5. Ανθολογία Αυγής, Αναγνωστάκης, 6.11.14

Advertisements

.

Δάγκωσα ένα αρμυρό φυστίκι
και μού σπασε μπροστά ένα δόντι
—στίκι, στίκι, στίκι, στίκι—
τη μετρώ κι είν’ οκτώ πόντοι.

Πρωί βράδυ στο σχολείο
μού ρχεται να κάνω τσίσα
—λίο, λίο, λίο, λίο—
τους τα κοπανώ στα ίσα.

Όλη μέρα τιμωρία·
μ’ αφήσαν και στην ίδια τάξη
—ρία, ρία, ρία, ρία—
ναι, σιγά η ουρά μη στάξει.

Έχουνε απαγορεύσει
να μιλάω με κορίτσι
—ρεύση, ρεύση, ρεύση, ρεύση—
μην του κάνω πίτσι πίτσι.

Δε μ’ αρέσει κι η δασκάλα
με την μπλούζα που φοράει
—σκάλα, σκάλα, σκάλα, σκάλα—
την τσιμπώ και κάνει: «Άι».

Μου τραβά κι ένα σκαμπίλι
και μου λέει: «παρ’ το κουλό σου»
—ντίλι, ντίλι, ντίλι, ντίλι—
και της λέω, «Άει ξεκωλώσου».

Τότε γίνηκε το σώσε
κι η συντέλεια του κόσμου
—δώσε, δώσε, δώσε, δώσε—
μαύρος έγινε ο πωπός μου.

Πότε πια από τους δασκάλους
θα γλιτώσω πριν κρεπάρω
—κάλους, κάλους, κάλους, κάλους—
να την κάνω ό,τι γουστάρω;

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, 1987

.

‘Ηταν οι μέρες εκείνες
που λυσσάγαν oι μπασκίνες
και σου
ρχότανε ναυτία
όταν περνούσες τα Χαυτεία.

Κι εσύ!

Κρατώντας τον «Οδηγητή»
διάβηκες από μπρος μου
λουσμένη αρώματα Κοττύ
στην μπόχα του υποκόσμου.

Φώναζαν ΕΝΑ-ΔΥΟ-ΧΙ
στα προποπρακτορεία
μα πέρναγες αγέρωχη
Κνιταρχοντοκυρία.

Κανένας δεν αγόραζε
δε δίναν σημασία
ήρθα και σ’ έπιασα αγκαζέ
και σου πα: «Έλα Τασία

πούλησες δέκα σήμερα
νομίζω πια πως φτάνει
— αρχόντισσά μου και κερά —
μάζεψ’ τα μάνι-μάνι

πάμε τα δυο μας κορ-α-κορ
να κάνουμε επανάσταση
να σπάσουμε όλα τα ρεκόρ
Χριστούγεννα κι Ανάσταση.

Κι αν είσαι του δογματικού
σκασίλα μου μεγάλη
πάμε από Ηρώδου του Αττικού
να βγούμε προς Εκάλη.

Κνίτισσα αρχοντοκνίτισσα
παλαιοημερολογήτισσα
να γίνουμε ένα εγώ κι εσύ
δόγμα και ανανέωση.

Θα το πατήσω το πεντάλ
μέχρι 90 και 100.
Διάβαζε εσύ τον Ρόζενταλ
για μένα η λίρα εκατό.

Πάμε σ’ ένα κρυφό κουτούκι
να φάμε πίτσα ή πεινιρλί
να μου κάνεις λούκι-λούκι
να σου δείξω ένα λιλί.

Θα κάνεις σου, θα κάνω μου
κι ό,τι άλλο θες ακόμα
κι απά στην ώρα του χαμού
θα σου φωνάξω: «Ένα είν’ το Κόμμα».

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, 1987

.

Για μιαν αρχιτεκτόνισσα
ένα τραγούδι ετόνισα
(να μη σ’ το πω να μη σ’ το πει
ανήκει στην ΠΙ Πι Σι Πί).

Γι’ άλλην εγώ δεν είχα νου.
Ήταν κόρη βιομήχανου
και τα χεν όλα μπόλικα
για προίκα δύο πολυκα­-

τοικίες κι αυτοκίνητα.
Κι έβριζε αγρίως την «Ουνιτά»
σαν όργανο προδοτικό
κι αρχιρεβιζιονιστικό.

(Κι αν τόλμαγες τη λέξιν ΕΣ
τα νύχια για καυγά έξυνες).

Δεν είχα τίποτα κοινό
με το Βιβλίο το Κόκκινο
μα έλιωνα απ’ τον έρωτα
— τον πόνο του άλλου αχ ποιος ρωτά.

Μια μέρα τ’ αποφάσισα
—λέω η ντροπή μισά-μισά—
να τη ζητήσω επίσημα
απ’ τον μπαμπά και τη μαμά.

