img

***

Κοιτάξτε! Μια χοροεσπερίδα
στα έρημα κι έσχατα τα χρόνια!
Πλήθος αγγέλων πεπλοφόρο
και φτερωτό, κλαίοντας αιώνια,
στο θέατρο κάθονται να δούνε
φόβων κι ελπίδων κάποιο δράμα,
ενώ μια ουράνια μελωδία
η ορχήστρα παίζει κάτω αντάμα.

Σαν τον Θεό ντυμένοι μίμοι
σιγομιλούν και ψιθυρίζουν,
απλά νευρόσπαστα που τώρα
δώθε κι εκείθε φτερουγίζουν.
Όντα χωρίς μορφή τεράστια
αυτά τ’ ανδρείκελα προστάζουν
κι όταν χτυπούνε τα φτερά τους
απρόοπτες συμφορές τ’αρπάζουν.

Το ποικιλόχρωμο αυτό δράμα
κανένας δεν θα το ξεχάσει −
το φάντασμα που το διώκουν
(μα ο κυνηγός δεν θα το πιάσει)
γύρω στον κύκλο που επιστρέφει
ξανά στο ίδιο το σημείο.
Τρέλα και τρόμος κι αγωνία
του έργου αυτού είναι το στοιχείο.

Μα μες στη χλαλοή των μίμων
κάποιον παρείσακτο θα δεις:
ένα ματοβαμμένο πράγμα
από τα βάθη της σκηνής.
Και με θανάσιμες οδύνες
οι μίμοι γίνονται βορά του −
οι αγγέλοι κλαιν που ανθρώπου αίμα
στάζουν τα δόντια τα δικά του.

Μεμιάς τα φώτα σβήνουν όλα.
Πάνω από κάθε μια μορφή,
που τρέμει, λες καθώς σουδάρι
η αυλαία πέφτει ορμητική.
Σηκώνονται και λεν πως είδαν
κάτωχροι οι αγγέλοι δυστυχείς
την τραγωδία «Άνθρωπος», που είναι
ο σκώληξ πρωταγωνιστής.

Πηγή:
Ποιήματα, Τα Ανάλεκτα, 2015

Advertisements

8. Ανθολογία Αυγής, Βαγενάς, 9.11.14

Ιωάννα Ξημέρη_Χωρίς τίτλο_ 2012. tissue paper and cardboard*********

Γιατί αποφεύγεις τα καθημερνά, ψυχή μου,
βάσανα; Δεν θα βρεις της αλυπίας την τέχνη.
Θέσπισε ο Πλάστης νά ′χει αγκάθια η γη από κάτω
και μύριες έγνοιες η ζωή μας. Βάσταξέ τες.

Πηγή:
Ο τρομερός τον νου μου ο έρωτας τυφλώνει, 2012

Εικονογράφηση:
Ιωάννα Ξημέρη, χωρίς τίτλο, 2012

Χρόνης Μπότσογλου (2)*********

Την Αρετή στης πόλης είδα χθες τη μέση,
μαυροντυμένη, σκυθρωπή, γεμάτη θλίψη.
Τι έπαθες, ρώτησα. Κι εκείνη μου είπε: στέκουν
η Τόλμη, η Γνώση, η Φρονιμάδα στις γωνίες,
η Άγνοια κυβερνά κι η Μέθη κι η Δειλία.

Πηγή:
Ο τρομερός τον νου μου ο έρωτας τυφλώνει, 2012

Εικονογράφηση:
Χρόνης Μπότσογλου

Δημοσθένης Αβραμίδης, Η Εις Άδου Κάθοδος, 2011

***

* * *

Με ένα ποίημα του Γ.Θ. Βαφόπουλου και μια αγιογραφία του Δημοσθένη Αβραμίδη, το Παμπάλαιο Νερό εύχεται σε όλους και όλες σας Καλές Γιορτές. 

* * *

***

Στης γήινής σου πορείας το τέρμα σαν εγγίσεις
και των βημάτων σου διακόψεις τη γραμμή,
την υψηλή κ’ επίσημη τούτη στιγμή
σκέψου καλά το χρέος σου πόχεις να εξοφλήσεις.

Πρόσεξε στις αδυναμίες σου μην ενδώσεις,
που τις εκμεταλλεύτηκες τόσο πολύ.
Καιρό δεν έχεις πια για νέαν αναβολή.
Είναι η στιγμή που τον εαυτό σου θα δικαιώσεις.

