8. Ανθολογία Αυγής, Βαγενάς, 9.11.14

Advertisements
.
 
I

Τα εβδομήντα – όταν άλλοι είναι νεκροί
και άλλοι γέροι – είναι μιά ηλικία πικρή
για τους ζωντανούς. Αλλά και τους υπόλοιπους
δεν θα τους υποδεχτεί ο Όλυμπος.
 
 Γιατί μετά θάνατον το σώμα
δεν θα ξαναπλάθεται από χώμα.
Αφού μετατρέπεται σε λίπασμα,
θα κυκλοφορεί ως απείκασμα.
 
 
II
  
Όλα δείχνουν πως διαβαίνουμε την Πύλη
δίχως τη σωματική μας ύλη:
 
 καθαρές ψυχές, άυλα πνεύματα,
άτρωτα απ’ τα μαγειρέματα
 
 του χρόνου, που –όμως σ’ εκείνα τα ύψη–
πολύ φοβάμαι πως θα μας λείψει.
 
 
III
 
Γιατί δίχως σώμα (έστω νεοσύστατο)
η αιωνιότητα θα ’ναι υποκατάστατο.
Χωρίς χείλια, ρώγες, στήθος,
θ’ απομένει μόνο η ιδέα, ο μύθος
 
 – βέβαια κι η μουσική των κόσμων,
αλλά μια μορφή διακόσμου,
όπως το βιολί ή το μαντολίνο
συνοδεύει λόγια, όχι εκείνο
 
που συνέβη (δίχως συνοδεία λαγούτου)
στον καιρό του. Ως εκ τούτου
από το να ζω μονάχα με τον ήχο
προτιμώ τα εβδομήντα και να βήχω.
 
Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Τρομάζω στο χαμόγελο της τίγρης.
Της τίγρης που τη νιώθω να με γυροφέρνει,
και που όσο και να ψάξεις δεν θα τη βρεις.
Αόρατη γλιστράει στα δροσερά
φυλλώματα που εκτρέφουν οι έρημοι.

Η αγάπη σαν την τίγρη είναι φριχτή,
αλλά είναι και θεσπέσια.
Οι ραβδώσεις της με κλείνουν σε ειρκτή.
Στη σκέψη πως με μυρίζει σαν βορά
αισθάνομαι απαίσια.

Μα ευφραίνομαι όταν τραγουδούν οι βάρδοι
αυτό το ζώο που σχεδόν το νιώθω επάνω μου.
Ο Μπλέηκ, ο Μπόρχες, ο Λεοπάρντι.
Θα με σπαράξει ετούτη τη φορά;
Ή θα με σώσουν τα φτερά του άνεμου;

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Είναι καιρός που η Μούσα μου κάτι έχει πάθει.
Δεν κάθεται στα γόνατά μου γελαστή.
Βαριέται, μου καταλογίζει λάθη
ασυγχώρητα, εμένα που από το σινάφι
με είχε τον πιο θερμό εραστή.

Αυτή που πριν χάιδευε τα μαλλιά μου
με μυρωμένα δάχτυλα, μου μιλά
με ήχους που δεν θυμίζουν μελωδία πιάνου
– καρφώνονται σαν βέλη Ινδιάνων
εκεί που κάποτε άφηναν τριαντάφυλλα.

Αισθάνομαι πως κάποιες την έχουν ζαλίσει
με σχόλια κάθε άλλο παρά λυρικά
–μισόλογα για μένα– που την έχουν πείσει
πως θα ’ταν για τους δυο μας μια λύση
να πάψει να με βλέπει ερωτικά

– να συναντιόμαστε σαν δυο καλοί φίλοι,
αγαπημένοι, με κοινά ενδιαφέροντα,
λεπτά ( πάνω απ’ το άρρεν και το θήλυ ),
μιλώντας για το πνεύμα, όχι την ύλη,
και, κάποτε, για τον έρωτα.

