Χρόνης Μπότσογλου

***
ΣΩΜΑ

Σώμα χαμένο σ’ άλλα χρόνια,
σε σκάλες, σάλες και σε αυλές
παλιών σπιτιών, και σε μπαλκόνια.

Σε σπίτια κατεδαφισμένα,
σ’ άλλων καιρών ακρογιαλές,
και σε καράβια διαλυμένα.

Σε πόλεις που έχουν τόσο αλλάξει,
σα να ‘ταν σχέδια κεντημένα αχνά,
σ’ άλλων καιρών παλιό μετάξι.

Πόσα φαντάσματα χαμένα
θα πρέπει να επικαλεστώ,
για να σε βρω, κορμί ζεστό,

μες στην παλιά τη νύχτα, Εσένα.

*

ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

Της μέρας σώμα, σαν γυναίκας,
σε βλέπω και σ’ αγγίζω αργά:
Μαλλιά και μάτια, η ώρα δέκα.

Περνάς και φεύγεις∙ μεσημέρι:
κόκκινα χείλη, και γυμνά
στήθη, ώμοι, πλάτη, ζεστό χέρι.

Μη φεύγεις, μέρα, μείνε ακόμα!
Τέσσερεις: μέση και γοφός∙
αχ, μείνε εδώ, της μέρας σώμα!

Οχτώ, και χάνεται το χρώμα
το ρόδινο των ουρανών.
Πρωί τα μάτια σου, το στόμα,

νύχτα το βάθος των μηρών.

*

ΥΠΝΟΣ

Αίσθηση βάρους που αποθέτεις στο κρεβάτι,
αλλαγές θέσης αδιανόητες για νεκρούς,
μικρές κινήσεις που σε πείθουν πως υπάρχεις.

*

Πηγή:
Στίχοι επιστροφής, 2012

Εικονογράφηση:
Χρόνης Μπότσογλου

Advertisements

Ιουλία Βεντίκου, 30 Φεγγάρια, 2012, Μελάνι σε χαρτί ακουαρέλας

***

ΣΤΙΓΜΗ

Λυτρώσου απ’ την επόμενη στιγμή,
πρόσεξε τη Στιγμή που τώρα τρέμει.
Μέσα σ’ αυτή, μακριά, σαν μουσική
κάθε παλιά στιγμή σου αγαπημένη.

Μέσα σ’ αυτή, το Σύμπαν το πλατύ,
που τόσοι Γαλαξίες το χουν στέψει.
Σ’ αυτή κι οι αιώνες οι μελλοντικοί.
Απέραντη η Στιγμή — αν την προσέξεις.

*

ΣΤΙΓΜΕΣ

Ζω με πολλές στιγμές που ζουν εντός μου,
τα χελιδόνια πάνω απ’ την αυλή,
το πλήθος, στον περίπατο, του κόσμου.

Τσιγάρο, στίχοι, διάβασμα βιβλίου,
μες στο δωμάτιο, και μελαχρινά
κορίτσια του Santiago ή του Λυκείου.

Παλιές γιορτές, χρυσάνθεμα στη σάλα,
άλλων καιρών τραγούδια μακρινά,
και στο ξερό τ’ αγιόκλημα ψιχάλα.

*

ΑΛΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Με τ’ άλογα όλοι για το πανηγύρι,
στο μονοπάτι, μύλοι στο Σελλί,
κι ο άρτος στης Κεράς το μοναστήρι.

Και τις νύχτες στον πλάτανο, στο Κράσι,
φεγγάρι και τραγούδι των νερών
και μιας σκλώπας η βαθειά φωνή μονάχη.

Πηγή:
Στίχοι επιστροφής, 2012

Εικονογράφηση:
Ιουλία Βεντίκου, 30 φεγγάρια, 2012

Στυλιανός Αλεξίου

***

Τι να είναι αυτό που παρακινεί έναν σοφό των γραμμάτων να εκδώσει για πρώτη φορά εν έτει 2012 ποίηση γραμμένη την εξηντακονταετία 1939-1999, καταθέτοντας έτσι το δικό του ποιητικό καταστάλαγμα, τιτλοφορούμενο ως «Στίχοι επιστροφής»; Μήπως η ανάγκη απότισης φόρου τιμής και σε αυτό το είδος του λόγου ή μήπως ο σεβασμός και η ευσυνειδησία που χαρακτηρίζει τον ακούραστο θεράποντα της ελληνικής γλώσσας, απέναντι σ’ αυτήν την ίδια, αλλά και στις προσωπικές του εργασίες επ’ αυτής; Ο λόγος, για τον Στυλιανό Αλεξίου που με το δικό του πρώτα παράδειγμα καταδεικνύει πως στην ποίηση βιασύνη δεν χωρά ούτε (θα ’πρεπε να) επιτρέπεται.

