***
Σαν το τραγούδι της τρελής στην ακροποταμιά
Σαν το σαλό που ανάλαμψε και τώρα φέγγει ως πέρα
Σαν άλογο που υψώθηκε με φλόγες στον αγέρα
Σαν τη σιωπή που γέμισε σταυρούς την ερημιά

Σαν το κερί που τρέμισε χλομό στο μεσοφρύδι
Σαν άστρα που στραφτάλισαν στη νύχτα των ματιών
Σαν τις ψυχές που αδημονούν στα υπόγεια των σπιτιών
Σαν σπήλαιο που σε προσκαλεί στο πιο βαθύ ταξίδι

Σαν ποιητής που στο δικό του κόσμο έχει χαθεί
Σαν παραγιός που παίζοντας το φέρετρο καρφώνει
Σαν νύφη που μαρμάρωσε στο πετρωμένο χιόνι
Σαν τον προφήτη που έλιωσε προτού ν’ αναληφθεί

Σαν γέρος που αφουγκράζεται τη μνήμη του να λέει
Σαν κόρη που αναρίγησε στη μέλουσα ενοχή
Σαν άμαξα παλιοκαιρινή που τη χτυπά η βροχή
Σαν ένας σκούφος ναυτικός που στον αφρό επιπλέει

Σαν την καλύβα του ψαρά που πάει με τα νερά
Σαν πεταλούδα που έσβησε του αρρώστου το καντήλι
Σαν το ανεπαίσθητο άρωμα που βγάζει το ασφοδίλι
Σαν άγγελος που γδύθηκε τα κάτασπρα φτερά

Σαν ταξιδιώτης που έφτασε στο μακρινό παρόν του
Σαν δύτης που ξεχάστηκε στους κήπους των βυθών
Σαν πόλη που προσάραξε στο αέναο παρελθόν
Σαν επισκέπτης που έμεινε στη χώρα των νεκρών του

Σαν μια γυναίκα-φάντασμα στο τρίποδο του μπαρ
Σαν φλόγα που στο ρόδινο ποτήρι μέσα λάμπει
Σαν το παιδί που αποζητά στο παραμύθι να μπει
Σαν όνειρο που ζέστανε τον ύπνο του κλοσάρ

Σαν πόρνη που νοστάλγησε το παιδικό κρεβάτι
Σαν τη νεκρή που ζύμωνε τα Σάββατα ψωμί
Σαν τον τυφλό που ακολουθεί την ίδια διαδρομή
Σαν το λυχνάρι που έφεξε το δρόμο του υπνοβάτη

Σαν σήμαντρο που ακούγεται βαθιά στην προσευχή
Σαν οδοιπόρος που έχασε το σώμα του στο δρόμο
Σαν ένα χέρι αόρατο που σε χτυπά στον ώμο
Σαν κάποιος που κλειδώθηκε σε μια παλιά εποχή

Σαν τη γριά που φόρεσε το νυφικό της πέπλο
Σαν τον καθρέφτη που έδειξε στο φόντο το σταυρό
Σαν αστραπή που φώτισε το απρόσβατο ιερό
Σαν τον Χριστό που απρόσμενα κατέβηκε απ’ το τέμπλο

Σαν αίγαγρος που απ’ τον γκρεμό τον ωκεανό κοιτάζει
Σαν φίδι που υποτάχτηκε κι αγάπησε τη γη
Σαν τρένο που απ’ τη σήραγγα δεν έχει ξαναβγεί
Σαν βάρκα που πετάει ψηλά κι απ’ την καρένα στάζει

Σαν ό,τι στέκει αντίγνωμο στη μοίρα του κενού
Σαν ό,τι κλείνει τις ρωγμές στο ρημαγμένο σπίτι
Σαν ένα φέγγος διάχυτο στη νύχτα του ερημίτη
Σαν οδοδείχτης που οδηγεί στο δρόμο τ’ ουρανού

Σαν να ναι ο κόσμος εύ-μορφος κι ο χρόνος αδερφός
Σαν να μην κλείνουν πίσω σου για πάντα οι τόσες θύρες
Σαν να μη σκύβουν πάνω στις πληγές σου οι ψυχοθήρες
Σαν να μην έχουν σύνορα τα μάτια και το φως

Πηγή:
Μου γνέφουν, 2000

Εικονογράφηση:
Σπύρος Στούκας, 2012

***
Σας προσκαλώ σε σιωπηλό διαλογισμό
Τόσοι νεκροί μες στη σιωπή μας κατοικούνε
Μορφές σβημένες που εναγώνια προσπαθούνε
να κρατηθούν να μην κυλήσουν στον γκρεμό

Δεν ξέρω αν έχετε εννοήσει το κενό
ή αν ο καθρέφτης σας τη νύχτα σάς τρομάζει
Καθένας βρίσκει τη ματιά που του ταιριάζει
το ρούχο εκείνο που τον δέχεται γυμνό

