.

Άνοιξε του Μάρτη το νεφρί,
καταρράκτες ρίχνει στο Tirreno,
κάβο να φανεί δεν περιμένω
κι η πορεία πάντα δυτική.

Η γραμμή μου πάνω στον καιρό,
Ηράκλειες πάλι θα περάσω,
τί κι αν προσπαθώ να την ξεχάσω
τ’ όραμά της μπρος μου λυγερό.

Φέρμα· ο χρόνος μέσα στο μυαλό,
δάχτυλα που παίζουν με σφιλάτσο,
ήτανε μαγκιόρο το στραπάτσο
κι αν περάσαν χρόνια δεν ξεχνώ.

Βγήκε μια νυχτιά στον πηγαιμό
για ταξίδι που ’μελλε λογκάδο
από να σκοτώνω να τη θάβω
κάλλιο να τη βλέπω στο φτερό.

Κράτησε η μπόρα ξαφνικά.
Άνοιξ’ η θολούρα στο μυαλό μου,
το μεδούλι μες στο κόκαλό μου
ψιθυρίζει: «μήπως σ’ αγαπά;»

Τώρα στον ορίζοντα δειλά
βλέπω μιαν απούσα σιλουέτα
ώρα να μαζέψω την μπαρκέτα
φούντο ’κτώ κλειδιά τη δεξιά.

Το μπάρκο, 2005

Advertisements