Be good, 2012

Στέφανος Καμάρης_Δούρειος Ίππος_Ξύλο από κορνίζες_2011

***

Έχει πολλά να θυμηθεί απ’ τη ζωή του !
( Όσα ίσως κανείς θνητός ). Η γοητεία
της Κίρκης βαραίνει την ανάμνησή του.
Κι όταν έφυγε απ’ την Κίρκη, η τρικυμία.

Εκινδύνεψε πολλές φορές. Μα η πανουργία
( και η τύχη ) τον οδήγησαν σώο στο νησί του.
Ο Πολύφημος, τυφλός, ωρύεται. Η κραυγή του
ακόμα του φέρνει αγωνία.

Στη μνήμη του έρχονται του γυρισμού του
οι περιπέτειες και οι δόλοι. ( Του παλατιού του
γαλήνιος απλώνεται εμπρός του τώρα ο κήπος ).

Ξάφνου ταράζει την καρδιά του χτύπος
μεγάλος. Το φοβερό τέχνασμα του νου του
ιδού :  ο Δούρειος ίππος.

Πηγή :
Ορφεύς, 1958

Εικονογράφηση :
Στέφανος Καμάρης,  Δούρειος ίππος, 2011

Στέφανος Ρόκος, Η φύση 2, 2008

***

Σ’ όσα, χθες βράδυ, έζησα με πάθος
ο ύπνος τη θύμηση έδεσε σφιχτά.
Και τώρ’ από του είναι μου το βάθος,
που μόλις αρχινάει και ξυπνά,

ξανάρχονται στο νου μου βιαστικά
όσα, χθες βράδυ, έζησα με πάθος.
Όλα σωστά. Κανένα λάθος.
Το ένα γεγονός ακολουθά

το άλλο, όπως ακριβώς και χθες . . .
Αλλ’ έχει αναμορφώσει τις σκηνές
κάποια του ύπνου ανεξιχνίαστη πράξη :

έχει αδιόρατα τονίσει μερικές.
Τόσο, που αν και κρατούν την ίδια τάξη,
κάτι πολύ έχει αλλάξει απ’ αυτές.

Πηγή:
Χωρίς τίτλο, 1956

Εικονογράφηση:
Στέφανος Ρόκος, Η Φύση 2, 2008

Άγγελος Σπάρταλης_Νίκη της Σαμοθράκης_2012

***

Το ακέφαλο άγαλμα, στημένο
στη μέση της αίθουσας κοιτάζω.
Απ’ τα πόδια ώς το λαιμό, σπουδάζω
τις λεπτομέρειες: το λυγισμένο

κάπως γόνατο, το τεντωμένο
χέρι, τους μυς του στήθους. Αλλάζω
θέση κι απόσταση. Θαυμάζω
στο σύνολο το σώμα. Και προσμένω

από τη μια στιγμή ώς την άλλη
(της φαντασίας η δύναμη μεγάλη
όταν σε τούτο η τέχνη βοηθεί),

ασύγκριτα προσθέτοντας κάλλη,
στη θέση, απ’ όπου λείπει, να φανεί
υπέροχο, απολλώνειο, το κεφάλι.

Πηγή:
Σονέττα, 1953

Εικονογράφηση:
Άγγελος Σπάρταλης,  Νίκη της Σαμοθράκης, 2012

 

Σπύρος Παπαλουκάς, Το χωριό Καμμένο, Αχρονολόγητο

***

Πάνινα τα βουνά μέσα στην πάχνη
που τ ανεμίζει αύρα της θαλάσσης
και πλαταγίζουν στον λαμπρόν αιθέρα.
Σκουφάκια του χιονιού και μαύρα δάση

πλαγιές-καπούλια μουλαριών σφυρά και χαίτες
και οι οπλές των γεφυριών βαριές στο χώμα
αδιάβατα απάτητα γιοφύρια
ν’ ακούς βαθιά στην ερημιά το κλάμα της χτισμένης.

Ν ακούς τα φρένα μιας βαριάς νταλίκας
που πάει ντουγρού για τη μετωπική της
με μαύρο Fiat νευρικό και πειραγμένο
σφήνες και προσπεράσματα κι εντέλει σφηνωμένο

ανάμεσα στους μπροστινούς τροχούς.
Κι ο οδηγός παιδί που πάτησε διπλή γραμμή
και πάει γραμμή για του Αχέροντα τα μέρη
μέσα σε τόσην ομορφιά που αλλού κοιτάζει.

