.

Πρέπει λοιπόν κι εδώ κάποιος να εγκύψει
και αυτό να εγγραφεί και να ειπωθεί,
του αρσενικού η πλέον μύχια θλίψη
και η πνιγμένη του άντρα οιμωγή.
Στη Γλώσσα πρέπει να ρθει όλη η Γη,
να εντυπωθεί στον Λόγο μ’ έναν γρόθο
και στον Ρυθμό με βία να χαραχθεί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Δεν είναι ο Θεός που έχει εκλείψει,
και ο Θάνατος που σας διεκδικεί,
δεν είναι η Ιστορία που έχει ενσκήψει
και που εκατόμβες πάλι απαιτεί,
μα Εκείνη και η Άλλη και Αυτή,
μορφές και σώματα από χθόνιο δνόφο,
της λάσπης κορυφώσεις εν ζωή.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Και λέω την πάσα αλήθεια δίχως τύψη,
– η Σάρκα είναι αυτό που στιχουργεί –
οι θηλυκές – αυτό σας έχει λείψει
και πάντα θα σας τρώει, αρσενικοί,
εκείνο που κανένας δεν μπορεί
μα που ο καθένας θέλει μες στον ζόφο –
όλες τις θηλυκές να κοιμηθεί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Η Σάρκα τον εαυτό της ιστορεί –
πώς δέρνεστε και γδέρνεστε απ’ τον πόθο
και πώς το ατσάλι λιώνει απ’ το κερί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2012

Advertisements

.

Μόνοι και όψιμοι. Ξένοι της Γης.
Και άρα τ’ Ουρανού πιο ξένοι ακόμα.
Οι έσχατοι μιας κάποτε Φυλής,
με κάποιο γήρας σε ψυχή και σώμα.
Άντρες, γυναίκες, βρέφη και παιδιά
γέρικο σπέρμα, μήτρα κουρασμένη
μας γέννησε, μας έσπρωξε μπροστά·
θνησιγενείς· νεκροί και κολασμένοι.

Εμείς παντού. Και σαν εμάς κανείς.
Ιδού, σκεβρό το σώμα σου, Εσπερία·
δεν βάρυνε έτσι και ποτέ ουδείς
απ’ την Ανάγκη κι απ’ την Ιστορία.
Μαραίνεται το Δέντρο της Ζωής·
ας προκαλεί κι ας θάλλει το άλλο Δέντρο·
στέρεψε η πίστη· η γνώση, δεν αρκείς
και δεν υπάρχει, δεν υπάρχει κέντρο.

Μας έφθειρε η λαγνεία τα κορμιά,
ξεστράτισε μικρόψυχη η σκέψη,
η βούληση απ’ το αίμα δεν βαστά,
Θεός δεν είναι για να μας πιστέψει.
Κι ωστόσο μες στην πλάνη αληθείς·
περήφανοι· κανείς για να μας κρίνει.
Πάντα εμείς· παιδιά της ταραχής
δεν θα υποκριθούμε τη γαλήνη.

Ας πέσουμε όπως πέφτουμε λοιπόν.
Μια ώρα πριν το τέλος, και τη ζούμε.
Εκεί που όλα εκλείπουν το παρόν
εγγράφουμε στο μέλλον πριν σβηστούμε.
Βυθίζεται μια ήπειρος εδώ·
ο άνθρωπος που γίναμε τελειώνει
με στεναγμό, λυγμό και με σπασμό,
με έρημο, με θειάφι και μ’ αφιόνι.

Φοράμε των αιμάτων τη δορά.
Τα πρόσωπα γυμνώνονται απ’ το δέρμα
του ανθρώπου κι ανωφέλευτη η Τορά –
τελειώσαμε πριν φτάσουμε στο τέρμα.
Πυκνώνουμε στην πράξη τη στερνή
τώρα που ηχεί λόγος κενός το «Θεέ μου»
το αίμα πλέον του αίματος καλεί –
πράξη υπάτη η πράξη του Πολέμου.