Νιώθω πως δεν θ’ αργήσει να με ξεχάσει,
ότι σε λίγο θα μου τα κόψει κι αυτά,
αφού έχει αρχίσει να με λέει Θανάση,
αυτή που ώς τώρα μου είχε πλάσει
τα πιο τρυφερά υποκοριστικά.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Θα ’ναι μια κρύα νύχτα ( αλλά και η νύχτα
πριν από αυτήν θα ’ναι εξίσου κρύα ).
Θα μας σκεπάζουν λειχήνες, βρύα,
χόρτα των τοίχων. Το σκοτάδι θ’ αλυχτά.

Χίλιοι άνθρωποι δεν θα μπορούν να σηκώσουν
μαζί ένα πεσμένο φύλλο.
Κι άλλο για ένα σάπιο μήλο
θα πουλάν την ψυχή τους όσο-όσο.

τρομαγμένοι –θα σκούζουν οι σειρήνες–
οι άγγελοι ( ανάποδα, με το κεφάλι
προς τα κάτω ) θα πέφτουν με αλεξίπτωτα.

Χλωμούς, ανήμπορους από τη ζάλη,
θα τους ρουφούν ηδονικά οι δίνες
του μηδενός, του τίποτα.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Αν και είναι βέβαια θλιβερό
όταν τελειώνει μια αγάπη,
είναι και μια ανακούφιση :
ανάμικτη με τη θλίψη
είναι –βαθιά– η πεποίθηση
πως τελικά δεν θα σου λείψει.

Πάντα υπάρχει κάτι σχετικό
που χρυσώνει το χάπι :
ένα ωραίο γεύμα, κάποιοι στίχοι,
μια βάρκα ή ένα κότερο.
Και με λίγη τύχη
βρίσκεις κάτι σχετικότερο :

δυο λεπτά, διψασμένα
γόνατα, μια καυτή φωνή
κι ένα στήθος που αφήνεται.
Ο έρωτας τί είναι τελικά ;
Ένα επιδόρπιο που γίνεται
συνήθως με τα ίδια υλικά.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Ω, να πεθαίναμε σαν τα πουλιά
που δεν αφήνουν πτώμα.
Μόνο ένα πούπουλο στην αντηλιά
να κατεβαίνει αργά, χωρίς
ποτέ να φτάνει στο χώμα.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Η θέα είναι υπέροχη από τα πενήντα.
Τα βλέπεις όλα μέσα από άλλα σύννεφα,
κόκκινα, ροζ, μαβί ( αρκεί να μην τα
μπερδέψεις με γαρύφαλλα και κρίνα
όπως εκείνοι που σκέπτονται ασύνετα ).

Λίγο πιο πάνω αρχίζουν τα σκότη
που χύνει κρουνηδόν η Χίμαιρα,
καθώς ο γύπας σκαλίζει το συκώτι
κι αισθάνεσαι επιτέλους ότι
χωνεύονται τα αιώνια με τα εφήμερα.

Με συναρπάζουν ετούτα τα ύψη,
όπου τίποτε δεν φαίνεται αδύνατο,
σαν κάποιο χέρι να έχει εξαλείψει
τον γκρίζο βράχο, κι όπου η θλίψη
μοσχοβολάει σαν μήλο αγίνωτο.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Δεν είναι πολύ μεγάλη η πίτα.
Μερικοί δεν θα πάρουμε μπουκιά·
πράγμα που μας βαραίνει σαν ήττα,
που κάνει τον καθένα μας κακό ή κακιά.
Μας τρώει μια μοχθηρία κρυφή
γι’ αυτούς που βρίσκονται στην κορυφή.

Τον θαυμασμό επιθυμούμε
για κάθε στίχο που εκστομίζουμε,
κι όταν τον έπαινο δεν ακούμε
θυμώνουμε κι αφρίζουμε.
Χαρακτηρίζουμε τους κριτικούς
κακόπιστους ή χολερικούς.

