img

***

Κοιτάξτε! Μια χοροεσπερίδα
στα έρημα κι έσχατα τα χρόνια!
Πλήθος αγγέλων πεπλοφόρο
και φτερωτό, κλαίοντας αιώνια,
στο θέατρο κάθονται να δούνε
φόβων κι ελπίδων κάποιο δράμα,
ενώ μια ουράνια μελωδία
η ορχήστρα παίζει κάτω αντάμα.

Σαν τον Θεό ντυμένοι μίμοι
σιγομιλούν και ψιθυρίζουν,
απλά νευρόσπαστα που τώρα
δώθε κι εκείθε φτερουγίζουν.
Όντα χωρίς μορφή τεράστια
αυτά τ’ ανδρείκελα προστάζουν
κι όταν χτυπούνε τα φτερά τους
απρόοπτες συμφορές τ’αρπάζουν.

Το ποικιλόχρωμο αυτό δράμα
κανένας δεν θα το ξεχάσει −
το φάντασμα που το διώκουν
(μα ο κυνηγός δεν θα το πιάσει)
γύρω στον κύκλο που επιστρέφει
ξανά στο ίδιο το σημείο.
Τρέλα και τρόμος κι αγωνία
του έργου αυτού είναι το στοιχείο.

Μα μες στη χλαλοή των μίμων
κάποιον παρείσακτο θα δεις:
ένα ματοβαμμένο πράγμα
από τα βάθη της σκηνής.
Και με θανάσιμες οδύνες
οι μίμοι γίνονται βορά του −
οι αγγέλοι κλαιν που ανθρώπου αίμα
στάζουν τα δόντια τα δικά του.

Μεμιάς τα φώτα σβήνουν όλα.
Πάνω από κάθε μια μορφή,
που τρέμει, λες καθώς σουδάρι
η αυλαία πέφτει ορμητική.
Σηκώνονται και λεν πως είδαν
κάτωχροι οι αγγέλοι δυστυχείς
την τραγωδία «Άνθρωπος», που είναι
ο σκώληξ πρωταγωνιστής.

Πηγή:
Ποιήματα, Τα Ανάλεκτα, 2015

Ιωάννα Ξημέρη_Χωρίς τίτλο_ 2012. tissue paper and cardboard*********

Γιατί αποφεύγεις τα καθημερνά, ψυχή μου,
βάσανα; Δεν θα βρεις της αλυπίας την τέχνη.
Θέσπισε ο Πλάστης νά ′χει αγκάθια η γη από κάτω
και μύριες έγνοιες η ζωή μας. Βάσταξέ τες.

Πηγή:
Ο τρομερός τον νου μου ο έρωτας τυφλώνει, 2012

Εικονογράφηση:
Ιωάννα Ξημέρη, χωρίς τίτλο, 2012

Χρόνης Μπότσογλου (2)*********

Την Αρετή στης πόλης είδα χθες τη μέση,
μαυροντυμένη, σκυθρωπή, γεμάτη θλίψη.
Τι έπαθες, ρώτησα. Κι εκείνη μου είπε: στέκουν
η Τόλμη, η Γνώση, η Φρονιμάδα στις γωνίες,
η Άγνοια κυβερνά κι η Μέθη κι η Δειλία.

Πηγή:
Ο τρομερός τον νου μου ο έρωτας τυφλώνει, 2012

Εικονογράφηση:
Χρόνης Μπότσογλου

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ Ι

Χάραξε τη μνήμη σκληρά η μορφή της:
τα μαλλιά που ο αγέρας τα τυραννούσε,
ο λαιμός που σφίγγαν —επίχρυσοι όφεις—
τα περιδέραια,

ο ίσκιος των βλεφάρων που σαν μαγνήτης
τον τραβούσε ολέθρια κι η κρύα λάμψη
των γλαυκών κορών της, που ως Μέδουσα άλλη
πάγωνε το αίμα.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ ΙΙ

Βρέθηκε κατόπιν στ’ απόκοσμο άλσος,
όπου μύριες λεύκες αργά θροΐζαν:
ανοιχτήκαν ξάφνου μπροστά του οι άδειοι
κήποι της Όρφνης.

Κι από το στερέωμα των άστρων πάνω,
από της Σελήνης τον άυλο κύκλο
έπεφτε συνέχεια στους κήπους κάτω
φέγγος και δνόφος.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ ΙΙΙ

Έπειτα μονάχος μες το σκοτάδι
χάθηκε στης πόλης τους λαβυρίνθους,
σ’ άδειες στενωπούς και σε νεκρωμένους
μύριους μαιάνδρους.