Δεν θα υπάρξει Μνήμη για εμάς
που απ’ τη Μνήμη έχουμε βαρύνει,
σπεύδουν τα πάντα, σπεύδουν προς δυσμάς
μες στον καταποτήρα και στη δίνη.
Ήρθε ο καιρός που η ζωή δεν ζει.
Δόξα καμιά. Μόνο η στιγμή. Και φτάνει.
Η Αθανασία πέθανε κι αυτή.
Εμάς – κι ο Θάνατός μας θα πεθάνει.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2010

Της Ειρήνης Λαμνάτου

Ποιητές παλιοί που ακούσαμε,
ανάξιοι της αγάπης σας τελείως
δεν είμαστε, ίσως. Ναι. Ακούστε μας.
Δίχως Θεό, μα ο άνθρωπος πιο θείος.

Ποιητές παλιοί, το μερτικό μας είχαμε
κι εμείς στις δυστυχίες και στη φτώχεια.
Τ’ αρχαία φάσγανα μάς έσφαξαν,
μας έπνιξαν καινούργια βρόχια.

Ποιητές παλιοί, στα πάθη σας
τα πάθη μας προσθέσαμε – και πόσα.
Ματώσαμε. Λυγίσαμε. Πεθάναμε.
Κι όμως κρατήσαμε. Κρατήσαμε τη Γλώσσα.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2010

.

Ζώο της μιας ημέρας, μιας στιγμής
στο απροσμέτρητο άπλωμα του χρόνου,
ο δίχως γνώση, δίχως πίστη, ευτελής
σκόνη των άστρων, παρανάλωμα του πόνου,
το τίποτα που ευθαρσώς φωνάζει «Εγώ»,
η σάρκα που στενάζει και σαπίζει,
ο αρσενικός που θέλει πάντα θηλυκό,
στ’ αρσενικά τα άλλα που γρυλίζει,
αυτά που όσο πληθαίνουν με διαιρούν,
της Ιστορίας λεγεώνες συνιστώσες,
τα προστιθέμενα που όλο με αφαιρούν
κι οι ερμηνείες όλες και οι γλώσσες,

Κόσμε πολύ, ας είμαι λίγος, δεν μου αρκείς·
όσο ματώνω, θ’ αναβλύζει Εκείνος
και να σιγήσεις, να εξαλείψεις δεν μπορείς
το Μεταφυσικό που είμαι Κτήνος.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2009

.

Στη θλίψη έλιωσε η φωνή μου δε Σ’ ακούω
τώρα είμαι θόρυβος και λόγια και βοή
τώρα είμαι αντίλαλος αυτών που έχω μισήσει
μάτι κενό δράση ανερμάτιστη τυφλή

πρέπει ξανά ξανά στον άνθρωπο να εγκύψεις
ο Λόγος αίμα στο αίμα πάλι ν’ ακουστεί
θανάτωσέ με αν έτσι θέλησες μα πες μου

εκεί που Εγώ εκεί που Εγώ μαζί μου εσύ.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2009

.

I
Ρώτησες κάποτε; Πλέον όμως δε ρωτάς.
Κι όταν εγώ ρωτώ, φρικτά σωπαίνεις.
Δεν ξέρω πώς μισείς, πώς αγαπάς,
αν κάτι απ’ όλους μας ακόμα περιμένεις.

ΙΙ
Σ’ ένιωσα χείμαρρο φωτιάς μες στον γκρεμό,
κι έκτοτε βρίσκομαι εκεί απ’ όπου λείπεις,
και τόλμησα και απάντησα, ιδού, ιδού εγώ,
κι έγινα ο περίγελως και το άθυρμα της λύπης.

ΙΙΙ
Πίστη αβάσταγη, τραχιά, χωρίς ελπίδα·
πιστεύω, επίστευσα, πιστεύσω· με πιστεύεις;
κι είμαι όλος έγνοια κι αγωνία και φροντίδα,
κι Εσύ τη Λέξη μέσα μου όλο και στερεύεις.

ΙV
Σκιά σκιάς με δίχως περηφάνεια,
έρημος τον εαυτό μου να κακίζω,
ξένος του κόσμου Εσέ δοξολογώ
και μέσα σε λυγμούς εμένα υβρίζω.

V
Όλος ανόμημα και αήττητη εντός μου αμαρτία·
σκέψη ισχνή, πράξη άπραγη, του εαυτού μου είμαι η απουσία·
κι όπου κι αν δώσεις να σταθώ, εγώ είμαι λάθος·
κίνηση αέναη, δρόμος κανείς, και στείρο πάθος.