Ο τίτλος της πρώτης αυτής ποιητικής συλλογής του Αλεξίου δεν αναφέρεται μονάχα στην επιστροφή σ’ εκείνα τα χρόνια, από το 1939 ως το 1999, όπως ίσως κάποιος να υπέθετε. Μάλιστα, φροντίζει ο ίδιος στη σύντομη εισαγωγή της να ορίσει τον προορισμό του ανάπλωρου αυτού ταξιδιού. Πρόκειται για την κατάθεση της προσωπικής του άποψης (που ωστόσο εκφράζει μια γενικότερη), μέσα από κρίση και κριτική, έμμεση και άμεση, στα κρατούντα ρεύματα και τις τάσεις της ελληνικής ποίησης των τελευταίων δεκαετιών. Ο Αλεξίου μιλά για μια διττή επιστροφή: την «επιστροφή στο συγκεκριμένο, στο βίωμα», κι αυτήν «στην οργανωμένη μορφή του λόγου». Κι εδώ πάλι, έρχεται με διατυπώσεις ξεκάθαρες κι ασυμβίβαστες, αφενός να προσδιορίσει το νοούμενο ως «οργανωμένη μορφή του λόγου», αφετέρου ν’ αποφανθεί πως «φαίνεται αμφίβολο αν ο λεγόμενος ‘ελεύθερος στίχος’ θα εξακολουθήσει να προσφέρει κάτι στο μέλλον». Αντιθέτως, τον κατηγορεί πως «οδήγησε στην πλήρη αδυναμία παραγωγής ρυθμικού κι ευφωνικού λόγου» και συνεχίζει πως με την κατάργηση «συγχρόνως της ποιητικής έκφρασης και του ποιητικού περιεχομένου, εξαφανίστηκαν τα βασικά στοιχεία που διαφοροποιούν τους ποιητές». Δε διστάζει ακόμη να δηλώσει πως «νεοϋπερρεαλισμός, μοντέρνα ποίηση, ελεύθερος στίχος έχουν καταλήξει σήμερα να είναι ‘μανιέρα’» και πως «με τη σειρά τους, έχουν ξεπεραστεί». Με βλέμμα οξύ κι ανάλογη γλώσσα διακηρύττει ό,τι όλοι όσοι ασχολούνται με τα παιχνίδια της Κλειώς παρατηρούν και διαπιστώνουν: «Η ποίηση δεν έχει πια κοινωνική λειτουργία, δεν απευθύνεται σε κανέναν. Είναι προσωπική υπόθεση και ασχολία του κλεισμένου στο γραφείο ατόμου.» Αυτό μας προτρέπει να σκεφτούμε πως δεν αποκλείεται αυτός να είναι εν τέλει ο λόγος της τωρινής παρουσίασης της συλλογής και των ποιητικών πεπραγμένων του Αλεξίου: μια ηχηρή διαφωνία, αντίθεση κι αντίσταση απέναντι σε μια κακώς παγιωμένη πρακτική στην ποίηση.

Αληθεύει πως, τόσο λόγω του περιεχομένου, όσο και του τόνου με τον οποίο αυτό εκφέρεται, η εισαγωγή του Αλεξίου θα μπορούσε κάλιστα ν’ αποτελεί μανιφέστο και γνώμονα της παρούσας ανθολογίας, με την ελπίδα πως το εκτόπισμα του μεγάλου αυτού θεωρητικού και πρακτικού της γλώσσας θα μπορούσε, αν όχι να πείσει, τουλάχιστον να συγκινήσει και τους πιο πεισμωμένους αμφισβητίες της επιστροφής στο «παμπάλαιο νερό». Δεν είναι αυτός, ωστόσο, ο λόγος της ενασχόλησής μας με τους «Στίχους επιστροφής». Πέραν του ότι είναι γραμμένοι από το συγκεκριμένο χέρι, κι αυτό τους καθιστά εκδοτικό γεγονός της χρονιάς από μόνο του, είναι είτε οι προσδοκίες για την ανεύρεση πολύτιμων πετραδιών, είτε η πιστή (παρ)ακολούθηση του Αλεξίου στον δημιουργικό του δρόμο, είτε έστω ένα αίσθημα καλοπροαίρετης περιέργειας και φιλομάθειας, είτε ακόμη κι όλ’ αυτά μαζί, που οδηγούν το σημερινό αναγνώστη γενικά και τον αναγνώστη της ποίησης ειδικότερα να πάρει στα χέρια του και να κοινωνήσει της εν λόγω συλλογής.