Ποτάμια που κυλούν όπως κυλούσαν
και πέστροφες αμέτοχες στο δράμα
ρίζες τυφλές που μπήγονται στο χώμα
κοτσύφια που περνάνε και σφυρίζουν

κι αηδόνια αηδόνια λιγοθυμισμένα
και χάρτινα βουνά μέσα στην πάχνη
που τα φυσάει ο δριμύς Θρηίκιος
και σχίζονται μεριές μεριές και φρίσσουν

και φαίνεται το στίλβον χάος από πίσω
για ποιαν αγκάλη μου μιλάς για ποια μητέρα
η φύση είναι θεία μας κατά Καρούζον
μια θεία τριχωτή και ψηλομύτα θα έλεγα

αλλά με πόσες τύψεις και με τον πόνο ενός παιδιού
…………………………………που δεν ξεχνά
τα ρόδια που το τάιζε τα μήλα στην ποδιά της
κι ένα κλωνί βασιλικό ανάμεσα στα στήθη.

                                                στον Στέλιο Χαραλαμπόπουλο

Πηγή:
Άψινθος, 2012

Εικονογράφηση:
Σπύρος Παπαλουκάς, Το χωριό Καμμένο, Αχρονολόγητο

Αλίκη Παππά, Bear swarm, 2010

***

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς βραστός με αραιό χαρμάνι.
Χιόνισε ζάχαρη Ζαχάρω και Σοχό
μα στο Ντομπρίνοβο του Σκουρογιάννη
(Ντουμπρίνοβο το λεν οι χωριανοί
κι ας γράφουν οι ταμπέλες Ηλιοχώρι)

αρκούδες άυπνες αλλάζανε πλευρό
και δέρνονταν τα φίδια στο Ζαγόρι.
Νύσταξε κι η αρκούδα του Χατζή
μα πώς να κοιμηθεί με πανωφόρι

αφού τη γούνα της να βγάλει δεν μπορεί
κι ας λιώνει από τη ζέστη η καημένη
γραμμένο της στο Γράμμο να καεί
κι όχι στα γουναράδικα γδαρμένη.

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς πικρός σε πλαστικό κουπάκι.
Το ’στρωσε θάνατο στη χώρα του χαμού
ετούτο το μακρύ καλοκαιράκι.

                                                 στη Ζυράννα Ζατέλη

Πηγή:
Άψινθος, 2012

Εικονογράφηση:
Αλίκη Παππά, Bear swarm, 2010

 ganas

***

ΕΙΚΟΝΕΣ ΤΗΣ ΥΒΡΕΩΣ

Καμμιά εκατοστή χρόνια πριν, ένας σπουδαίος Ευρωπαίος, ο Ούγκο φον Χόφμαννσταλ, έγραφε ότι ο δημιουργός δυο πράγματα έχει ανάγκη. Το πρώτο είναι να πείσει τους ομότεχνούς του και τους κριτικούς. Το δεύτερο, ν’ αγγίξει το ευρύ κοινό. Ο Μιχάλης Γκανάς τα έχει πετύχει και τα δυο. Απέσπασε τον έπαινο και του Δήμου και των Σοφιστών. Κατάφερε να είναι περίοπτος χωρίς να γίνει ρηχός. Με τα ποιήματα, τα πεζά, τους στίχους του κατόρθωσε να γίνει δημοφιλής αλλά την ίδια στιγμή παρέμεινε μέγεθος σεβαστό και για τους πιο καχύποπτους από τους κριτικούς μας. Είπαν γι’ αυτόν, και έχουν δίκιο, ότι είναι ο τελευταίος από τους ποιητές μας εν ζωή που κατόρθωσε να μπει στον Κανόνα, αυτή την ακατάδεκτη λέσχη των κορυφαίων.

Ο τίτλος του τελευταίου βιβλίου του (Άψινθος, Μελάνι 2012) παραπέμπει στις σελίδες της Αποκάλυψης, στο δυσοίωνο εκείνο αστέρι που είναι να πέσει από τον ουρανό για να πικράνει τους ποταμούς και να μολύνει «τας πηγάς των υδάτων». Αλλά και στο φυτό αψιθιά, απ’ όπου το αψέντι, ποτό απαγορευμένο ώς πρόσφατα σχεδόν, για τις παραισθησιογόνες του ιδιότητες. (Λένε ότι ο βαν Γκογκ έκοψε το αυτί του όντας υπό την επήρειά του.)

