Apostolos Yayannos_Paphiopedilum Royale_2012 

***

3

Μαργαροφέγγει
το ξύπνημα της μέρας
πριν να το φτάσει
στα μάτια σου ζωγράφε
χρυσόπλουμη σαΐτα.

5

Με ανοιξιάτικη
σε είδα βροχή να περνάς
και τα χρώματα
του κόσμου χορεύοντας
μαζί μου σε πήρανε . . .

8

Πέρασε ο κόσμος
της μέρας και της νύχτας·
στη σιωπή έμεινα
και στα κλειστά μάτια σου
για να ξαναγεννηθώ.

10

Δεν γιατρεύτηκε
στα σκίνα, μες στα έλατα·
τα συνήθισε,
δολερή η μοναξιά τους,
εκεί σε αποζήτησε.

14

Σε ουρανό θολό
βουρκωμένες θάλασσες
τον περίμενα
που είπε φτάνοντας: εδώ
θα ξαναβρώ τον ήλιο . . .

18

Τις πέντε αισθήσεις,
δεν φτάνουν, στις χαρίζει·
θέλει αμέτρητες
τον κόσμο αυτό να μάθει,
του ξύπνιου με το όνειρο.

24

Δίψα του κόσμου
στο καρποφόρο δέντρο·
χαρά κι ελπίδα
δεν μπορεί να χορτάσουν
το ένα με δίχως το άλλο.

26

Άχρηστα φύλλα
που κόπηκαν οι καρποί·
τι περιμένεις;
Ίδια τον άλλο χρόνο :
χαρά, μαζί σου λύπη . . .

30

Θα πάθεις πάλι
με ποίηση παίζοντας·
είν’ σαν φάρμακο :
πρέπει δόση να ξέρεις,
στη γιατρειά από φαρμάκι.

31

Πού πήγαν αυτά
που πόθησες ; Άλλαξαν
δίχως εσένα·
με τον καιρό στο χρόνο,
ή γίναν μόνο στάχτη ;

Πηγή:
Χάι-κάι και τάνκα, 1972

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Paphiopedilum royale, 2012

Apostolos Yayannos_Anthos_2012

* * *

1
Ύπνος του νερού
στα μάτια σου κοιμάται
το χρυσό βράδυ.

12
Δυο πεταλούδες,
της πολύχρωμης γιορτής
είταν άγγελοι.

13
Δυο πεταλούδες
σε κάθε που εκοίταζες
αναπαυόνταν . . .

14
L’ impair
Τρεις πεταλούδες
ω, κάθε που χάριζες
τα δυο σου μάτια!

24
Φυσά ο αγέρας
μα τα σπαρτά δεν γέρνουν,
ζωγραφισμένα . . .

30
Γαλάζιος κάμπος
σ’ ύπνο βοσκού κοιμάται·
μην τον ξυπνήσεις!

35
Η πιο μεγάλη
σιωπή μας ξεκουφαίνει·
είν’ η δική μου;

36
Ποιου να μιλήσεις;
θά ’ταν τα λόγια πικρά
της μοναξιάς μου..

56
Λόγια πουλιά ’ναι·
τον κόσμο γυροφέρνουν,
ξένα από σένα.

61
Όταν μιλούσες
στ’ αγριολούλουδα ο Θεός
σ’ άκουγε μόνο.

62
Όταν φώναξες
τ’ αγριολούλουδα ο Θεός
στεκόταν δίπλα.

75
Είν’ από σένα
στη σιωπή τα λόγια μου,
λίγα, πολλά ’ναι;

76
Στο κλουβί το άδειο
κι άλλο πουλί κλείστηκε,
πουλί θλιμμένο . . .

81
Μίση κι έρωτες
του κόσμου τούτου στάχτες,
κληρονομιά σας.

82
Κόκκινο, μαύρο,
τ’ αταίριαστα θα σμίξουν,
σ’ αρχή με τέλος.

91
Αυτός με γλάρους
και σιωπή, μονάχος
έφερε ξένους.

103
Έμεινε ο κήπος
δέντρο δίχως τα φύλλα
στη μοναξιά του.