Αν όμως σε λυγίσει κάποια αδυναμία,
όταν θα σέρνεσαι προς τη Γεθσημανή,
πρέπει πως λιποψύχησες να μη φανεί,
κάμνοντας την ανάγκη σου φιλοτιμία.

Όχι λυγμοί και «το ποτήριον παρελθέτω . . . »
Κι’ ούτε να πεις: «Ηλί, λαμά σαβαχθανί;»
Μια φορά πάει κανείς στη Γεθσημανή.
Σαν τέλειος θεατρίνος το ποτήρι πιε το.

Μην κάμεις στα στερνά καμιάν απροσεξία
κι’ αηδιάσεις με κανένα μορφασμό.
Αν δεν παίξεις με τέχνη και θεατρινισμό,
χάνεις στερνά μαζί και την ευθανασία.

Πηγή:
Τα ρόδα της Μυρτάλης, 1931

Εικονογράφηση:
Δημοσθένης Αβραμίδης, Η εις Άδου Κάθοδος, 2011

Ιουλία Βεντίκου_Γυναίκα 2010-2011

***

Σε μία μυστηριώδη ύπαρξη στην Έπαυλη των Finzi-Contini

Με νοσταλγία περνάω συχνά απ’ τον κήπο σου
Κορίτσι πανέμορφο στα κάτασπρα ντυμένη
Με μια ρακέτα του τέννις καινούργια στο χέρι
Με νοερούς αντιπάλους στα σύννεφα παίζοντας
Χωρίς ακόμα να ξέρει το μυστικό σου κανένας
Μ’ ελπίδα πάντοτε κάποιος να βγει κερδισμένος
 
Από μι’ αναπόληση του πώς ήσουν ντυμένη
Ήρθες προς τα εμένα τείνοντας το χέρι
Νοερά την ψυχή σου χωρίς αντιπάλους παίζοντας
Αυτό που σκεπτόσουνα να μην το μάθει κανένας
Κι ένας απ’ αυτούς που ελπίζανε να βγει κερδισμένος
Απ’ όσους συχνάζανε πάντα κρυφά στον κήπο σου
 
Μα τί διαφορετικό περίμενες από ’να τέτοιο χέρι
Στα ζάρια πάντοτε την καρδιά σου παίζοντας
Ενώ ανοιχτά δεν τολμούσε να το κάνει κανένας
Όσο να πεις «αλίμονο στον κερδισμένο»
Που με ύπουλο τρόπο είχε εισδύσει στον κήπο σου
Την ώρα που δεν ήσουνα για τα μάτια του κόσμου ντυμένη
 
Θέλω να πω έτσι στα μισοσόβαρα παίζοντας
Μην ομολογήσει αυτό το μυστικό κανένας
Φόρο τιμής προτείνοντας στον κερδισμένο
Τον προνομιούχο που ήξερε να μπει στον κήπο σου
Και που σε είδε όχι ακόμα εντελώς ντυμένη
Ν’ ανοίγεις το δώρο σου από κάποιο χέρι
 
Κι έχοντας φτάσει εκεί που δεν πήγε κανένας
Δήλωσε κάποια εχθρότητα στον κερδισμένο
Αυτόν που παραβίασε πρόσφατα τον κήπο σου
Όταν στους άλλους εμφανίστηκες ντυμένη
Και σου προσφέρθηκε απροσδόκητα ένα χέρι
Που αποτραβιόταν όταν τό ’πιανες παίζοντας
 
Κι όλα τα μάτια στράφηκαν στον κερδισμένο
Του μεγάλου λαχείου που ήταν ο κήπος σου
Αδιαφορώντας αν ήσουνα ή δεν ήσουν ντυμένη
Στον ώμο σου πάντοτε ακουμπισμένο ένα χέρι
Τα μάτια σου από τον έναν στον άλλον παίζοντας
Κι ας μην ήταν ακόμα στο δωμάτιο άλλος κανένας
 
Ντυμένη στο κήπο σου ήσουνα όμως κανένας δεν βγήκε
Κερδισμένος παίζοντας την τύχη του με το χέρι σου
 
Αθήνα, 25 Ιουνίου 1994

***
Πηγή:
περ. Praxi, τχ. 1, Καλοκαίρι 2000

Εικονογράφηση:
Ιουλία Βεντίκου, Γυναίκα, 2010-2011

***

10

Η Ελλάδα ολόκληρη μια κολυμβήθρα.
Απ’ άκρια σ’ άκρια γίνονται βαφτίσια.
Φτάνει και μια μονάχα δαχτυλήθρα,
τα «στραβά» μας να βαπτισθούνε σε «ίσια».

