.

ή τ ο ι

ΟΡΜΗΤΙΚΟΣ ΗΜΙΑΙΜΟΣ ΣΚΥΜΝΟΣ
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΗΧΟΝ «ΜΙΑ ΣΥΝΤΑΓΗ ΜΕΓΑΛΗ»

Ώς πότε θα μας βάζουν, τζιμάνια, στα «ψιλά»,
Κατοσταριές, χιλιάδες, αράδα στην ουρά;
Μ’ ένα μας ποιηματάκι, με κάποια κριτική,
Στην εφημεριδούλα την επαρχιακή;
Ν’ αρπάζουμε πασπάλαις αφ’ όλαις τις μεριαίς,
Να κρύβουνε τα γέλοια με βια στις συντροφιαίς;

Καλλιό ναι μια φυλλάδα, κ’ εμείς μοναδικοί,
Παρά μεσ’ στους αιώνες με τους στερνούς στερνοί.

Τι σ’ ωφελεί κι αν μείνης σε μια παραπομπή;
Στοχάσου πως για τούτο κουράστηκες πολύ!
Ενώ, τζουτζές, παλιάτσος, μπαμπέσης αν σταθής,
Μπορεί να σε προσέξουν και δυο-τρεις αφελείς.
Ξεσκίζεσαι, δουλεύεις την Τέχνη μια ζωή,
Κ’ εκεί που ξέρουμ’ όλοι σε γράφει πάλι αυτή.

( Εδώ σηκώνονται οι Ημίαιμοι ορθοί, και, υψώνοντες
τας χείρας προς τον Δομοκόν, κάμνουν τον Όρκον. )

Μη στοχασθή κανένας πως ήταν για σκατά
Και ξέπεσ’ εδώ-πέρα να παίζη τον Πασά!
Τιμώ την αφεντιά του κι ορκίζομαι σ’ αυτό:
Σε γνώμην ειδημόνων να μην υποταχθώ!
Εν όσω ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός
Για να τους αφανίσω, θε να ναι σταθερός.
Κι αν παραβώ τον όρκον, να πέση μι’ αστραπή
Και να με κατακάψη, σα να χα λογική.

( Τέλος του Όρκου. )

Μπόγιες, τσανακογλείφτες, τσολιάδες, μανιακοί,
Στραγαλατζήδες, πάμε, για μιαν «Αληθινή»
(Τάχατες) «Ιστορία»* να ζώσωμεν σπαθί
Κι ότ’ είμασθε βλαμμένοι παντού να ξακουσθή.
Να βάλωμεν αδέλφια, ξαδέλφια και γονείς,
Τους φίλους, τα παιδιά μας κι όλους τους συγγενείς.

Μάιος 1981

* Ν. Παππά, Αληθινή ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, 1973

koutsourelis.gr, 2008

Advertisements

.

Στον Λαυρέντη

Ζούμε σε μια τρέλα      και το ξέρω
Κι ό,τι δε μπορούσα να υποφέρω
Έγινε η φυγή μου τώρα η μόνη
Άρπα λαιμητόμος και τιμόνι

Κι είναι κείνη που άνοιξε τη θέα
Μια γυναίκα επίπλαστη      μια ιδέα
Κάποτε υποκρίτρια και στο χάδι
Μέσα στο νερό και στο σκοτάδι

Στο γαλάζιο θήραμά σου χύμα
Κι άσε τα βυζάκια σου στο κύμα
Στο εφηβαίο χρυσάφι στάλα-στάλα
Φλοίσβο στων μηρών σου τη διχάλα

Βγες στους φωταγωγημένους δρόμους
Έπειτα και σάρωσε τους νόμους
Με τις σκανταλιές του φραγκοράφτη
Παίξε βάνοντας φωτιά όπου ανάφτει

Τ’ αλκοόλ σε λούζει ανταύγειες      πάρ’ τες
Στο σεντόνι σου με τρεις αντάρτες
Λύσου να σε οργώσουν πέρα ώς πέρα
Τρυφερή φευγάτη περιστέρα!