Ο/Η Άψινθος είναι ποίημα συνθετικό. Ισχύει συνεπώς και γι’ αυτό ό,τι ισχύει για την άλλη σύνθεση του Γκανά, την Παραλογή, αλλά και για όλες τις κατορθωμένες συνθέσεις: η αξία του όλου υπερτερεί εκείνης του αθροίσματος των μερών. Στο πρώτο τμήμα του βιβλίου, ο Γκανάς μάς αφηγείται αποσπασματικές στιγμές του Αρμαγεδδώνα: την καταιγίδα που έρχεται, την όξινη βροχή, το τελευταίο χορτάρι, τον έσχατο άνεμο, τη διαβρωτική απληστία των πολλών, το αλάφιασμα της πυρκαγιάς. Με ένα μοντάζ σχεδόν κινηματογραφικό, παραθέτει εικόνες της ύβρεως: «Ποτάμια που κυλούν όπως κυλούσαν / και πέστροφες αμέτοχες στο δράμα / ρίζες τυφλές που μπήγονται στο χώμα / κοτσύφια που περνάνε και σφυρίζουν // κι αηδόνια αηδόνια λιγοθυμισμένα / και χάρτινα βουνά μέσα στην πάχνη / που τα φυσάει ο δριμύς Θρηίκιος / και σχίζονται μεριές μεριές και φρίσσουν // και φαίνεται το στίλβον χάος από πίσω / για ποιαν αγκάλη μου μιλάς για ποια μητέρα«.

Το θέμα του ποιήματος είναι παμπάλαιο: η κατακυριάρχηση της φύσης από τον άνθρωπο. Ο κόσμος που μας περιγράφει είναι αυτός της βιβλικής επαγγελίας: «…πληρώσατε την γην και κατακυριεύσατε αυτής». Όμως χωρίς εξωραϊσμούς. Εξόριστοι από την Εδέμ, αυτή είναι η ιστορία που μας αφηγείται ο Γκανάς, οι γόνοι του Αδάμ και της Εύας κατακτούν πράγματι τη γη, όχι όμως ως πρόσφυγες που αναζητούν άσυλο, αλλά ως σφετεριστές, αδιάφοροι αν την αφανίζουν.

Μολονότι βίβλος αποκαλύψεως, το έργο δεν κλείνει απαισιόδοξα. Τον κύκλο του θανάτου συμπληρώνει διαλογικά ο κύκλος της αγάπης: πέντε ποιήματα επιτάφια ή ερωτικά, γραμμένα για τους προσφιλείς, εξίσου πένθιμα όμως. Ίσως γιατί και η Αγάπη τον καιρό της Απειλής δεν μπορεί παρά να μοιάζει με το πένθος.

Με το τελευταίο του βιβλίο ο Γκανάς, πρέπει να τονιστεί, γράφει ποίηση δημόσια, όχι ιδιωτική. Το ποιητικό εγώ, κι ας αχνοφαίνεται συχνά, υποχωρεί για να δώσει φωνή στο καίριο και το ώριμο, πάει να πει στο ζητούμενο του καιρού και της ώρας. Και ζήτημα μεγαλύτερο από τη βεβήλωση του πλανήτη αυτη τη στιγμή δεν υπάρχει. Εμπρός του, και αυτός ο εφιάλτης της οικονομικής κατάρρευσης φαντάζει ψυχαγωγικό ενύπνιο.

Ο Γκανάς εμμένει σε μια γλώσσα ποιητική ανοιχτή, μια γλώσσα οικεία, απέριττη και άμεση που περικλείει, δεν αποκλείει τον αναγνώστη. Μας θυμίζει έτσι ότι στις μεγάλες της στιγμές η ελληνική ποίηση ήταν ταυτόχρονα η τέχνη του Εγώ και του Εμείς, του ανθρώπου και του φυσικού κόσμου. Και μας υποδεικνύει έναν δρόμο ώστε αυτή πάλι σήμερα να αφήσει πίσω της την αυτάρεσκη  ιδιώτευση των τελευταίων δεκαετιών και να επανέλθει εκεί που ανήκει: στην Πολιτεία και την Αγορά.