Τα ρούβλια βαπτισθήκαν σε δολλάρια.
Ο Βάρναλης με τ’ όνομα προδότης.
Ο Καζαντζάκης άξιος για λιθάρια
κι ο Σικελιανός ανάξιος πατριώτης.

Ω «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», τί μένει
αβάπτιστο στη γη τη δοξασμένη;

* * *

11

Τώρα όλα στην Ελλάδα έχουν αλλάξει.
Οι ξενοκίνητοι έλειψαν προδότες.
Τα παλιά ρούβλια εγίνηκαν στην πράξη
δολλάρια, για τους γνήσιους πατριώτες.
 
Κι ας σχίζονται, μες στο Πολυτεχνείο,
οι αλήτες, δήθεν για Δημοκρατία,
ενώ συνωμοτούν στο καφενείο
για να φέρουν μια νέα Λαοκρατία.
 
Της «Νέας Ελλήνων Τάξεως» παίδες ίτε,
με το στιλέτο πάντα γρηγορείτε.

* * *

33

Παιδιά του Μετσοβίου Πολυτεχνείου
της λευτεριάς ανοίξατε τη στράτα.
Είστε ο Ιερός Λόχος του Δραγατσανίου,
πού χε κι εκείνος τα δικά σας νιάτα.

Σας φέρνουν οι δειλοί άνθινα στεφάνια
και κροκοδείλια τώρα χύνουν δάκρυα
εκείνοι, που προσμέναν στην αφάνεια
«ευκαιρίες», ζαρωμένοι σε μιαν άκρια.

Των μεγάλων τα όπλα η υποκρισία.
Το δικό σας προνόμιον η θυσία.

* * *

34

Εμείς, φιλήσυχοι νοικοκυραίοι,
τί τη θέλαμε τη Δημοκρατία;
Τί μας έμελλε αν γίναν αρουραίοι
όσοι μάχονταν την Επταετία;

Λιαζόμασταν στην ήλιο του Απριλίου
και καμαρώναμε τις παρελάσεις.
«Εξ αποστάσεως τώρα ενός μιλίου»
πρέπει να περπατάς, για να περάσεις,

όταν οι μακρυμάλληδες ουρλιάζουν
και τη Δημοκρατία τους γιορτάζουν.

* * *

35

Ιδεολόγοι και καταφερτζήδες,
τα βολέψαμε στην Επταετία.
Τώρα όλες του Έθνους οι παλιές ατσίδες
ορκίζονται στη Νέα Δημοκρατία.

Ο Παττακός; Τον άνθρωπον ουκ οίδα.
Κι ο Γεωργαλάς; Ποιος νά ναι τούτος πάλι;
Άγνωστοι κι ο Λαδάς με τον Καρύδα,
πού καταντήσανε σε τέτοιο χάλι.

Η μονέδα πάντα σκορπά ευωδία,
το ίδιο μες σ’ εκκλησιές και καφωδεία.

* * *

52

Πόλεμοι, διχασμοί κι εμφύλια πάθη,
παλιές «Οκταετίες» κι «Επταετίες»,
έπρεπεν ίσως να μας είχαν μάθει
των παθών μας ποιες ήσανε οι αιτίες.

Πατρίδα, σε προδώσαν τα παιδιά σου,
για τα ρούβλια, τις λίρες, τα δολλάρια.
Βάλανε ακόμα στόχο την καρδιά σου,
ρίχνοντάς σου των ξένων τα λιθάρια.

Ένα πόδι προμένουμε, Πατρίδα,
που θα λειώσει την ξένη αυτή ακρίδα.

Πηγή:
Λουκίλιος Γιουβενάλης (= Γιώργος Βαφόπουλος),
Τα Νέα Σατιρικά Γυμνάσματα, 1975

Εικονογράφηση:
Γιάννης Μαρκόπουλος, Ygeia Transmission, 2009

.