Πιο μακριά μετά στο ποτάμι δίπλα
βάδισε κοιτώντας στην άλλην όχθη
μαυσωλεία κι ηρώα που κυπαρίσσια
δορυφορούσαν.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ IV

Στη σκιώδη λέμβο της κλίνης του ύπνου
και με σφαλισμένα τα βλέφαρά του
έπλεε γαλήνια στο μαύρο πάνω
στύγιον ύδωρ.

Μυροφόρες νύχτες κοντά αγρυπνώντας
έραιναν  με φίλτρα σιγής και λήθης.
Και στις φλέβες μέσα βαθιά χυνόταν
έναστρη δρόσος.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ V

Φεύγοντας για πάντα τη νέα Κολχίδα,
τους λευκούς χειμώνες, τις άγριες νύχτες
είδε τον λιμένα μια μέρα πάλι
της μεσημβρίας.

Στρόβιλοι φωτός κατεβαίναν ξάφνου
από τους γλαυκούς ουρανούς του θέρους
κι ως και τους δαιδάλους βαθιά του νου του
φώτιζε η λάμψη.

Μεσομήδης, 2008

.

Χαίρε, πανάρχαιά θέαινά μου, Εκάτη,
κόρη εύσπλαχνη της έναστρης νυχτός,
που για κάθε ζητιάνο και σακάτη
ο κόρφος σου είναι πάντοτε ανοιχτός.

Εκάτη τρίμορφη κι Εκάτη χθόνια,
εσύ των μαγισσών είσαι η κυρά,
που μ’ ελλεβόρους, βότανα και κώνεια
φτιάχνουν κάτι ποτά φαρμακερά.

Κι Εκάτη! Εσύ στο φέγγος της σελήνης
και μες την παγωμένη σιγαλιά
μαζί με τις δυο πόρπες σου ξελύνεις
σ’ όλη τη γη του πάθους τα σκυλιά.

Εκάτη, 2010

.

Εφέστιες Σφίγγες, έμψυχα λαράρια –
νωχελικής δεσμώτιδες ανίας –
το βλέμμα των στραμμένο στα φεγγάρια
παρασκευάζει φίλτρα μαγγανείας –

κόρες-στέρνες που ο  γνόφος δεν στερεύει –
μηνίσκοι σε φακούς φωσφορικοί –
κάτοπτρα από βασάλτη που τα ερέβη
διηθούνε, σάπφειροι μαγνητικοί –

μικρές θεραπαινίδες της Εκάτης
σε δάση σεληνόφωτος φευγάτες –
ειδώλια θεάς –μεταξωτός αχάτης–
κι άξιες για χάδια Φαραώ :  οι γάτες.

Εκάτη, 2010

.

