.

Ο Πάντα Μισώ κι ο Ποτέ Αγαπώ
Κυριακή αγκαζέ
Με μαύρα καπέλα, γενάκι, μια μπάλα
Πηγαίνουν στο πάρκο να πούνε «Allez!»
σε μαμάδες, παιδάκια, που κούνια-τραμπάλα

Ο Πάντα Μισώ μ’ ένα βλέμμα καρώ
Σαν μύγα κοιτάζει μωρό που όλο κλαίει.
Ο Ποτέ λέει: «Κοίτα. . . Εξατμίζω μωράκι
— και λέξη δεν λέει!»

Η μαμά πλησιάζει τον Πάντα ευθύς
και ρωτά «Κύριε, αχ, το παιδί μου πού είναι;»
Μα απάνω της αίφνης φαρδύς και πλατύς
πετιέται ο Ποτέ: «Η ψυχή σου αμήν. Ε;»

Όταν καθόλου μαμά και ούτ’ ένα παιδί
Δεν στέκει πια ορθό μες στο πάρκο εκείνο,
Βγάζει ο Πάντα τρανή μια φωνή:
«Πιάσε Ποτέ! Την μπάλα σου δίνω. . .»

(Και έριχνε ο ένας στον άλλον την μπάλα
για ώρα πολλή στο άδειο πάρκο εκείνο)

Μετά. Κουρασμένοι. Κινούν για να φύγουν.
Και en face στη βροχή, είπαν: «Πάντα, εσύ
πόσο πάντα μισείς. . . Τι και πώς;»
«Ποτέ, αφού πίσω δεν πας! Εσύ ποτέ αγαπάς. . .»

Γιατί ο Πάντα Μισώ κι ο Ποτέ Αγαπώ
Τις Κυριακές αγκαζέ: κι ό,τι δουν
και στο φως αναπνέει, το πνίγουν

(Μα Δευτέρα με Σάββατο αργούν.
Και κοιτάζουνε τότε στο σπίτι με τρόμο
Το χέρι αγάπης του ενός
στου άλλου τον ώμο)

Τριαντατρία, 2003