Νιώθουμε μια περίεργη θλίψη
που τα βιβλία μας μένουν απούλητα
Μελαγχολούμε που μας έχει λείψει
η αγάπη του κόσμου, και μισούμε αβούλητα
το ευρύ κοινό που αντί για ποιήματα
αγοράζει μυθιστορήματα

Πιστεύουμε πως κάτι δεν πάει
καλά με τους ποιητές που τους διαβάζουν οι πολλοί
καταφρονώντας τα εντελβάις
των κορυφών μας για τα ευτελή
κι άοσμα άνθη της γλάστρας
που τ’ ανεβάζουν ώς τ’ άστρα

Το θεωρούμε απίστευτο ότι
οι αερολογίες του ενός
κι οι άξεστοι κι ανοικονόμητοι τρόποι
του άλλου κι ο δυσκοίλιος ή φτηνός
λόγος εκστασιάζουν· ότι η κριτική
βρίσκει στους κρότους τού τάδε μουσική

Είμαστε βέβαιοι ( ή σχεδόν βέβαιοι ) ότι το
μέλλον θα μας δικαιώσει
και το αχειροκρότητο
έργο μας θ’ αποθεώσει
Ότι οι στίχοι μας δεν έχουν λήξη.
Λέμε : « ο χρόνος θα δείξει ».

(Πάνω σ’ ένα ποίημα του Γκάβιν Γιούαρτ)

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

στον Ηλία Λάγιο

Τώρα είναι ήσυχα εδώ κάτω. Γαλήνη.
Οι διάβολοι αναπαύονται στην παχιά αιθάλη.
Άλλοι κόβουν τα νύχια τους. Άλλοι
θυμούνται τα παλιά. Μια μωβ σελήνη,

οδοντωτή, ολοστρόγγυλη, βουτάει και σβήνει
στο ζεστό θειάφι, που έχει σχεδόν κοπάσει.
Οι φλόγες χαμηλώσαν. Από πισσωμένα δάση
πότε-πότε πετούν τραγουδώντας σμήνη

μαύρων αγγέλων (αγάλλονται τα ερέβη
με τα «Εν υψίστοις» σε largo ή andante),
ενώ ένας καθιστός
—που ξέμεινε— αφοδεύει
πίσω από μια βλοσυρή προτομή του Ντάντε.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Ο Θάνατος ήρθε ένα βήμα πιό κοντά.
Μου φαίνεται πώς δέν κρατάει δρεπάνι αλλά απόχη.
Μά έχω πιά μάθει να σκέφτομαι σωστά
στά ερωτήματα πού κανείς απαντά
μ’ ένα ναί ή ένα όχι.

Θέλω νά πω, τό μέλλον χτυπάει στό ψαχνό
αλύπητα. Κι ανακαλύπτω
μέ θλίψη πώς έχω αρχίσει νά ξεχνώ.
Πώς όλα σκεπάζονται μ’ ένα αχνό
σύννεφο, κι όχι μέ τή σκιά των ευκαλύπτων.

Νιώθω πώς λίγα πράγματα μπορούν νά συμβούν,
κι άλλα, πολύ περισσότερα, πώς δέν θά γίνουν.
Μά όσα δέν γίνονται τώρα, βομβούν
στά σκονισμένα κοιλώματα του λοβού
όπως οι σφήκες στούς κάλυκες των κρίνων.

Πάνσοφε, Μεγαλόθυμε, Άρχοντα του Φωτός,
χάρισέ μου έναν θάνατο αντρίκειο.
Τούτο μονάχα σου ζητώ,
εγώ πού ποτέ μου δέν δέχτηκα δοτό
πόστο ή οφφίκιο.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

30

.

Τώρα οι βιολέτες δεν φουντώνουν.
Μόνο τα δάχτυλα του χρόνου
άσπρα και λεπτά

ηχούν στα πλήκτρα της ψυχής σου
μια μελωδία της αβύσσου.
Δίχως αυτά

o ήλιος θα βούλιαζε στη δύση.
Ζεστή θα σε είχε προσαρτήσει
το τίποτα.

Βάρβαρες ωδές, 1992