Κώστας Κουτσουρέλης
Εφημερίδα των Συντακτών, 20.1.2013

* * *

Ο Μιχάλης Γκανάς γεννήθηκε στον Τσαμαντά Θεσπρωτίας το 1944. Από το 1962 ζει και εργάζεται στην Αθήνα, όπου ήρθε για να σπουδάσει νομικά. Βιβλιοπώλης για μια δεκαπενταετία, συνεργάστηκε αργότερα με την κρατική τηλεόραση ως επιμελητής λογοτεχνικών εκπομπών και σεναριογράφος. Από το 1989 είναι κειμενογράφος σε διαφημιστική εταιρεία. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε διάφορες γλώσσες, ενώ στίχοι του έχουν μελοποιηθεί από γνωστούς Έλληνες και ξένους συνθέτες: Μ. Θεοδωράκης, Ν. Μαμαγκάκης, Ν. Ξυδάκης, Δ. Παπαδημητρίου, Ν. Κυπουργός, G. Bregovic, A. Dinkjian κ.ά. Μετέφρασε τις «Νεφέλες» του Αριστοφάνη για το Θέατρο Τέχνης – Κάρολος Κουν και τους «Επτά επί Θήβας» του Αισχύλου για το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ Πατρών. Το 1994 τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Ποίησης για το βιβλίο του «Παραλογή». Τον Δεκέμβριο του 2011 τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών για το σύνολο του έργου του.

Πηγή:
biblionet.gr

Γεώργιος Κορμπάκης_Crisis 2012***

***

Τώρα μόνο μπορώ καλά να νιώσω
πώς βρήκε ο Buonarroti τον Θεό του,
και του Camões την πίκρα, και του πρώτου
στους πρώτους Shakespeare, το σονέττο, πόσο

ξεπέρασεν, αλήθεια, τον καιρό του.
Μα κ’ η Stampa, η Labé κι ο Ronsard, όσο
πάθος, σάρκα, καρδιά, θα υπάρχουν, τόσο
καθένας τους θα ζει στο αθάνατό του

σονέττο. Εκείνοι, ας εγενήκαν σκόνη.
Πάνε αιώνες, όπου η σάρκα τους πονεί
σ’ ένα μικρό τραγούδι κι αναλειώνει

δίχως ποτέ να λειώνει, τι η καρδιά τους
η χωμάτινη, η απλή, απ’ τον έρωτά τους
και σάρκα του Θεού πήρε και φωνή.

Πηγή:
Τα ποιήματα, 1974

Εικονογράφηση:
Γεώργιος Κορμπάκης, Crisis, 2012

Ευάγγελος Κουζούνης, Το φιλί,1999

***

Κάθησε στο ντιβάνι, εκεί. Τσάι θες ;
Λίγο κονιάκ ; Θέλεις να σου σκεπάσω
τα γόνατα ; Όχι ; Τότε, να πλησιάσω
το μαγκάλι στο πλάι σου. Και, τι λές,

να βάλω μουσική, ή να σου διαβάσω
σονέττα της Labé ; Βέβαια, πολλές,
άλλες, Θέ μου, δε βρίσκονται χαρές
εδώ μέσα, για να σε διασκεδάσω . . .

Μα πε μου, κάτι ζήτησε· μονάχα
ν’ ακούσω τη φωνή σου να ζητά
ό,τι σου ανήκει και να με ρωτά

για αισθήματα που δε γνωρίζεις τάχα.
Να ζήσουμε τη ζωή, που τη ζωή ζει ;
Λοιπόν, τότε, ας πεθάνουμε μαζί.

Πηγή:
Τα ποιήματα, 1974

Εικονογράφηση:
Ευάγγελος Κουζούνης, Το φιλί, 1996

Ανδρέας Δεβετζής_Λουτρό_2012*****

***

Αν μέσα μου μπορούσε να μ’ αγγίσει
το χέρι σου, δε θά ’βρισκε παρά
βαθιές πληγές μονάχα και φτερά
σπασμένα που μια άλλη είχαν φτερουγίσει

(πότε; σχεδόν λησμόνησα . . . ), φορά.
Μα πιο πολύ αν δυνόταν να βυθίσει
το χέρι σου, ώς τα βάθη αυτά, που η φύση
πλάθεται ακόμη, στην ιερή πυρά

της ύπαρξης, θά ’νιωθες βαθιά φρίκη,
γιατί ένα ακατανόμαστο κενό
θανάσιμης σιωπής, που να σου ανήκει

θά ’βρισκες. Κι αν εννοήσεις πως πονώ
τόσο για σε, τύψη να μη σου γίνει :
ο πόνος μού έχει δώσει την ειρήνη.