Μέτρα γενναιόδωρη ερωμένη
Από κάθε σου νυχτιά τι μένει
Φτάνει για να σώσεις την ψυχή σου
Και τρακόσιους-δώδεκα μαζί σου.

Τετράμηνα, τχ. 50, Άνοιξη 1993

.

Στον Νίκο Ξυδάκη

Ας πούμε αυτοί      γεράσαν μόνοι τόσο βιαστικά
Κι αντάμα τους γεράσαν κι οι αναμνήσεις
Σε μαύρα μπάρκαραν μεγάλα μεταγωγικά
Και παν      και σ’ ανταρσία πώς να τους κινήσεις
Όταν προσμένουν με γαλήνη κι αίσια θλίψη
Να ’ρθεί βαρύ πειρατικό να τους συνθλίψει;

Ripresa ….. Φεγγάρι που ’βρεχες φωτιά
Δεν τους αντάμωσες ποτέ καθώς ερχόσουν;
Πες μου      μ’ αλήθεια ή με ψευτιά
Τι περιμένουν πια για να θυμώσουν;

Των αλλουνών έχει η ζωή μεβίας ανατραπεί
Απρόσμενα      μες στο βαθύτερο σκοτάδι
Έχει ο καθένας τους πολλά να κάμει και να πει
Γι’  αυτό κι η λάμπα του αναιρεί το εξαίσιο βράδι
Με τόση σκόνη στης ψυχής τους το στημόνι
Ό,τι κι αν βγει ενοχή καμιά δε ρυτιδώνει

Ετούτοι πάλι που  ’σβησαν το μάτι του φιδιού
Γκρεμίζονται κοπαδιαστά και καταμόνας
Συνεπαρμένους απ’ την αύρα του εύκολου καιρού
Τους διαφεντεύει ο κάθε ανίσχυρος τυφώνας
Σχίζουν τα πέλαγα του μήκους και του πλάτους
Μουρλά πουλιά που καψαλίσαν τα φτερά τους

Μα υπάρχουνε και τα πολλά καλόβολα παιδιά
Του Λεβϊάθαν που μπορούν και ξεχωρίζουν
Ποιο το καλό ποιο το κακό και ποια η αναποδιά
Που συνηθίσαν να επιζούν χωρίς να ελπίζουν
Όλους τους πόνους έχει ο χρόνος απαλύνει
Αυτός ο αϊτός που τώρα κρύβει τη σελήνη.

Η Μυκονιάτικη, αρ. φ. 6, Ιούλιος-Αυγουστος 1993

.

Στον Θανάση Χαρμάνη «Δεύτερη Ανάθεση»

Φυλάξου γιατί παίρνει χρώμα η γύρω φύση
Σα μεγαθήριο σ’ έχει η εξέγερση πλευρίσει
Σιγή      πετάει ένα πουλί      βούκινο ένα βαπόρι
Και τώρα ακούγονται σκυλιά και μισθοφόροι
……Ζυγώνουν      έρχονται να σπείρουνε τον τρόμο!

Γη ταραγμένη από σκιρτήματα θανάτου
Κάμπος πλατύς που φαρμακώσαν τα νερά του
Γκριζαρισμένα από το θειάφι και το νέφτι
Μιας άστοργης βροχής κακού που ’δες να πέφτει
……Εδώ χαιρέκακα σταλμένη από το νόμο

Μ’ άλικο φίλτρο τραβηγμένα σε κοιτάνε
Πρόσωπα ασάλευτα καθώς      μικρέ λαοπλάνε
Χάνεσαι μέσα στη θεόρατη νεφέλη
Και μια πομπή τα λάβαρά της υποστέλλει
……Θωρώντας σε      δεντρί φτενό για το λοτόμο

……Θεέ της ανυπακοής      σ’ άγνωστο δρόμο

Μ’ απανωτές εκρήξεις καταμήκος της ασφάλτου
Πρόσταξε «Χίλια!» στο λευκόχρυσο πεντάλ του.

Εντευκτήριο, τχ. 9, 1989

.

