.

Ποτέ δεν την φαντάστηκε τέτοια τιμή η Δαλασσηνή!
Ο γιός της αυτοκράτορας, κι εκείνη να κινεί
του Κράτους τα ηνία, στην Πόλη αρχηγός,
όσο έλειπε ο Αλέξιος στην μάχη στρατηγός.
Περήφανη, σεμνή, σεβάσμια η Άννα,
όμως κι αγέρωχη, άτεγκτη, ως βασιλέως μάνα,
έκρυψε τη χαρά, που να την κάνει θα μπορούσε,
από συγκίνηση να χύσει, δημόσια, ένα δάκρυ,
σαν της διάβαζαν το χρυσόβουλλο, που την τοποθετούσε
στης Ρωμανίας την αρχή, Δέσποινα απ’ άκρου σ’ άκρη…
«Ό,τι δικό μου, και δικό σου», έγραψε ο Κομνηνός,
στη μάνα του αφήνοντας την αυτοκρατορία.
Ώστε ένα το όνειρό τους, κι ο στόχος τους κοινός.
Κι ας έλεγαν, στης Πόλης την αγορά, με μοχθηρία,
έξαρχοι των συντεχνιών, μα και συγκλητικοί,
ότι από τους Κομνηνούς αρχίζει η ιστορία
που έκανε τον θρόνο, καρέκλα οικογενειακή.
(Ίσως εξαίρεση ο Ανδρόνικος· όμως κι αυτή περαστική).

Το άγνωστο Βυζάντιο, 2006

.

Σίγουρα, ευσεβεστάτη η Αυγούστα Θεοδώρα.
Το βλέπεις στην Ραβέννα, το ακούς, και τώρα, στο Σινά.
Άλλο όμως ο Προκόπιος γράφει, κι άλλο κρυφά μηνά.
Λέει πως γύριζε από τσίρκο σε τσίρκο όλη τη χώρα,
γυμνή και ασελγής, μ’ ένα λεπτότατον σχοινίον
(εμείς θα λέγαμε ένα στρινγκ) που έκρυβε μόλις το αιδοίον.

Κόρη κάποιου Ακάκιου, ενός φτωχού αρκουδιάρη,
ήταν αυτή που διάλεξε ο βασιλιάς να πάρει.
Έκτοτε υποπόδιο, κι άβουλο όργανό της,
ο Ιουστινιανός, της Οικουμένης ο δεσπότης.

Έτσι από τα ονομαστά της Αντιόχειας πορνεία,
βρέθηκε η Θεοδώρα να κρατά του κράτους τα ηνία.
Με γνώμη της ρυθμίζονταν όλα της Εκκλησίας,
μονοφυσιτικά, αιρετικά, άκρως διεστραμμένα.
Θέματα της αυλής, προβλήματα της εξουσίας,
λάθρα ή φανερά, έβρισκαν λύση ένα-ένα,
σύμφωνα πάντα με το περιβάλλον το δικό της.

Το πλήρωσαν αυτό ακριβά, στρατός, κλήρος, λαός.
Πρώτος ο Βελισσάριος, ο ένδοξος στρατιώτης·
λένε πως τέλειωσε τον βίο του ζητιάνος και τυφλός,
αυτός που έδωσε στην Πόλη όλη την Ιταλία,
και που έφτασε η φήμη του πέρα, ώς την Αγγλία.

Έκαναν έπος, μυθιστόρημα, τ’ ανδραγαθήματά του·
όμως για τα παθήματα και για τη συμφορά του
βρήκαν ως μόνη αφορμή ( ούτε μιλιά γι’ άλλη αιτία )
τον φθόνο των πολλών και τη συκοφαντία.

Γιατί αλήθεια, ο ποιητής ονόματα να δώσει ;
Προς τι, χωρίς τεκμήρια και άλλη μαρτυρία,
βασιλική τιμή, άδικα ίσως, ν’ αμαυρώσει,
όταν για Βελισσάριο, τυφλό, φτωχό, στη φυλακή,
κάνει μονάχα μνεία απλή φυλλάδα λαϊκή
και τα καθέκαστα σιωπά η επίσημη ιστορία ;

Και τώρα ας μη ρωτάμε τα γνωστά : ποιος δηλαδή και τι,
κάνουν, πάντα σχεδόν, την ιστορία να κρύβει το γιατί.

Το Άγνωστο Βυζάντιο, 2006

.

Μάθετε να μιλάτε καλά ελληνικά !
Στην γλώσσα αυτή δικάζει ο Πανταχού Παρών.
Ήγγικεν οσονούπω η βασιλεία των ουρανών.
Κι εκεί, στου φοβερού κριτήριου τον χώρο,
ίσως δεν βρείτε μεσολαβητή και δικηγόρο,
αφού η Παναγιά μιλάει μονάχα εβραϊκά,
κι ο Παύλος τρέχει και δεν φτάνει, άρον-άρον,
την υπεράσπιση να κάνει πολυπληθών βαρβάρων.

Για τον καθένα οι Άγγελοι, σε απλή δημοτική
έγραψαν και κρατούν κιτάπια μ’ έπαινους και ψόγους.
Δεν είν’ λοιπόν ανάγκη σοφούς να πείτε λόγους.
Η γλώσσα του παππού και της γιαγιάς αρκεί.

Μέμφομαι τον αιώνα, 2001