Πηγή:
Τα ποιήματα, 1974

Εικονογράφηση:
Ανδρέας Δεβετζής, Λουτρό, 2012

Μιχάλης Μανουσάκης*************

Έχω μου ’παν, μια ολόκληρη προδώσει
ζωή, που την τέλειωνεν ο χρόνος
του πνεύματος, πως είμαι ο δολοφόνος
μιας ζωής, που την είχα μεγαλώσει

μ’ άσκηση και με θλίψη, άγριος και μόνος,–
για σάρκα ερωτικήν, ελάχιστη, όση
δε θα ’πρεπε τόσο να την πληρώσει
του πνεύματος ο πιο οδυνηρός πόνος.

Μα δεν ξέρουν, αγάπη μου, ότι η γη,
πνεύμα μες στην καρδιά μας έχει γίνει,
και πως, στο αίμα μας μέσα, την πηγή

βρήκαμεν όπου ο Θεός, γυμνός, αφήνει
κάτι απ’ τη θεία του φύση, κι ότι η βάρκα
που πάει στο Αιώνιο, είν’ η γυμνή μας σάρκα.

Πηγή:
Τα ποιήματα, 1974

Εικονογράφηση:
Μιχάλης Μανουσάκης

***

Είμαι μια στάμνα ραγισμένη
έν’ ακυβέρνητο καράβι
που χρόνια τώρα περιμένει
τη μοίρα του να καταλάβει.

Είδα καπνούς θριάμβους ήττες
και το γυμνό σπαθί του μπόγια
είδα κι αλλόκοτους προφήτες
με κούφια φουσκωμένα λόγια.

Aδιάφορα περνάν της γης τα τρένα
κανένα δεν σταμάτησε για μένα.
Μα εγώ με τα παιδιά μαζί του δρόμου
ανάσταση έχω κάνει τ’ όνειρό μου
και μέσ’ από βροχή κι ανεμοζάλη
το φως μου ακολουθώ κι όπου με βγάλει.

Τις νύχτες μελετάν οι γλάροι
των άστρων τις γεωμετρίες
κι εγώ με πήλινο λυχνάρι
για πεθαμένες ψάχνω Τροίες.

Αχ ανθρωπάκια του σωλήνα
ποτέ δεν βγήκατε ταξίδι
εκεί που ζούσε η Μπουμπουλίνα,
Ύδρα Ψαρά και Γαλαξίδι.

Από τα »Κατά Μάρκον»
Δίσκος: Αγάπη είν η ζωή, 1994

Εικονογράφηση:
Γιάννης Γαΐτης (1923-1984)

***

Πού πήγαν οι ώρες πού πήγαν οι μέρες πού πήγαν τα χρόνια
φωτιά στα Χαυτεία καπνιά στην Αιόλου βρωμιά στην Ομόνοια
ουρλιάζουν τριγύρω Φολκσβάγκεν και Φίατ Ρενώ και Τογιότα
σε λίγο νυχτώνει στους άχαρους δρόμους θ’ ανάψουν τα φώτα
κι ανθρώποι μονάχοι στην κόλαση ετούτη θα γίνουν λαμπάδα
πώς τά ’κανες  έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα

Πού πήγες Αφρούλα του ονείρου λουλούδι πού πήγες Ελένη
κρυφές αμαρτίες της άχαρης μέρας το φως δεν ξεπλένει
μονάχα πληβείοι με μάτια θλιμμένα χτυπάνε καρτέλες
στον άθλιο μισθό τους σφιχτά κολλημένοι σαν στρείδια σα βδέλλες
για ένα τριάρι για λίγη βενζίνη για μια φασολάδα
πώς τά ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα

Πού πήγες αγάπη παράδεισε πρώτε πού πήγες ελπίδα
περάσαν οι μέρες περάσαν τα χρόνια κι ακόμα δεν είδα
ατρόμητους άνδρες σοφούς κυβερνήτες μεγάλους αντάρτες
να σπάζουνε πύλες να ρίχνουνε τείχη ν’ αλλάζουν τις στράτες
κι η νύχτα να γίνει χρυσό μεσημέρι κι η μπόρα λιακάδα
πώς τά ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα

Πηγή:******************************************************************  Δ. Μούτση-Ν. Γκάτσου, Το δρομολόγιο, 1979

Εικονογράφηση: ***********************************************     Σωτήρης Σόρογκας

***

Σ’ έρημο φαράγγι σε λυκοποριά
έχασα μαντήλι μ’ εκατό φλουριά
ξόρκισα το χώμα έκανα σταυρό
πριν αποσπερώσει να τα βρω.