Ω νύχτα της μεγάλης νουμηνίας !
Τα μαρμαρένια σκαλοπάτια βγάζαν
σ’ απέραντους διαδρόμους, όπου πόρτες
ανοίγαν σε δωμάτια με καθρέφτες
αντανακλώντας κήπους από πεύκα
και την ισιακή σιγή των άστρων.
Εσύ στο στέρνο σταύρωνες τα χέρια
και στη σκιερή σαγήνη βυθιζόσουν –
ενώ πλωτή κι η κλίνη σαρκοφάγος
στα σκοτεινά νερά κυλούσε του ύπνου –
πριν σε ξεβράσει στη γενέθλια πόλη
παράξενα αλλαγμένη. Στις οδούς της
ο σεληνιακός φυσούσε αγέρας
σαρώνοντας τα φύλλα από τις λεύκες,
καθώς ταλαντευόνταν οι σκιές τους
αργά στους τοίχους πέτρινων μεγάρων.
Δεν ήταν μήτε βράδυ μήτε μέρα :
Μια λάμψη επάργυρη έραινε τα πάντα
με μυριάδες θραύσματα μαρμάρου.
Στην ορφική εισερχόσουν πολιτεία,
μια πολιτεία νεκρωμένων δρόμων
που δείχναν σε μεγάλες προκυμαίες,
μια πολιτεία που πίσω απ’ τα εργοστάσια
ορθώνεται η νεκρόπολη των Μύρων
και πέρα από τεφρές υψικαμίνους
οι πέτρινες αψίδες της Παλμύρας.
Μα ξάφνου κάποια εξαίσια μελωδία
κατεύθυνε άσφαλτα τα βήματά σου
από στενά με σπίτια ραγισμένα
σε μια περίεργη λιτανεία – κι είδες
λευκοντυμένους γέροντες κρατώντας
εμβλήματα πανάρχαια όπως όφεις
χρυσούς, ριπίδια, χέρια φιλντισένια,
γυναίκες μ’ ορειχάλκινους καθρέφτες,
λαό πιστών κραδαίνοντας τα σείστρα
και της Θεάς την αστρική τιάρα.
Εκεί θαρρείς πως πέρασε μπροστά σου
του βασιλέα Ευήνορος η κόρη –
προτού χαθεί και πάλι μες το πλήθος
κι εσύ την ψάξεις έπειτα σε δρόμους
πιο σκολιούς κι από τη μνήμη, δρόμους
που ανυποψίαστα σ’ οδηγήσαν στ’ άδειο
προαύλιο του πρώτου σου σχολείου
–μες τις λευκές τις αίθουσες η θλίψη
σαν σιωπηλή βροχή συνέχεια πέφτει–
Αμέσως βρέθηκες κατόπιν σ’ άλσος
παράκτιο πλάι στις όχθες της Αόρνου,
στο μυστηριώδες άλσος της Εκάτης.
Πελώριες λεύκες θρόιζαν τριγύρω
λουσμένες ωκεάνιο σεληνόφως
και κάτω απ’ το βαθύσκιο φλοίσβισμά τους
περιπλανιόταν η άυλη Ευρυδίκη.
Μα από το οργανικό σκοτάδι ξάφνου,
απ’ την ενδόμυχη πηγή βαθιά σου
αρχίσαν να αναβλύζουν δάκρυα, δάκρυα –
απ’ όλες τις απώλειες και τους νόστους
αποσταγμένος θρήνος, δάκρυα, δάκρυα –
το διάλυμα όλης της ζωής σου, δάκρυα :
η Ευρυδίκη στ’ άλση της Εκάτης –
γυναίκες μ’ ορειχάλκινους καθρέφτες –
η σιωπηλή στεγνή βροχή της θλίψης –
μεγάλες τσιμεντένιες προκυμαίες –
πελώριες λεύκες, δρόμοι νεκρωμένοι,
τιάρες αστρικές, ριπίδια, σείστρα, –
η σαρκοφάγος της ενύπνιας κλίνης –
σεντόνια σε λευκά γυμνά δωμάτια –
παράθυρα ανοιχτά στα πευκοδάση
και της αυγής οι ρόδινες ανταύγειες
κι η μέρα που εξατμίζει πια τα δάκρυα
της νύχτας της μεγάλης νουμηνίας.

Νουμηνία, 2008

10
.

Ο απέραντος χειμώνας σταματούσε
μες στις αμίαντες φλέβες της ημέρας
τη ροή του υδραργύρου— και στα ύψη
το φωτεινό στερέωμα ακουμπούσε
σαν θόλος στην τεράστια πολιτεία
—μια κυανή βασιλική του ιλίγγου—
και γύρω απ’ τον αέναο άξονα του
στρεφόταν κυκλοδίωκτον επάνω
στο ηρώδειο στάδιον — φαίνονταν εκείνη
τη μέρα σαν νεκρό — ψυχή καμία
εξόν τρεις αθλητές που προπονούνταν
και λίγοι ξένοι πού βουβοί κάθονταν
στα μπροστινά εδώλια των εξέδρων.
Εσύ στο διάδρομο ήσουν του μεσαίου
διαζώματος — κερκίδες έδρες πύλες

εδώλια — σκάλες πάνω σ’ άλλες σκάλες
κι οι δυο Ερμές στο τέρμα του γηπέδου—
τυφλωτική αντανάκλαση μαρμάρου
που σ’ εξαντλούσε σαν διέτρεχε όλους
τους ημικυκλικούς του νου σου στίβους.
Περιδινούνταν —νόμιζες— σαν δίσκος
το στάδιον, που θα κραύγαζες. Κατέβης
τα σκαλοπάτια — έτρεξες πατώντας
τις πλάκες του μαρμάρου στις εισόδους—
προσπέρασες αμέσως τις διαβάσεις
και του Εθνικού του Κήπου ακολουθώντας
το δωρικό κιγκλίδωμα αίφνης βγήκες
στην ανοικτή μεγάλη λεωφόρο:
συμφόρηση σαν πάντα αυτοκινήτων—
βαφή φαιά κι ιώδης της ασφάλτου