Όπως οι γάτες που λυσσάν
μ’ άρπαξαν και με φίλησαν.
«Παρ’ την παιδί μας, σώσε μας
μη μείνει αυτή η ντροπή σε μας».

Το μαθε κι έγινε έξαλλη
(αλί, αλί και τρισαλί)
μ’ έβρισε αντιλενινιστή
κι από τη λύσσα είχε πρηστεί.

Προδότη μ’ είπε του λαού
κι εγώ της είπα: «Τούλα, ου,
σπεύδε, κι άκουσε να δεις
κι αν έχεις προίκα πέντε δις

εγώ σε παίρνω ολόγυμνη.
Τον έρωτα άκου πως υμνεί
κι ο Μάο κι ο γίγαντας ο Τσου
με τη γιγαντιαία τσουτσού».

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, 1987

.

Eγώ αγαπούσα πάντα την Ελένη
όμως αυτή δε μου ’κανε τη χάριν,
δεν αγαπούσε εμένα αλλά τον Λένιν
και μου ’σκισε όλα τα βιβλία του Μπουχάριν.

Καυγάδες όλη νύχτα για το Κόμμα,
για τον Στάλιν, τον Τρότσκι ή τον Γκράμσι.
Α! δεν μπορούσε να τραβήξει πολύ ακόμα,
του έρωτά μας ήταν προφανής η κάμψη.

Εγώ να θέλω σεξ — και να το κάνει
λες από υποχρέωση σαν κότα,
να βιάζεται να σηκωθεί απ’ το ντιβάνι
να ξαναπιάσει το «Πρόγραμμα του Γκότα».

Δεν ήθελε παιδιά και babylino
μάθαινε ρωσικά μετά μανίας
μου ’χε κρεμάσει και στον τοίχο το Κρεμλίνο
και έβριζε το καθεστώς της Ρουμανίας.

Παιδιά, μακριά από γυναίκα οργανωμένη,
αντί για έρωτες σας περιμένουν τάφοι,
εκεί που λες πως την κρατάς γερά δεμένη
έρχεται και σ’ την παίρνει ένας Καντάφι.

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, 1987

.

Τω φίλω Μ. Αν.

Πόσες χιλιάδες ώρες πέρασαν με συνεδρίαση,
σ’ αχτίδες, κόβες και κομματικούς πυρήνες,
στο τέλος πάθαμε χρόνια νικοτινίαση
κι ο πονοκέφαλος ούτε περνούσε μ’ ασπιρίνες.

Μάθαμε απ’ όξω —βασικά— όλα τα προβλήματα
και την αναγκαιότητα της πάλης
και γίναμε τα δαχτυλοδειχτούμενα τα βλήματα
κρατώντας τον Μαρξ -Έγκελς υπό μάλης.

Μέρα τη μέρα θά ρχονταν η Επανάσταση
και περιμένοντας πέρασαν χρόνια
κι όμως σ’ το λέγαν οι γονείς σου: «άσ’ τα συ
πάντα θα βρίσκονται στον κόσμο άλλα κωθώνια».

Πάντοτε ο καπιταλισμός βρίσκει περάσματα
και ξεπερνά τις δύσκολες τις κρίσεις.
Κι ένα πρωί: «Απαγορεύονται τα άσματα
και κοπιάστε στο τμήμα γι’ ανακρίσεις».

Τώρα να σπάσεις δεν μπορείς πια, σε χρωμάτισαν
και σ’ έχουν σαν τον ποντικό μέσα στη φάκα
και δεν ξεφεύγεις από του χαφιέ το μάτι σαν
συναναστρέφεσαι τον κάθ’ ένα μαλάκα.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Δεν άκουσες ποτέ τη μάνα σου την άγια,
σ’ ενοχλούσε και σένα το κατεστημένο,
δεν είδες γύρω σου χιλιάδες τα ναυάγια
δεν το χαμπάρισες πως το παιχνίδι ήταν στημένο.

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, 1987

DSC06431a.

***

Η ΠΟΝΕΜΕΝΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΔΥΟ ΨΥΧΩΝ
ΣΕ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΣΑΠΙΑ ΚΑΙ ΑΣΥΝΕΙΔΗΤΗ

―――

Η ΤΙΜΙΑ ΕΞΑΝΑΣΤΑΣΗ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ,
ΜΑΣΤΙΓΙΟ ΣΤΗΝ ΥΠΝΩΤΤΟΥΣΑ ΗΘΙΚΗ ΜΑΣ

.

Αν είχα μια κόρη 16 χρονώ
θα έκανα να διαβάσει κρυφά
αυτό το βιβλίο και θα ήμουν
ήσυχος ότι ποτέ δε θα κινδύνευε
να παραστρατήσει…

ΓΡ. ΞΕΝΟΠΟΥΛΟΣ, «Ο Κατήφορος»

.