Τότε καρασκέρι γροίκησα μακριά
κι είδα μες στον ήλιο στην κακοπετριά
τρεις αλογολάτες με βαριά σπαθιά
και τις αλυσίδες αρμαθιά.

Τι ’ναι το κισμέτι τι ’ναι το γραφτό !
πριν το μονοπάτι πάρω να κρυφτώ
μού ’στησαν καρτέρι σε μια πατουλιά
και με κλαίγαν δέντρα και πουλιά.

Ήταν μαύρη Τρίτη μαύρο δειλινό
κι έχασα τον κόσμο και τον ουρανό
σε μεγάλο κάστρο σε βαθιά σπηλιά
με τους πεθαμένους αγκαλιά.

Ώσπου κάποιο βράδυ τρίξαν οι αρμοί
κι άστραψε στην πόρτα λυγερό κορμί
μια Βασιλοπούλα σαν τη Μαξιμώ
πού ’χε δυο φιδάκια στο λαιμό.

Πάρε, λέει, τα φίδια, βάλ’ τα στην καρδιά
και μεγάλωσέ τα σα μικρά παιδιά
τό ’να είν’ ο Δράκος τ’ άλλο ο Διγενής
άξιο τους αδέρφι να γενείς.

Κράτησα τα φίδια μες στην ερημιά
βιός μου και ρεγάλο και κληρονομιά
μού ’φερναν καρύδια γάλα και ψωμί
δίχως να γυρεύουν πλερωμή.

Κι όταν κάποια νύχτα σώπασε η φωτιά
σκάψανε του τοίχου τη ραγισματιά
βρήκαν κερκοπόρτα και πρωί πρωί
μού ’δειξαν το δρόμο στη ζωή.

Τώρα τι σ’ τα λέω τι σ’ τα μολογώ
μάθε μόνο τούτο πόμαθα κι εγώ :
αν κρατάς χρυσάφι πλούτη και φλουριά
δεν κατέχεις τι ’ναι λευτεριά.

Πηγή:
Δροσουλίτες, 1975

Εικονογράφηση:
Ηλίας Παρχαρίδης, Δρομέας του χρόνου, 2009

.

 Για τον Γιώργο Σεφέρη

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Το πέλαγο πικρό κι η γη μας λίγη
και το νερό στα σύννεφα ακριβό
το κυπαρίσσι η γύμνια το τυλίγει
το χόρτο καίει τη στάχτη του βουβό
κι ατέλειωτο του ήλιου το κυνήγι.

Κι ήρθες εσύ και σκάλισες μια κρήνη
για τον παλιό του πόντου ναυαγό
που χάθηκε μα η μνήμη του έχει μείνει
κοχύλι λαμπερό στην Αμοργό
και βότσαλο αρμυρό στη Σαντορίνη.

Κι απ’ τη δροσιά που σάλεψε στη φτέρη
πήρα κι εγώ το δάκρυ μιας ροδιάς
για να μπορώ σε τούτο το δεφτέρι
καημούς να συλλαβίζω της καρδιάς
με του παραμυθιού το πρώτο αστέρι.

Μα τώρα που η Μεγάλη φτάνει Τρίτη
κι Ανάσταση θ’ αργήσει να φανεί
θέλω να πας στη Μάνη και στην Κρήτη
με συντροφιά σου εκεί παντοτινή
το λύκο τον αητό και τον αστρίτη.

Κι άμα θα ιδείς κρυφά στο μέτωπό σου,
να λάμπει μ’ απαλή μαρμαρυγή
τ’ αλλοτινό πεφτάστερο σηκώσου
να ζωντανέψεις πάλι μια πηγή
που καρτερεί στο βράχο το δικό σου.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Αλλάζουν οι καιροί περνάν τα χρόνια
του κόσμου το ποτάμι είναι θολό
μα εγώ θα βγω στου ονείρου τα μπαλκόνια
για να σε ιδώ σκυμμένο στον πηλό
καράβια να κεντάς και χελιδόνια.

Πρώτη δημοσίευση, περ. Ταχυδρόμος, 1966.

.