μια στίλβη μωσαϊκού στο πεζοδρόμιο
και της Κομμαγηνής πιο εκεί ή πρεσβεία.
Και πιο μακριά στο βλέμμα ξεχώριζαν
οι κρύες διαπυρώσεις των σύννεφων
ψηλά στ’ αρχαίο ξενοδοχείο «Σεράπιον»
κι η διαύγεια του ουρανού που αντανακλώταν
μ’ ενάργεια σκληρή σαν το διαμάντι
στο ύδωρ των κρυστάλλινων μεγάρων—
την ώρα που η αδυσώπητη άκρα ενάργεια
του ερωτά καθήλωνε τον χρόνο.
Η λεωφόρος άδειασε σαν θαύμα
κι η πιο λευκή μαρμαρυγή χυνόταν
παντού — μια λάμψη εγκάρσια που τότε
με τη μαγνητική της τράβαγε έλξη
στο κέντρο του ήλιου μέσα την ψυχή σου,
στον τέλειο κύκλο που όλα τα αναλώνει
θαρρείς μηδέν μα κι άπειρον συνάμα.
Απ’ το ίδιο εκείνο εκλύθηκε το κέντρο
του δελφικού φωτός αβυσσαλέα
ο άνεμος που σάρωσε τα πάντα
νεκρώνοντας τους δρόμους της Αθήνας.
Η δυνατή του ανταύγεια απορροφούσε
καθώς σκιές της Νέκυιας τους ανθρώπους
και στα μουσεία της πόλης εισχωρώντας
ζωογονούσε τα σβησμένα μάτια
των αγαλμάτων ακαριαία — όταν
απ’ την αιφνίδια ανάφλεξη ραγίσαν
οι αόρατες ουράνιες κλεψύδρες
κι ανοίχθηκε βαθιά μες στην καρδιά σου
η αρχαϊκή κραυγή του αέναου Ρόδου:
εκεί εμφανίστηκε έξαφνα λες κι είχε
ανέλθει απ’ το σημείο μηδέν του κόσμου
αγέρωχη η γυναίκα πού αγαπούσες.
Τα επίχρυσα ματόκλαδα ανατείλαν
της δολερής Ηλιοδώρας κι όπως
τον σίδηρο η φωτιά σε πυρπολούσε
το ιώδες φως του βλέμματος της
πόνος
οξύς σαν τη χρυσήλατη περόνη
της Ιοκάστης — όμορφη που μόνον
στην αγκαλιά σου πάλι να τη σφίξεις
και να πεθάνεις θέλησες — γυναίκα
βαριά κι από πηλό και φλόγα – κνήμες
χαλκές και βλεφαρίδες της Αστάρτης—
το διάδημα της Νύχτας στα μαλλιά της
και του φωτός στα χέρια της τα σκήπτρα.
Και σαν φτερούγες τ’ άπλωσε ξεσπώντας
σε γέλιο αναίτιο και καθάριο που όλο
και πιο μακριά στον ουρανό αντηχούσε
χαράζοντας ανήλεα τη μνήμη
με μια ανεξίτηλη γραμμή από αίμα
σαν μαχαιριά. Με χέρια ορθάνοιχτα έτη
φωτός απομακρύνθηκε από σένα
για τ’ αστρικά διαστήματα των κόσμων—
ενώ το γέλιο της ηχούσε ακόμη
πριν στον ορίζοντα σβηστεί με του ήλιου
τις τελευταίες λάμψεις στη γαλάζια
σκληρή σιγή της μοναξιάς τριγύρω—
της μοναξιάς που φάνηκε ν’ ανοίγει
κυαναυγής κι απύθμενη βαθιά σου
καθώς η θάλασσα. Κι εσύ σε εκείνη
βυθίστηκες: στις κρύες υγρές οδούς της,
στις νεκροπόλεις μέσα των υδάτων
και τις βαθιές απέραντες στοές τους
με τα νεκρά τ’ αγάλματα του πόθου

τη θλίψη του Αντινόου και του Πατρόκλου
και το πικρό της Μνησαρέτης πένθος
που σε κοιτά με μάτια νεκρωμένα
κι ο κρόταφος της στάζει πάντοτε αίμα.
Και γέμισαν σαν άμμος την κλεψύδρα
εικόνες σκόρπιες τη συνείδηση σου—
οι λεωφόροι — οι Κόρες του μουσείου—
η βοή απ’ τα αυτοκίνητα στον δρόμο—
η ζωογόνα αδρή πνοή του άνεμου—
τα κέντρα του εμπορίου- παγωμένη
αρχιτεκτονική ορθογώνιου ύαλου—
το κοφτερό στεγνό γαλάζιο ψύχος—
η ανεξιλέωτη πληγή στη μνήμη—
η αιθρία του χειμώνα — η απουσία.
—Και του ουρανού η αδιάφθορη διαφάνεια
μια αρραγής δικαιοσύνη ήταν
σκληρή κι αχάραγη καθώς διαμάντι.

Solstitium, 2007