VI
Aν ό,τι γνώριζα πια δε γνωρίζω
κι ό,τι κι αν άγγιξα χαλκεύω
και πράττοντας τα πράγματα ψευτίζω,
δείξε μου πού —αν κάπου— αληθεύω.

VII
Τη θλίψη μου κατοίκησα, φωνή που λιώνει,
μα πριν – αντρειεύεται η άσκυφτη βλαστήμια:
είμαι το ασλάνι σου το μαύρο μες στ’ αγρίμια,
ούτε μετ’ από Σένα ο Άνθρωπος τελειώνει.

VIII
Aπ’ ό,τι κράτησα ή κρατώ τι μέλλει να κρατήσω;
Από τον Χρόνο Σου αλώνονται τα μύχια.
Τι αγαπώ; Τι αγάπησα; Μπορώ να αγαπήσω
με όλα τα δόντια που έχω και τα νύχια;

IX
Ας ήσουν η ελάχιστη φωνή, όμως δεν είσαι.
Σε απώλεσα· Σε απώλεσα· Εσύ ας με κερδίσεις·
το δράμα που όλο δένεται, μια και για πάντα, λύσε·
γράψε με ακόμα μια φορά —στερνή— προτού με σβήσεις.

Χ
Ποιο το ακατάλυτο στου γίγνεσθαί Σου το καμίνι;
Όχι γυναίκα, όχι παιδιά, σύντομα όχι στέγη·
ό,τι αφαιρέσεις από εδώ, πού, πώς να ξαναγίνει;
Ότι πολύ ηγάπησε, διό και νυν Σε ψέγει.

ΧΙ
Όποιος και όπου κι όπως κι αν είσαι,
πόσα άλλα δάκρυα πια για να Σε δούμε;
Αιώνες πριν μας θέλησες κι αιώνες μάς αρνείσαι,
χωρίς Εσένα προς Εσένα προχωρούμε.

ΧΙΙ
Ν’ αντέχεις λέω ν’ αντέχεις
την πλημμυρίδα και την άμπωτη
της Λέξης το ξεχείλισμα
και το πικρό το στέρεμά της.

ΧΙΙΙ
Βαρύς, σημαίνει θάνατο, ο χτύπος της καμπάνας.
Τέλος του κόσμου. Και ντροπή, ούτε καν Σε ψέλλισα·
κι ούτε ελεγεία ή προσευχή κι ούτε —αλίμονο— παιάνας.
Αλλιώς, αλλιώτικο με θέλησα.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2009

.

Το σώμα αναζητά την καίρια λέξη,
να πει, να πει αυτό που το συνέχει,
τον ίδιο του τον θάνατο ν’ αντέξει,
αυτό που εντός του φέρει μα που απέχει.

Σώμα νεκρό κι η γλώσσα δε θα στέρξει,
κατέχεται από αυτό που δεν κατέχει,
στην ανδροφόνο αφέθηκε πια έλξη
και ζωντανό τού ολέθρου του μετέχει.

Μαύρε Άγγελε, θανάτους κραταιώνεις
κι αργά ή γοργά στον Θάνατο τον Ένα
με σέρνεις, με οδηγείς· με ματαιώνεις·

φωνήεν ή σύμφωνο του λόγου μου κανένα
δε μου αφήνεις να ιστορήσω τη ζωή μου. . .
Βουβή αποβαίνεις, Γλώσσα μου και Γη μου.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2008

.

Μεγάλε Γκρίζε, η στέπα της καρδιάς σου
το πώς γεννήθηκε κανείς δεν ξέρει.
Υπάρχει όμως. Το λέει το ούρλιαγμά σου
και του ματιού σου τ’ άστρο, το μαχαίρι

που μαύρο καθρεφτίζει τη θωριά σου
στο στιβαρό σου αστράφτοντας το χέρι.
Μεγάλε Γκρίζε, η θλίψη
ετοιμάσου
που χρόνια έφερες, αυτή τώρα σε φέρει.

Εδώ είναι η τύρβη γλώσσα του Θανάτου
και τη σιωπή γυρεύει να επιβάλει·
Λύκε, ας ζεις κι εσύ μες στη σκιά του,

τον Λόγο αγριεύεις όμως πάλι. . .
Λύκε αδερφέ στη μάχη και στη νύχτα,
μη σταματάς, στο Τίποτε αλύχτα. . .

theodosisvolkof.blogspot.com, 2008