από του καφενείου το μέσα μέρος

Στην Τίνα τον Μίλτο

Βουτάς με το κεφάλι κι ανασύρεις την αθωότη
Λάθη σωρό που εγίνανε από απειρία και νιότη
Που οφείλονταν σε αδάμαστα      θαρρούσες      πάθη
Που η υποχωρητικότητα ίσως διευκόλυνε μα παραμέναν λάθη
Που δυναμώσανε ως δια μαγείας
Καθώς μεγάλωναν μες στο κλουβί της εμπειρίας
…………………..Βαρίδι για να πας σε τέτοιο βάθος
…………………..Γίνεται κι ένα μόνο ύστατο λάθος

Λάθη όπου η αφετηρία έδωσε χώρο
Και τη διαβίου υιοθετήσαν ανθηρότητα ως όρο
Λάθη που γιγαντώσαν με του λύκου την προβιά
Λάθη-σκυλιά και λάθη-αρνιά
Που αρκούσε να τα δεις με ό,τι γεννήσαν
Κι αμφιβολία μην έχεις ότι λάθη σου δεν ήσαν
……………………Βαρίδι για να πας σε τέτοιο βάθος
……………………Γίνεται κι ένα μόνο ύστατο λάθος

Λάθη που τα ποτίσαν δάκρυα πολλά
Και που γρασάρει το σαρκίο όπως γερνά
Που τα προστάτεψαν οι πιο αναρμόδιοι       σα φαμέγιους τους ……………τα νιώθω
Που φίμωσαν και πνίξαν τη ζωη τ’ όνειρο και τον πόθο
Που βλάστησαν όπου είχε θέση μοναχά η συνωμοσία
Και το άπειρο κατέλαβαν διάστημα με βία
……………………Βαρίδι για να πας σε τέτοιο βάθος
……………………Γίνεται κι ένα μόνο ύστατο λάθος

Λάθη που αναίσχυντα λικνίζονται στον άγριο καιρό
Με τις κεραίες ανυψωμένες προς το βέβηλο και προς το ιερό
Λάθη χωρίς διαλείμματα που ακόμα καρτερώ
Λάθη που απομυζούν ευθύνη εκκρίνουν πλάνη
Και που κρατώντας άθραυστη αμοιβαία την πλεχτάνη
Βοηθούν έν’ απ’ τους δυο μας να πεθάνει
……………………Βαρίδι για να πας σε τέτοιο βάθος
……………………Γίνεται κι ένα μόνο ύστατο λάθος.

Βίαιες εντυπώσεις, 2009

.

Οι πιο αψηλές κι ευαίσθητες αντένες
Τσακίστηκαν στη γη σου      άχαρη χώρα
Που ακόμα στέργει ωστόσο ηρώων γέννες
Μια τόσο φωτεινή κι ανύποπτη ώρα

Γυμνός      και σε περίχυνε η γαλήνη
Των ιδεών που σ’ είχαν επιτάξει
Ο αγνότερος τα κρίματά σου λύνει
Σκοπός      που εγίνη απόφαση και πράξη

Καρδιές αναιμικές σε βρίζουν      άσ’ τες
Να σέρνουνται από μαύρους μισθοφόρους
Θα λάβεις      κι ας φρενιάζουν οι δυνάστες
Το δίκιο σου απ’ το μέλλον δίχως όρους

Μια ζοφερή τελειώθη τραγωδία
Εκδικητής που εξόργισε την Άτη
Έγειρες μπρος στην άτεγκτη εξουσία
Κι εσύ      σεμνέ     ορκισμένε  Επαναστάτη!

Πολιορκία, τχ. 29, Δεκέμβριος 1985

.