Πρέπει λοιπόν κι εδώ κάποιος να εγκύψει
και αυτό να εγγραφεί και να ειπωθεί,
του αρσενικού η πλέον μύχια θλίψη
και η πνιγμένη του άντρα οιμωγή.
Στη Γλώσσα πρέπει να ρθει όλη η Γη,
να εντυπωθεί στον Λόγο μ’ έναν γρόθο
και στον Ρυθμό με βία να χαραχθεί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Δεν είναι ο Θεός που έχει εκλείψει,
και ο Θάνατος που σας διεκδικεί,
δεν είναι η Ιστορία που έχει ενσκήψει
και που εκατόμβες πάλι απαιτεί,
μα Εκείνη και η Άλλη και Αυτή,
μορφές και σώματα από χθόνιο δνόφο,
της λάσπης κορυφώσεις εν ζωή.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Και λέω την πάσα αλήθεια δίχως τύψη,
– η Σάρκα είναι αυτό που στιχουργεί –
οι θηλυκές – αυτό σας έχει λείψει
και πάντα θα σας τρώει, αρσενικοί,
εκείνο που κανένας δεν μπορεί
μα που ο καθένας θέλει μες στον ζόφο –
όλες τις θηλυκές να κοιμηθεί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

Η Σάρκα τον εαυτό της ιστορεί –
πώς δέρνεστε και γδέρνεστε απ’ τον πόθο
και πώς το ατσάλι λιώνει απ’ το κερί.
Αρσενικά θλιμμένα μου, σας νιώθω.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2012

.

Είπα κι εγώ ένα βράδυ να βυζάξω τα τοπία.
Ξερίζωσα λοιπόν τα δυο μου μάτια
κι έκαψα βούτυρο σ’ ένα φαρδύ τηγάνι
να πιω βουνά και λίμνες στέρεα τώρα.
Ο κόσμος είναι δυο μαστοί το δίχως άλλο
με μια και δυο κουτάλες της κουζίνας
πήρα να τους γευτώ μέσα στο πιάτο∙
ψαύοντας με τη γλώσσα τις θηλές τους
τα δάκρυα σαν παιδάκια είχαν κλοτσήσει
σαν τόπια τα τοπία είχαν κυλήσει
στο νέο τους χάρτη μιας πεδιάδας ομελέτας.

Αυγά και μάτια ένα μπαστούνι παίρνω τώρα
κι όπου σας βρίσκω θα τρυπάω και θα βαδίζω.

Ο θάνατος το στρώνει, 1986

.

Ερπετού είχες πάντα για γυναίκας την όψη ;
Με τη γλώσσα διχάλα, το φιλί μου αρπάζεις·
το κορμί σου τροχίζεις στων ματιών μου την κόψη,
στη φιδίσια σου πέφτω αγκαλιά και σπαράζεις.

Με τη γλώσσα διχάλα το φιλί μου αρπάζεις.
Λιποτάκτης ο ήλιος, σε τοπίο θανάτου.
Στη φιδίσια σου πέφτω αγκαλιά και σπαράζεις,
ένα βλέμμα της μοίρας στη μεριά του αοράτου.

Λιποτάκτης ο ήλιος σε τοπίο θανάτου
—αφού ξέρεις πως όρκο βαρύ έχω πάρει—
ένα βλέμμα της μοίρας στη μεριά του αοράτου
με κατέχει, τις νύχτες που ολολύζουν οι γλάροι.

Αφού ξέρεις πως όρκο βαρύ έχω πάρει :
πεθυμιά, που λουφάζει σε αδυσώπητο σκότος,
με κατέχει τις νύχτες που ολολύζουν οι γλάροι.
Στην ψυχή μου χαράζει σταυροδρόμια ο νότος . . .

Πεθυμιά που λουφάζει σε αδυσώπητο σκότος
(ένας θρήνος, που λάγνο καταπίνει το κύμα).
Στην ψυχή μου χαράζει σταυροδρόμια ο νότος :
σε κρυφή μια σπηλιά, του έρωτά μας το μνήμα.

Ένας θρήνος, που λάγνο καταπίνει το κύμα.
«Θα ξανάρθω», σου είπα, «μια μέρα του Μάρτη».
Σε κρυφή μια σπηλιά, του έρωτά μας το μνήμα,
τσακισμένη πυξίδα σε ανύπαρκτο χάρτη.

«Θα ξανάρθω», σου είπα μια μέρα του Μάρτη,
«όταν βρω το μαχαίρι που το νήμα θα κόψει».
Τσακισμένη πυξίδα, σε ανύπαρκτο χάρτη . . .
Ερπετού είχες πάντα, για γυναίκας την όψη ;

Πρώτη δημοσίευση

.