105
Ακόμα χιόνι!
Πώς μεθυσμένα πουλιά
μαζεύουν άνθη;

116
Το ξαφνικό είταν
αδιάφορο μ’ εσένα,
τριμμένο ρούχο.

117
Τριμμένο ρούχο
που δεν φορούσα καιρό,
σαν άλλη γύμνια.

Πηγή:
Χάι-κάι και τάνκα, 1972

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Άνθος, 2012

Δ.Ι. Αντωνίου

* * *

Ο ποιητής Δημήτριος Αντωνίου γεννήθηκε στην Μπέιρα της Μοζαμβίκης και καταγόταν από μεγάλη ναυτιλιακή οικογένεια της Κάσου. Πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στη γενέτειρά του και στο Σουέζ και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του το 1912. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ασχολήθηκε παράλληλα με την εκμάθηση ξένων γλωσσών και ερασιτεχνικά με την ορυκτολογία, τη βοτανική, την εντομολογία, τη ζωολογία, τη μουσική. Από το 1928 ακολούθησε στρατιωτική καριέρα στην εμπορική ναυτιλία και έφτασε ως το βαθμό του πλοιάρχου. Συνταξιοδοτήθηκε το 1968.

Νέος μπήκε στον κύκλο του Παλαμά και γνωρίστηκε με τους Κωνσταντίνο Τσάτσο, Γιώργο Σεφέρη, Οδυσσέα Ελύτη και τους άλλους λογοτέχνες της γενιάς του Τριάντα, με τους οποίους συμπορεύθηκε στην ανανέωση του ελληνικού ποιητικού λόγου, δοκιμάστηκε όμως και σε σταθερές μορφές. Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1936 από τις σελίδες των Νέων Γραμμάτων με τη δημοσίευση ποιημάτων που κρίθηκαν ευνοϊκά από το Γιώργο Σεφέρη. Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές (Ποιήματα, Ινδίες [Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης – 1967], Χάι-Κάι και Τάνκα [Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης – 1972]), ενώ πολλά έργα του (ποιήματα, λογοτεχνικά δοκίμια, μεταφράσεις) βρίσκονται δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά.

Γράφει ο Σεφέρης στις »Δοκιμές» για την ποίηση του Αντωνίου: «…Η ποιητική φωνή του Αντωνίου είναι πλασμένη από άσκηση και στερήσεις. Δεν θα του βρούμε πουθενά λέξεις που δεν έχουν σημασία ή βάρος. Ίσως για αυτό άνθρωποι που συνήθισαν να αντικρίζουν την ποιητική γλώσσα όπως την καθημερινή μας κουβέντα, είπαν τον Αντωνίου σκοτεινό. Στην καθημερινή μας κουβέντα λέμε άπειρα πράγματα χωρίς σημασία. Ενώ στον ποιητικό λόγο τίποτα δεν μπορεί να ζήσει χωρίς σημασία, ούτε και η παραμικρή λεπτομέρεια…», «…H ουσία της ποίησης του Αντωνίου ανάγεται σ’ ένα αιώνιο θέμα. Θέμα παμπάλαιο, αφού είναι το ίδιο με το θέμα της Οδύσσειας. Θέμα πανελλήνιο, αφού ο Έλληνας είναι ο πιο ταξιδεμένος άνθρωπος του κόσμου. Το θέμα αυτό είναι η μοίρα του ανθρώπου που ταξιδεύει…», «… Σπάνια ήθελε να δημοσιέψει. Κάποτε που ταξίδευα μαζί του τον παρακολουθούσα πώς έγραφε. Τους στίχους του τους σημείωνε πάνω στο κουτί των σιγαρέτων του. Τους ξαναδούλευε άπειρες φορές μες στο μυαλό του. Κι έπειτα, πολύ αργότερα, όταν έφτανε στο λιμάνι, τους αντέγραφε. Θυμάμαι την πρώτη φορά που μου έδειξε την καμπίνα του. Σε μια γωνιά ήταν στοιβαγμένα άπειρα αδειανά κουτιά σιγαρέτων. Ήταν τα χειρόγραφά του…». Πέθανε τον Φεβρουάριο του 1994.

Πηγή: ΕΚΕΒΙ