Τη λέγαν Φωτεινίτσα κι όχι Κάρμεν
μα κάθονταν με τέτοια χάρη στο σκαμπώ
ολόιδια η Πριγκιπέσσα Ιζαμπώ–
και της χαμογελούσαν όλοι οι μπάρμεν.

Είχε τα μέσα, λέγαν, με τον Πάριο
και θα
βγαινε μια μέρα στο πλατώ
με το κόκκινο φούξια ξώπλατο
έχοντας βρει κι έναν καλό ιμπρεσάριο.

Όλοι της δίναν κάργα υποσχέσεις :
«Εσύ θα τραγουδάς με περιεχόμενο. . .».
«Αν δε σε δω μια μέρα στον Ορχομενό
σ’ ένα σκυλάδικο σου επιτρέπω να με χέσεις»,

ήταν τα λόγια του κουρέα του Θανάση
που μεγαλώσανε μαζί στην Κοκκινιά.
Μ’ αυτή είχεν αμολήσει πετονιά
να πιάσει χοντρό ψάρι όπου προφτάσει.

Της δώσαν κάποια μέρα ένα ρολάκι
σε κάποιο μικροσόου στην T.V.
να σειέται και δήθεν να τιτιβί-
ζει ένα σεγκόντο σε πλαίη μπακ του Δάκη.

Βρήκε κι έναν ροκά που στεκε σούζα
πού μάτια πια για τ’ άμοιρο παιδί,
καίγονταν ο φτωχός σαν το δαδί
και το
ριξε στις ασωτείες και στα ούζα.

Γνώρισε κι έναν ψευτογάλλο ατζέντη
μα μόλις τη δοκίμασε είπε: «Νο !
εσύ παιδί μου κάνεις μόνο για πορνό,
μόνο ξεβράκωτη άμα βγεις θα γίνει γλέντι».

Τόλμησε να του πει : «Δεν πάω στο βούρκο
και το κορμί μου εγώ δεν το πουλ
ώ»
(πού να
χε υπόψη της και τον Ξενόπουλο).
Όμως τα λόγια της αυτά τον κάναν τούρκο.

Της βάρεσε ένα γυριστό χαστούκι,
«Τί θες να γίνεις μωρή κλώσσα αφού
σαι ψάρι και στο κάτω-κάτω ζεμανφού,
άντε να μου χωθείς σ’ ένα κουτούκι».

Μ’ αυτή εκεί, στο πείσμα, στο αντέτι !
Κάτι θα γίνει και για μένα, δεν μπορεί,
δεν είναι κι όλοι τους πια σωματέμποροι,
δεν πρόκειται εγώ να γίνω Μπέττυ.

Όμως στο τέλος όλα βγήκαν ουτοπία
και ακολούθησε το δρόμο το γνωστό
(έβγαλε κι ένα σβωλαράκι στο μαστό
κι έτρεχε στους γιατρούς για θεραπεία).

Χρόνια στην καταφρόνια και στη χλεύη
κι έπεφτε από αγκαλιά σε αγκαλιά.
Σκαλί-σκαλί κατέβηκε όλα τα σκαλιά
ώσπου πια δεν είχε άλλο να κατέβει.

Μα όλα στη ζωή είναι μοιραία
και κάποιο βράδυ από μια πόρτα σκοτεινή
ακούει τ’ όνομά της : «Φωτεινή !».
Γυρνά και βλέπει τον Θανάση τον κουρέα.

Της άπλωσε το χέρι κι είπε: «Έλα»,
μ’ αυτή είχε πια τελείως βουβαθεί.
(Μακριά σ’ ένα τζουμπόξ, ένα βαθύ
πονετικό τραγούδι έλεε η Μαρινέλα).

Την έσφιξε απαλά το παλικάρι,
«Μόνο μια λέξη ακόμα : μη μιλάς».
Κι αυτή μια θλιβερή πρώην «Σταρ Ελλάς»
αφέθηκε στην αγκαλιά του, ένα ζυμάρι.

Μιαν ιστορία σάς αφηγούμαι πονεμένη
που προκαλεί σε δυο καρδιές βαθύ σεισμό.
Δε σας τη λέω για παραδειγματισμό –
απ’ το
να αυτί σάς μπαίνει, απ’ τ’ άλλο βγαίνει.

Μιαν ιστορία κι αυτή σαν τόσες άλλες,
που χρέος ανθρώπινο επιβάλλει να την πω,
ίσως και κάνω κάνα ρήγμα στο ρεπό
της ηθικής σας, ασυνείδητες  κ ο υ φ ά λ ε ς
.

Ο Κατήφορος, 1986