1

Ξέρω πως κρύβεις
ένα κομμάτι νύχτας
μέσα στην τσέπη.

2

Όταν νυχτώνει
τα μολύβια δε γράφουν,
γίνονται σφαίρες.

3

Πώς την κρέμασες
ανάποδα τη νύχτα
σαν νυχτερίδα.

4

Δράκοι της νύχτας
καταπίνουν αστέρια
και σκόρπιους στίχους.

5

Ξύπνα τον ήλιο,
μαλώσανε τ’ αστέρια
με το φεγγάρι.

6

Αίμα στ’ αγκάθια·
ο πόνος ξεγεννάει
τριαντάφυλλα.

7

Δεν είσαι δάσος,
πευκοβελόνα είσαι
στο μανίκι μου.

8

Τίναξες κλαδιά
έβγαλες και λουλούδια
μπηγμένο ξίφος.

9

Τα ξένα πουλιά
στο ξένο δέντρο τρέμουν
την καταφρόνια.

10

Σκίσε τα ρούχα.
Γυμνοί, με τα φτερά μας
ν’ αναληφθούμε.

Πυγολαμπίδες, 2011

.

Διαβήματα γρύλων, διαλόγους περιστεριών
τα σχόλια της ντάλιας καθώς την προσπερνάς αργά
την ώρα που δύει ο ήλιος μέσα στους ψιθύρους
της άνοιξης, στις ομιλίες ενός θολού θέρους

ασφαλώς τ’ ακούς όλα αυτά τώρα πιο καθαρά,
ίδια πάντα, η συντεταγμένη στην υπερβολή –
σού μένει μόνο να μάθεις, ει δυνατόν, απόψε
για την δόξα, όχι την εφήμερη ίσκιων και παθών

των ανθρώπων, αλλά για εκείνη της πανσέληνου,
ιδίως του Σεπτέμβρη στα κλαδιά της καμφοράς
μπλεγμένη κι απελεύθερη, ακίνητη, άφαντη

ξαφνικά μέσα στην κόμη του χρόνου, ένα παιχνίδι
ομορφιάς, είδωλο κι αλήθεια μαζί, καλειδοσκό
πιο δέους των πρωτόγονων φυλών, ένα βλέμμα μου.

Ν, όπως Νοσταλγία, 2008

.
 
I

Τα εβδομήντα – όταν άλλοι είναι νεκροί
και άλλοι γέροι – είναι μιά ηλικία πικρή
για τους ζωντανούς. Αλλά και τους υπόλοιπους
δεν θα τους υποδεχτεί ο Όλυμπος.
 
 Γιατί μετά θάνατον το σώμα
δεν θα ξαναπλάθεται από χώμα.
Αφού μετατρέπεται σε λίπασμα,
θα κυκλοφορεί ως απείκασμα.
 
 
II
  
Όλα δείχνουν πως διαβαίνουμε την Πύλη
δίχως τη σωματική μας ύλη:
 
 καθαρές ψυχές, άυλα πνεύματα,
άτρωτα απ’ τα μαγειρέματα
 
 του χρόνου, που –όμως σ’ εκείνα τα ύψη–
πολύ φοβάμαι πως θα μας λείψει.
 
 
III
 
Γιατί δίχως σώμα (έστω νεοσύστατο)
η αιωνιότητα θα ’ναι υποκατάστατο.
Χωρίς χείλια, ρώγες, στήθος,
θ’ απομένει μόνο η ιδέα, ο μύθος
 
 – βέβαια κι η μουσική των κόσμων,
αλλά μια μορφή διακόσμου,
όπως το βιολί ή το μαντολίνο
συνοδεύει λόγια, όχι εκείνο
 
που συνέβη (δίχως συνοδεία λαγούτου)
στον καιρό του. Ως εκ τούτου
από το να ζω μονάχα με τον ήχο
προτιμώ τα εβδομήντα και να βήχω.
 
Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ Ι

Χάραξε τη μνήμη σκληρά η μορφή της:
τα μαλλιά που ο αγέρας τα τυραννούσε,
ο λαιμός που σφίγγαν —επίχρυσοι όφεις—
τα περιδέραια,

ο ίσκιος των βλεφάρων που σαν μαγνήτης
τον τραβούσε ολέθρια κι η κρύα λάμψη
των γλαυκών κορών της, που ως Μέδουσα άλλη
πάγωνε το αίμα.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ ΙΙ

Βρέθηκε κατόπιν στ’ απόκοσμο άλσος,
όπου μύριες λεύκες αργά θροΐζαν:
ανοιχτήκαν ξάφνου μπροστά του οι άδειοι
κήποι της Όρφνης.

