alkis-alkaios

* * *

Ο Άλκης Αλκαίος (Βαγγέλης Λιάρος) γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1949 κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, αλλά σύντομα μετακόμισε με την οικογένειά του στην Πάργα, πόλη με την οποία συνέδεσε όσο λίγοι το όνομά του. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα όπου συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα.

Με αφορμή ένα δημοσιευμένο ποίημα του που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος το 1978 στα »Τραγούδια της Λευτεριάς», ξεκινά η συμμετοχή του στη δισκογραφία. Υπήρξε δημιουργικός για κάτι παραπάνω από τρεις δεκαετίες και συνεργάστηκε και με άλλους κορυφαίους συνθέτες πέραν του Θάνου Μικρούτσικου, όπως οι Νότης Μαυρουδής, Μάριος Τόκας, Μίλτος Πασχαλίδης, Σωκράτης Μάλαμας, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας κ.ά. και με σημαντικές φωνές του πενταγράμμου ( Μαρία Δημητριάδη, Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Γιώργο Νταλάρα, Κώστα Καράλη, Μανώλη Μητσιά, Χρήστο Θηβαίο κ.ά.).

Ο στιχουργικός του λόγος υπήρξε ιδιαίτερα δυναμικός και αναστοχαστικός, διαποτισμένος με πολιτικές και κοινωνικές αναφορές. Τα τραγούδια του ελέγχουν τις ιδεολογίες στο πέρασμα των χρόνων, εξετάζουν την προοπτική της παραίτησης, εξιστορούν τους έρωτες που δεν ευοδώθηκαν. Ο ίδιος προτίμησε ώς το τέλος να ζήσει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

* * *

 

Ω Ρ Ο Σ Κ Ο Π Ι Ο

Μέρες βροχής κι ένας αέρας δυνατός
σε παρασέρνει σε αδέσποτο σεργιάνι.
Σκηνές φιλμάρεις με μια κάμερα νυχτός
ξέμπαρκα μάτια και φευγάτα στο λιμάνι.

Στην πολιτεία οι τοίχοι μάρτυρες βουβοί
φορούν συνθήματα παλιά ξεθωριασμένα.
Ξέρω θα φύγεις πριν χαράξει η αυγή
κι εγώ θα μείνω δίχως άλλοθι κανένα.

Μην πεις ποτέ πως όλα ήτανε μια πλάνη
περιπλανήθηκα μαζί σου και μου φτάνει.
Βάλε σημάδια μες στη νύχτα μη χαθείς
είναι πιο εύκολο να κλαις παρά να ζεις.

Έλεγες – αύριο θα ναι ο κόσμος φωτεινός,
έλεγα – είναι με το μέρος μας ο χρόνος.
Δεν είν’ ο χρόνος με το μέρος κανενός,
τις συμπληγάδες του περνά καθένας μόνος.

Πηγή:
Υπέροχα μονάχοι, 2006

Advertisements

.

Οι ναυαγοί στεριά γυρεύουν
κι οι νυχτωμένοι την αυγή
ποιες φαντασίες σε μαγεύουν
και άλλο δεν πατάς στη γη

Στου ονείρου σου το παραπέτο
μ’ άφησες να παραπατώ
από τα σύννεφα να πέφτω
και τα φιλιά σου να ζητώ

Είναι σκληρό να προσπαθείς
απ’ τη σκιά σου να ξεφύγεις
ήσουνα εδώ προτού να ’ρθεις
θα είσ’ εδώ κι αφού θα φύγεις

Τώρα στου δρόμου το σχολείο
δίνω διαρκώς κόλλα λευκή
ήταν φανταστικό το πλοίο
μα οι ναυαγοί πραγματικοί

Μια μελωδία μεθυσμένη
παίζουν στο δρόμο οι μουσικοί
σαν έχεις πόρτα κλειδωμένη
πώς θες η άνοιξη να μπει

δίσκος : Σ. Μάλαμας, Πέρασμα, 2010

.

Κάθε που πίνω απ’ την πηγή σου
κάτι μου καίει τον ουρανίσκο
ψάχνω στο φως μα δε σε βρίσκω
μες στην αδιάκοπη ροή σου.

Δεν έπρεπε να ’σουν βροχή
μόνο της φυλακής μου ο τοίχος
κι είναι παράταιρη εποχή
να βρει το δίκιο του ένας στίχος.

Στου κόσμου τις στοές χαμένη
μετράς τις πένθιμες βραγιές του
να ’σαι κορίτσι του Ηφαίστου
η στάχτη από φωτιά σβησμένη.

Δεν έπρεπε να ’σουν φωτιά
μόνο ένα κρίνο του πελάγου
να σ’ αποκλείσω στη στεριά
με μοχθηρία αρχαίου μάγου.

Τώρα τα γυάλινά σου μάτια
έχουν μιαν αίσθηση απορίας
σπασμένη σε μικρά κομμάτια
σαν κρύσταλλο άγριο της Τσεχίας.

Δεν έπρεπε να ’σουν ζωή
μόνο μια πεταλούδα χιόνι
να μου σκεπάζει την ψυχή
κι από το κρύο της να μη λιώνει.

Θ. Μικρούτσικος, Εμπάργκο, 1982

.

Με μια πιρόγα φεύγεις και γυρίζεις
τις ώρες που αγριεύει η βροχή
στη γη των Βησιγότθων αρμενίζεις
και σε κερδίζουν κήποι κρεμαστοί
μα τα φτερά σου σιγοπριονίζεις.

Σκέπασε αρμύρα το γυμνό κορμί σου
σου
φερα απ’ τους Δελφούς γλυκό νερό
στα δύο είπες πως θα κοπεί η ζωή σου
και πριν προλάβω τρις να σ’ αρνηθώ
σκούριασε το κλειδί του παραδείσου.

Το καραβάνι τρέχει μες στη σκόνη
και την τρελή σου κυνηγάει σκιά
πώς να ημερέψει ο νους μ’ ένα σεντόνι
πώς να δεθεί η Μεσόγειος με σχοινιά
αγάπη που σε λέγαν Αντιγόνη.

Ποια νυχτωδία το φως σου έχει πάρει
και σε ποιο γαλαξία να σε βρω
εδώ είναι Αττική φαιό νταμάρι
κι εγώ ένα πεδίο βολής φτηνό
που ασκούνται βρίζοντας  ξένοι φαντάροι.

Θ. Μικρούτσικος – Α. Αλκαίος, Εμπάργκο, 1982