Ο Αλεξίου (γι’ ακόμη μια φορά) παραμένει συνεπής ως προς αμφότερα τα ζητούμενα της Επιστροφής του: τόσο ως προς τον κανόνα της «οργανωμένης μορφής του λόγου», όσο και ως προς αυτόν των βιωμάτων. Το πρώτο γίνεται πράξη στην ποίησή του, ωστόσο δεν ακολουθείται δουλικά. Έτσι, η ποίηση αυτή δεν μπορεί ν’ αποτελέσει απόδειξη αισθητικών προκαταλήψεων, ούτε όπλο στα χέρια όσων θεωρούν την έμμετρη λυρική ποίηση είδος άκαμπτο, πομπώδες και νεκρό. Ο Αλεξίου γράφει ελεύθερα κι όμως έμμετρα, συχνά δε ομοιοκατάληκτα, εισηγούμενος τον τρόπο που η «αυστηρή» ποίηση μπορεί να είναι και ζωντανή και σύγχρονη. Μια φωνή, και μάλιστα δυνατή, αρθρώνει απόψεις που έπρεπε ν’ ακουστούν, και το πράττει με συνέπεια, δίνοντας η ίδια το παράδειγμα.

Όσο για τα βιώματα, η συλλογή ολόκληρη αποτυπώνει ένα ταξίδι μέσα στο χρόνο και το χώρο. Θέση τίτλου στο πρώτο ποίημά της κατέχει η χρονολογία «1940», ενώ στο τελευταίο, η γεφύρωση «1939-1999». Ως προς το χώρο, ο αναγνώστης ακολουθεί κατά πόδας τον ποιητή σε Ελλάδα κι εξωτερικό, από το Κράσι ως το Κάστρο της Κρήτης, από τους Θολωτούς τάφους Λέντα ως την Τραπεζόντα της Σητείας, από τη Βασιλίσσης Σοφίας ως τη Βουλιαγμένη, από το Λουξεμβούργο ως το Παρίσι κι απ’ το Μιλάνο ως την Τίβολη και τη Σικελία. Ένα ταξίδι, ίδιο το ταξίδι της έως τώρα ζωής του ποιητή, που πέρα από ημερομηνίες και τοπωνύμια είναι γεμάτο πρόσωπα, ονόματα – και στιγμές.

Ο Αλεξίου γνωρίζει κι αναγνωρίζει τη σημασία της στιγμής και την αποτυπώνει στη συλλογή του. Η αρχή γίνεται με τον ύμνο της Στιγμής, της μιας και της κάθε στιγμής, ως έκφρασης και περιέκτη του σύμπαντος. Μέσα στη Στιγμή, στο απειροελάχιστο παρόν, ενυπάρχουν παρελθόν και μέλλον. Γι’ αυτό καταλήγει: «Απέραντη η στιγμή — αν την προσέξεις.» Ακολουθεί το πλήθος των στιγμών, στιγμών που ζουν με τον ποιητή, όπως κι εκείνος ζει μαζί τους. Με διάθεση μελαγχολική και βαθειά ρέμβη καταλογογραφεί Στιγμές, θα πει εικόνες, που κάτι σημαίνουν και για τα δικά μας μάτια: πλήθος κόσμου, απομόνωση, αισθήσεις, συνιστούν την ιστορία καθενός. Τέλος, ο ποιητής επιστρέφει στις καταβολές, τις δικές του και του λαού ολόκληρου, σε στιγμές της παράδοσης και στη ζωή τους μέσα στον ίδιο: τοπία, συνήθειες, θρησκεία είναι οι «Άλλες στιγμές», οι δικές του.

Με αφορμή λοιπόν τη δικαίωση της στιγμής από τον Αλεξίου, η εβδομάδα ετούτη στο Παμπάλαιο Νερό είναι αφιερωμένη στην ποίησή του, με δύο ενότητες: Στιγμές και Σώματα.

ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

***

Ο Στυλιανός Αλεξίου γεννήθηκε το 1921. Είναι ομότιμος καθηγητής αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο οποίο δίδαξε από το 1977 έως το 1991, πρώην Γενικός Έφορος Αρχαιοτήτων Κρήτης και διευθυντής του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου (1962-1977). Είναι αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, μέλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας, του Γερμανικού Ινστιτούτου και επίτιμος διδάκτωρ των πανεπιστημίων Padova και Κύπρου. Ανακάλυψε τους υστερομινωικούς τάφους του Λιμένος Κνωσού και τους πρωτομινωικούς θολωτούς τάφους της Λεβήνος (Λέντα). Στο μουσείο Ηρακλείου δημιούργησε μια νέα πτέρυγα και την αίθουσα της Συλλογής Γιαμαλάκη. Ίδρυσε τα μουσεία Χανίων και Αγίου Νικολάου. Δημοσίευσε πολλές εργασίες σε ελληνικά και ξένα περιοδικά. Πραγματοποίησε φιλολογικές μελέτες και εκδόσεις έργων, καθώς και μελέτες σχετικές με την κοινωνία, τη ζωή και τον πολιτισμό της Κρήτης κατά τον ΙΕ΄-ΙΖ΄αι. Άλλες εργασίες του αφορούν σε θέματα ιστορικής γλωσσολογίας και σε ετυμολογήσεις λέξεων του κρητικού ιδιώματος και των νέων ελληνικών. Το 1993 τιμήθηκε με το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του, και το 2003 με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής. Είναι επίτιμο μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Πηγή βιογραφικού:
biblionet.gr

.

Κάτω από παλατιών στοές πολύ καιρό έχω ζήσει,
π’ άλλαζαν χίλια χρώματα στων ήλιων τις φωτιές·
τα τόξα, οι θόλοι, οι στύλοι τους, αγέρωχοι και ίσοι,
έμοιαζαν, όπως βράδιαζε, παραμυθιού σπηλιές.

Τα κύματα, κυλώντας τις μορφές των ουρανών,
της μουσικής των έσμιγαν τη δυνατή αρμονία
με του ηλιοβασιλέματος τη φαντασμαγορία
που την καθρέφτιζαν οι κόρες των ματιών.

Έζησα εκεί με τις γαλήνιες απολαύσεις:
με το γλαυκό το διάστημα μέσα απ’ αφρούς και γλάρους,
με αρώματα και μελαψές σκλάβες γυμνές και σκλάβους.

Το μέτωπο μού δρόσιζαν με κλώνια από βαγιές,
και να μαντέψουν γύρευαν κι έγνοια τους είχαν μόνο
το μυστικό το οδυνηρό που μ’ έκανε να λιώνω.

Στυλιανός Αλεξίου, Το εντευκτήριον, 2004

.