Κι από το στερέωμα των άστρων πάνω,
από της Σελήνης τον άυλο κύκλο
έπεφτε συνέχεια στους κήπους κάτω
φέγγος και δνόφος.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ ΙΙΙ

Έπειτα μονάχος μες το σκοτάδι
χάθηκε στης πόλης τους λαβυρίνθους,
σ’ άδειες στενωπούς και σε νεκρωμένους
μύριους μαιάνδρους.

Πιο μακριά μετά στο ποτάμι δίπλα
βάδισε κοιτώντας στην άλλην όχθη
μαυσωλεία κι ηρώα που κυπαρίσσια
δορυφορούσαν.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ IV

Στη σκιώδη λέμβο της κλίνης του ύπνου
και με σφαλισμένα τα βλέφαρά του
έπλεε γαλήνια στο μαύρο πάνω
στύγιον ύδωρ.

Μυροφόρες νύχτες κοντά αγρυπνώντας
έραιναν  με φίλτρα σιγής και λήθης.
Και στις φλέβες μέσα βαθιά χυνόταν
έναστρη δρόσος.

.

ΣΑΠΦΙΚΟΝ V

Φεύγοντας για πάντα τη νέα Κολχίδα,
τους λευκούς χειμώνες, τις άγριες νύχτες
είδε τον λιμένα μια μέρα πάλι
της μεσημβρίας.

Στρόβιλοι φωτός κατεβαίναν ξάφνου
από τους γλαυκούς ουρανούς του θέρους
κι ως και τους δαιδάλους βαθιά του νου του
φώτιζε η λάμψη.

Μεσομήδης, 2008

.

Χαίρε, πανάρχαιά θέαινά μου, Εκάτη,
κόρη εύσπλαχνη της έναστρης νυχτός,
που για κάθε ζητιάνο και σακάτη
ο κόρφος σου είναι πάντοτε ανοιχτός.

Εκάτη τρίμορφη κι Εκάτη χθόνια,
εσύ των μαγισσών είσαι η κυρά,
που μ’ ελλεβόρους, βότανα και κώνεια
φτιάχνουν κάτι ποτά φαρμακερά.

Κι Εκάτη! Εσύ στο φέγγος της σελήνης
και μες την παγωμένη σιγαλιά
μαζί με τις δυο πόρπες σου ξελύνεις
σ’ όλη τη γη του πάθους τα σκυλιά.

Εκάτη, 2010

.

Τρομάζω στο χαμόγελο της τίγρης.
Της τίγρης που τη νιώθω να με γυροφέρνει,
και που όσο και να ψάξεις δεν θα τη βρεις.
Αόρατη γλιστράει στα δροσερά
φυλλώματα που εκτρέφουν οι έρημοι.

Η αγάπη σαν την τίγρη είναι φριχτή,
αλλά είναι και θεσπέσια.
Οι ραβδώσεις της με κλείνουν σε ειρκτή.
Στη σκέψη πως με μυρίζει σαν βορά
αισθάνομαι απαίσια.

Μα ευφραίνομαι όταν τραγουδούν οι βάρδοι
αυτό το ζώο που σχεδόν το νιώθω επάνω μου.
Ο Μπλέηκ, ο Μπόρχες, ο Λεοπάρντι.
Θα με σπαράξει ετούτη τη φορά;
Ή θα με σώσουν τα φτερά του άνεμου;

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Μόνοι και όψιμοι. Ξένοι της Γης.
Και άρα τ’ Ουρανού πιο ξένοι ακόμα.
Οι έσχατοι μιας κάποτε Φυλής,
με κάποιο γήρας σε ψυχή και σώμα.
Άντρες, γυναίκες, βρέφη και παιδιά
γέρικο σπέρμα, μήτρα κουρασμένη
μας γέννησε, μας έσπρωξε μπροστά·
θνησιγενείς· νεκροί και κολασμένοι.

Εμείς παντού. Και σαν εμάς κανείς.
Ιδού, σκεβρό το σώμα σου, Εσπερία·
δεν βάρυνε έτσι και ποτέ ουδείς
απ’ την Ανάγκη κι απ’ την Ιστορία.
Μαραίνεται το Δέντρο της Ζωής·
ας προκαλεί κι ας θάλλει το άλλο Δέντρο·
στέρεψε η πίστη· η γνώση, δεν αρκείς
και δεν υπάρχει, δεν υπάρχει κέντρο.