Η Ραπουνζέλ κουρεύτηκε, κι ας είχε συνηθίσει
Να ρίχνει τις πλεξούδες της δίχτυα και να ψαρεύει
Ποτέ της πια δεν σκέφτηκε Ανατολή και Δύση
Και πήγε για διακοπές. Μόνη στρατοπεδεύει
Στην άμμο πάνω την ψιλή, στη φάτνη των αλόγων
Εκεί, χωρίς ν’ αντιληφθεί τι ακριβώς συνέβη
Την τρύγησε ο Μέγας Παν και ο Κυανοπώγων

Ακτή-ακτή, διαδρομή που έμοιαζε φιδίσια
Θα βάλει για τα Κύθηρα και για την Κρήτη ρότα
Το τελευταίο της το ΚΤΕΛ γραμμή που αν ήταν ίσια
Θα φτανε στην Αμερική και τα σβηστά του φώτα
Της Σφακτηρίας οι νεκροί, νεκροί στο Ναβαρίνο
Για τα μεγάλα αλάδωτες κλειδώσεις γεγονότα
Το πτώμα του καλοκαιριού ποντάρει στο καζίνο

Και το φθινόπωρο πικ νικ στο Σύνταγμα, στον Κήπο
Θα κρεμαστεί στον πλάτανο κι εκεί θα ξεψυχήσει
Βουκουρεστίου, στον βουβό του ρολογιού τον χτύπο
Και μια ζωή αλλιώτικη κι αλλοτινή θα ζήσει
Μες στο ψυγείο να βουτά, βαθιά, των Δαναΐδων
Με τις μπουκιές της να μετρά τον χρόνο και την κρίση
Στην τελική διάβαση των χρυσοφόρων Μήδων

Χοροί, μονάρχες έκπτωτοι και λυσσασμένοι σκύλοι
Διασπορά, ίδια σπορά και ξεχασμένοι τρόποι
Σαν ένα λάξεμα βαθύ από αρχαία σμίλη
Το βλέμμα της απόμεινε στραμμένο στην Ευρώπη
Σιέστα να ναι; Έκσταση; Για πάντα βυθισμένη
Με το προφίλ της πάγωσε πάνω σε μια μετώπη
Και νά τη! Απ’ τα κόκαλα το βράδυ αργά να βγαίνει

Στα μέσα σύνορα, 2011

.

Είπαν ψωμί και λευτεριά, είπαν παιδεία
Μάκρυναν λίγο τα μαλλιά με συστολή
Τους βρήκε ο Φοίνικας κι από την εφηβεία
Τους πήρε απότομα, τους φόρεσε στολή
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Αλλά δεν έμοιαζε σκιά, μήτε γιορτή
Ήταν αδιάκοπη στην έρημο πομπή
Κι ήταν ασπρόμαυρη στην πόλη τους ταινία

Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν

Γήπεδα γέμιζαν και γέμιζαν πλατείες
Στου αμφιθέατρου την ξύλινη βουή
Αγώνες, χρόνια της αιχμής και αγωνίες
Γι’ αυτό που βάφτιζαν καλύτερη ζωή
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Κι ας ήταν φάρσα που μετρούσε ποσοστά
Καθώς περνούσαν απ’ το μέλλον τους ξυστά
Να νοσταλγούν την κατοχή, την εξορία

Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν

Και τότε βρήκαν ανοιχτή την ευκαιρία
Και την κυνήγησαν γιατί να της κρυφτούν;
Αν τ’ ομολόγησαν, ουκ έστιν αμαρτία
Φτηνά τα λόγια, μ’ ευκολία θα τους βγουν
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Έχτιζαν σπίτια και μεγάλωναν παιδιά
Ήταν που πέρναγε απ’ τις φλέβες στην καρδιά
Κείνο το πρόσταγμα, να ζεις μ’ ευημερία

Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν

Κι όσο τους έπλαθε η κάθε δεκαετία
Όπως το χέρι του τεχνίτη τον πηλό
Δεν πήραν πρέφα πως η τρίτη ηλικία
Τους είχε ήδη ροκανίσει το μυαλό
Για πάντα νέοι κι αν προσπάθησαν να μείνουν
H Ιστορία δεν μπορούσε να σταθεί
Βαθιές ρυτίδες, μα το τραύμα πιο βαθύ
Στο τέλος τίποτα δεν μπόρεσαν να γίνουν

Στα μέσα σύνορα, 2011