Και κατεβήκαμε στη θάλασσα και στο καράβι
και το καράβι πρώτα εσύραμε στα θεία πελάγη
και το κατάρτι υψώσαμε στο ολόμαυρο καράβι.
Τ’ αρνιά ανεβάσαμε ύστερα, κ’ εμείς βαριά θλιμμένοι
βγήκαμε πάνω αμίλητοι, ζεστό χύνοντας δάκρυ.
Και πίσω απ’ το καράβι μας με τη γαλάζια πλώρη,
σαν καλός φίλος το πανί μάς τέντωνε ο αέρας
που έστελνε η Κίρκη η τρομερή με τις μακριές πλεξούδες.
Καθίσαμε, όταν τέλειωσε κάθε έργο στο καράβι,
κι ο άνεμος το πήγαινε μαζί με τον ποδότη
κι όλη τη μέρα με κυρτό πανί ποντοπορούσε.
Έγειρε ο ήλιος κι όλοι οι δρόμοι ισκιώναν, και το πλοίο αράζει
στα πέρατα του Ωκεανού που αργά βαθύς κυλάει.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Και το καράβι εκάρφωσε στην άμμο εκεί· τραβώντας
τότε τ’ αρνιά, βαδίσαμε πλάι στ’ ωκεάνειο ρέμα,
ώσπου στον τόπο φτάσαμε που
χε αρμηνέψει η Κίρκη.
Και της θυσίας τα ζώα εκεί κράτησε ο Περιμήδης
μαζί με τον Ευρύλοχο· κ’ εγώ με το σπαθί μου
λάκκο έσκαψα μια πήχη μάκρος κι άλλο τόσο πλάτος
και γύρω του έχυνα χοή σ’ όλους τους πεθαμένους.
. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .
Με δεήσεις τότε και με ευχές τα πλήθη των νεκρών
παρακαλούσα, κ’ έσφαξα τ’ αρνιά πάνω απ’ το λάκκο
κ’ έτρεχε το αίμα σκοτεινό· και νά, μέσ’ απ’ τα ερέβη
ψυχές μαζεύονταν πολλές νεκρών καταλυμένων.
Νυφάδες έβλεπα και νιους, γέρους βασανισμένους,
και τρυφερά κορίτσια με καρδιά γεμάτη πένθος,
άντρες όπου είχαν τρυπηθεί από χάλκινα κοντάρια,
και πολεμάρχους μ’ άρματα που ακόμη εστάζαν αίμα.
Άλλοι απ’ εδώ, άλλοι απ’ εκεί έρχονταν προς το λάκκο
με θεία βοή, κ’ εμέ χλωμός με συνεπήρε τρόμος.
Και τότε τους συντρόφους μου φώναξα και προστάζω
τ’ αρνιά που ακόμη κείτονταν σφαγμένα απ’ το χαλκό μου
να γδάρουν, να τα κάψουν και στους θεούς ευχές να κάμουν,
στον παντοδύναμο Άδη, στη μεγάλη Περσεφόνη.
Κ’ εγώ το μυτερό σπαθί σέρνω από το πλευρό μου
κ’ έδιωχνα πέρα των νεκρών τα ανήμπορα κεφάλια,
μακριά απ’ το αίμα, ώσπου να
ρθεί η ψυχή του Τειρεσία.
Κ’ ήρθε η ψυχή του Ελπήνορα, πρώτη, του σύντροφού μας,
που ακόμη κάτω απ’ την πλατειά γη δεν ηταν θαμμένος
(το σώμα του το αφήσαμε στης Κίρκης το παλάτι
άκλαυτο κι άθαφτο, γιατί μας βιάζαν άλλες έγνοιες)
και σαν τον είδα εδάκρυσα, τον πόνεσε η ψυχή μου·
«Ελπήνορα, μες στο θαμπό σκοτάδι αυτό πώς ήρθες;
πεζός μ’ επρόφτασες εμέ που ερχόμουν με καράβι!»
Έτσι είπα κι αναστέναξε και μ’ αποκρίθη εκείνος:
«Μ’ έφαγε η μοίρα μου η κακή και το βαρύ μεθύσι.
Δεν ένιωσα, όπως πλάγιαζα στης Κίρκης το παλάτι,
να κατεβώ από την ψηλή τη σκάλα που είχα ανέβει,
παρά ίσια από το δώμα της έπεσα κ’ ετσακίστη
ο αυχένας μου και κάτω εδώ στον Άδη ήρθ’ η ψυχή μου.
Και τώρα σε παρακαλώ, στ’ όνομα των δικών σου,
της γυναικός, τ’ αφέντη σου, μικρόν που σ’ είχε θρέψει,
του Τηλεμάχου, που έχεις μόνο αφήσει στο παλάτι:
Ξέρω, απ’ τον Άδη φεύγοντας, πως στο νησί, την Αία,
θ’ αράξεις πάλι το καλοφτιαγμένο μας καράβι.
Παρακαλώ σε, βασιλιά, κ’ εμέ θυμίσου τότε:
άκλαυτο κι άθαφτον εκεί μη φύγεις να μ’ αφήσεις,
για να μη γίνω εγώ αφορμή οι θεοί να σου θυμώσουν.
Κάψε με μ’ όλα τ’ άρματα, όσα έχω, κ’ ένα μνήμα
φτιάξε μου στην ακρογιαλιά, στο κύμα πλάι π’ αφρίζει,
να μου θυμούνται τ’ άτυχου όσοι στον κόσμο θά
ρθουν.
Κάμε το αυτό, και το κουπί στήσε στον τάφο απάνω,
που είχα, όταν ζούσα κ’ έλαμνα μαζί με τους συντρόφους».
Έτσι είπε κι αποκρίθηκα και μίλησα: «Θα κάμω,
καϊμένε φίλε, αυτά που λες και θα τα ξετελειώσω».
Τέτοια ανταλλάσαμε κι οι δυο λόγια γεμάτα πίκρα,
εγώ απ’ τη μια με το σπαθί γυμνό πάνω απ’ το αίμα
κι από την άλλη, λέγοντας πολλά, του φίλου ο ίσκιος.

Ομήρου Οδύσσεια, Ραψωδία λ (απόσπασμα),
μτφρ. Στυλιανός Αλεξίου, Παλίμψηστον, τχ. 2, Ιούνιος 1986