Μας έφθειρε η λαγνεία τα κορμιά,
ξεστράτισε μικρόψυχη η σκέψη,
η βούληση απ’ το αίμα δεν βαστά,
Θεός δεν είναι για να μας πιστέψει.
Κι ωστόσο μες στην πλάνη αληθείς·
περήφανοι· κανείς για να μας κρίνει.
Πάντα εμείς· παιδιά της ταραχής
δεν θα υποκριθούμε τη γαλήνη.

Ας πέσουμε όπως πέφτουμε λοιπόν.
Μια ώρα πριν το τέλος, και τη ζούμε.
Εκεί που όλα εκλείπουν το παρόν
εγγράφουμε στο μέλλον πριν σβηστούμε.
Βυθίζεται μια ήπειρος εδώ·
ο άνθρωπος που γίναμε τελειώνει
με στεναγμό, λυγμό και με σπασμό,
με έρημο, με θειάφι και μ’ αφιόνι.

Φοράμε των αιμάτων τη δορά.
Τα πρόσωπα γυμνώνονται απ’ το δέρμα
του ανθρώπου κι ανωφέλευτη η Τορά –
τελειώσαμε πριν φτάσουμε στο τέρμα.
Πυκνώνουμε στην πράξη τη στερνή
τώρα που ηχεί λόγος κενός το «Θεέ μου»
το αίμα πλέον του αίματος καλεί –
πράξη υπάτη η πράξη του Πολέμου.

Δεν θα υπάρξει Μνήμη για εμάς
που απ’ τη Μνήμη έχουμε βαρύνει,
σπεύδουν τα πάντα, σπεύδουν προς δυσμάς
μες στον καταποτήρα και στη δίνη.
Ήρθε ο καιρός που η ζωή δεν ζει.
Δόξα καμιά. Μόνο η στιγμή. Και φτάνει.
Η Αθανασία πέθανε κι αυτή.
Εμάς – κι ο Θάνατός μας θα πεθάνει.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2010

.

Εύα Υβέτ Ήβη και Λευκή
όνειρα ονείρου μου στη γη
καρπός κιτριάς κλαδί μυρτιάς
φύλλα ιτιάς και φοινικιάς
γυρίζατε κύκλο τη γραφή
με τα κεριά σας αναμμένα
Ήταν Σιμχά Τορά ήταν γιορτή
Λευκοί καπνοί είχαν υψωθεί
λείψανα μάτια ρημαγμένα
Γραφή και σύμβολα οι ναοί
στοιχειά που στοίχειωναν κι εμένα

Κυκλώνιο, 2009

Της Ειρήνης Λαμνάτου

Ποιητές παλιοί που ακούσαμε,
ανάξιοι της αγάπης σας τελείως
δεν είμαστε, ίσως. Ναι. Ακούστε μας.
Δίχως Θεό, μα ο άνθρωπος πιο θείος.

Ποιητές παλιοί, το μερτικό μας είχαμε
κι εμείς στις δυστυχίες και στη φτώχεια.
Τ’ αρχαία φάσγανα μάς έσφαξαν,
μας έπνιξαν καινούργια βρόχια.

Ποιητές παλιοί, στα πάθη σας
τα πάθη μας προσθέσαμε – και πόσα.
Ματώσαμε. Λυγίσαμε. Πεθάναμε.
Κι όμως κρατήσαμε. Κρατήσαμε τη Γλώσσα.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2010

.

Εφέστιες Σφίγγες, έμψυχα λαράρια –
νωχελικής δεσμώτιδες ανίας –
το βλέμμα των στραμμένο στα φεγγάρια
παρασκευάζει φίλτρα μαγγανείας –

κόρες-στέρνες που ο  γνόφος δεν στερεύει –
μηνίσκοι σε φακούς φωσφορικοί –
κάτοπτρα από βασάλτη που τα ερέβη
διηθούνε, σάπφειροι μαγνητικοί –

μικρές θεραπαινίδες της Εκάτης
σε δάση σεληνόφωτος φευγάτες –
ειδώλια θεάς –μεταξωτός αχάτης–
κι άξιες για χάδια Φαραώ :  οι γάτες.

Εκάτη, 2010