Απόψε αμάρτησε και πάλι στην ψυχή σου
Το βράδι ετούτο     φίδι ώς μιαν οργιά
Μ’ ένα λυγμό που αχνίζει πυρκαγιά
Και που αναβρύζει από τα σπλάχνα της αβύσσου

Με βαρυγώμιες για τα δυο πέτρινα χέρια
Που εκλείσαν πριν προλάβεις να διαβείς
Τα βάθη εκέντα η λάμα της πληγής
Χρόνους πολλούς μέσα σ’ ατέλειωτα νυχτέρια

Μ’ αφού η αγάπη     μάταια πια     στο ταπεινό σου
μνημονικό δε βρίσκει να σταθεί
Κι ας πάσχισε με πρόθεση αγαθή
Αλάργεψε καρτερικά κι αποξενώσου

Στη μεγαλόπρεπη σιωπή που μας τυλίγει
Χωνεύοντας της νύχτας κάθε αχό
Τον πόνο τον οξύ σου ως ν’ αντηχώ
Κύματα     νιώθω     με χτυπούν απαίσια ρίγη.

Βίαιες εντυπώσεις, 2009 (α’ δημοσίευση 1993)

.

armaos

Τραγουδώ, ριμάρω

ΘΑΝATE-λαγωνίκα      ομπρός      αλύχτα
…. . Πόταμε που ξεχύνεσαι τη νύχτα
….. ….. . .Στον αργυρό μου φάρο
Στην ακατήχητη σιωπή      στα μέρη
….. Που ροκανίζεις μέρα-μεσημέρι
….. ….. . .Ριμάρω με το Χάρο

Ανάμεσα στα γύψινα εκμαγεία
…. . Που απάδουνε στην κοσμική αρμονία
….. ….. . .Απόκριση θα πάρω
Πως είμαι καταμόναχος στην πλάση
…. . Κι α δεν έλαχε γης να με σκεπάσει
….. ….. . .Ριμάρω με το Χάρο

Με το γαμψό σου αντάμειψέ με χάδι
…. . Στο χοϊκό σου υγρό προσκεφαλάδι
….. ….. . .Να γείρω      να σπαρτάρω
Κι ως έχω απ’ την ψυχή μου      πρώτη δόση
…. . Στα νύχια σου δυο λίμπρες αγκιστρώσει
….. ….. . .Ριμάρω με το Χάρο

Στη βουρκοθαλασσιά και στη γαλήνη
….. ….. . .Μπεζέρισα      καλάρω
Μ’ αφήνει η σοροκάδα ή δε μ’ αφήνει
….. ….. . .Ριμάρω με το Χάρο.

Βίαιες εντυπώσεις, 2009 (αʹ δημοσίευση 1993)

.

Ως είμαστε με βαρετό σκυμμένο άδειο κεφάλι
μες στην καρδιά μας άναβε πράσινη περιστέρα.
Μας είδε απ’ το κατάστρωμα κάποιος με κανοκυάλι,
μα το λεπίδι πρόφταξε· κανείς δεν το καρτέρα.

Μες στην καρδιά μας άναβε πράσινη περιστέρα:
Οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι,
μα το λεπίδι πρόφταξε· κανείς δεν το καρτέρα.
Ίσκιος περνούσε χάροντα που χνάρι δεν αφήνει.

Οι περουζέδες περισσοί και τα ρουμπίνια κρίνοι. . .
Με τί κοντύλι σβήστηκεν η θέση μας στο χάρτη;
Ίσκιος περνούσε χάροντα που χνάρι δεν αφήνει.
Ξέραμε. . . Και ρωτιούμασταν πώς θά ’ρτει, πότε θά ’ρτει…

Με τί κοντύλι σβήστηκεν η θέση μας στο χάρτη. . .
Κοπήκαμε απ’ τη ρίζα μας σα θλιβερά τραγούδια. . .
Ξέραμε. . . Και ρωτιούμασταν πώς θά ’ρτει, πότε θά ’ρτει
η μέρα που οι παλιοί καρποί θα πεταχτούν σα φλούδια.

Κοπήκαμε απ’ τη ρίζα μας σα θλιβερά τραγούδια
που οι νοσταλγοί ψελίζουνε παράφωνα ενώ θάλλει
η μέρα που οι παλιοί καρποί θα πεταχτούν σα φλούδια
ως είμαστε με βαρετό σκυμμένο άδειο κεφάλι.

Ποιήματα ΙΙ, 1985