Κλείστε τα μάτια σας για λίγο      Ακινητήστε
πάνω στον κόκκο της στιγμής που σας κρατεί
Μαζί με σας το σύμπαν όλο ακινητεί
Και τώρα αργά το πρόσωπό σας ψηλαφήστε

Λησμονηθείτε σιωπηλός στο αιθέριο λίκνο
Δε θα ταράξει τη γαλήνη σας κανείς
Γύρω μας λάμπουν τα νερά της προσμονής
μα εμείς κοιτάμε ειρηνικά τον μαύρο κύκνο

Μην περιμένετε τον άυλο ταχδρόμο
Κανείς δε θα ρθει να μας φέρει το κλειδί
Μείνετε πάντα το ανεξήγητο παιδί
που αποστηθίζει τη βροχή στον άδειο δρόμο

Πηγή:
Ο απόπλους, 1999

Εικονογράφηση:
Γιάννης Τζερμιάς, Τρίστρατο ΙΙ, 2002-2010

***

Ο ποιητής υποφέρει           Ο ποιητής υποφέρει
γιατί έχει χάσει το δρόμο και πού πηγαίνει δεν ξέρει
και περπατά δίχως μνήμη σ’ αυτή τη χώρα του νότου
ενώ ένα μαύρο ποτάμι μπαίνει συχνά στ’ όνειρό του

Ο ποιητής δε γνωρίζει μόνο αγρυπνά και δακρύζει
σαν να τον κράζουν οι ρίζες υπόγειους κήπους σκαλίζει
και μέρα νύχτα τα ερείπια της ύπαρξής του ανασκάβει
κι ένα σκυλί σκοτωμένο μέσα στα τρόχαλα θάβει

Κι άλλοτε πάλι μονάχος κωπηλατεί σε μια λίμνη
και λυπημένος κοιτάζει την άδεια θέση στην πρύμνη
Κι ενώ απ’ τα βάθη των χρόνων ένα παιδί τον φωνάζει
νιώθει που η βάρκα του γέρνει κι αγάλι αγάλι βουλιάζει

Κι ακούει μια μάνα να λέει την ίδια πάντα ιστορία
Κρυμμένη πίσω από ράφια και σκονισμένα βιβλία
Κι όπως η νύχτα ζυγώνει και το σκοτάδι πυκνώνει
Βλέπει -απ’ αλλού- το κορμί του να το σκεπάζει το χιόνι

Πηγή:
Μου γνέφουν, 2000

Εικονογράφηση:
Γιώργος Λαναράς, Αναζήτηση ανθρώπου, 2007

***

Ο Ορέστης Αλεξάκης γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1931. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άσκησε στην Αθήνα το επάγγελμα του δικηγόρου έως το 1992.

Έγραψε κυρίως ποίηση, παράλληλα όμως ασχολήθηκε με το δοκίμιο και την κριτική, ενώ επιμελήθηκε φιλολογικά την έκδοση των σονέτων του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, όπου παρέθεσε και εκτενή εισαγωγή (εκδ. Ωκεανίδα, 1999). Έχει συνεργαστεί με διάφορα περιοδικά (Η Λέξη, Το Δέντρο, Πλανόδιον, Ανακύκληση, Ευθύνη, Πόρφυρας) και πολύ παλαιότερα με Το Πρώτο Σκαλί, Κέρκυρα 1954-1956, όπου δημοσίευσε σε νεωτερικό στίχο το ποίημα «Το τραγούδι των εφήβων», τχ. 5, Ιανουάριος 1955, σ. 29. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ισπανικά και σέρβικα. Τιμήθηκε για την ποίησή του με το Βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου.

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Η Περσεφόνη των γυρισμών, Δωδέκατη Ώρα, Αθήνα, 1974. Οι κόνδορες και το αντιπρανές, Πόρφυρας, Κέρκυρα, 1982. Η λάμψη, Κείμενα, Αθήνα, 1983. Βυθός, Αστρολάβος/Ευθύνη, Αθήνα, 1985. Ο ληξίαρχος, Αστρολάβος/Ευθύνη, Αθήνα, 1989. Αγαθά παιχνίδια, Συνέχεια, Αθήνα, 1994. Νυχτοφιλία, Ο Μικρός Αστρολάβος, Αθήνα, 1995. Υπήρξε. Επιλεγμένα ποιήματα, Απόστροφος, Κέρκυρα 1999. Μου γνέφουν, Καστανιώτης, Αθήνα, 2000. Ο μεταμφιεσμένος χρόνος, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2005. Θίασος στην εξέδρα, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2006. Το άλμπουμ των αποκομμάτων, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2009. Ποίηση, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2011.

.

Άδειασαν τα μπαρ από νωρίς
Πάλι λησμονήθηκα στο σώμα
Θέλετε να πιούμε κάτι ακόμα ;
Σε ποιο μέλλον ψάχνεις να με βρεις ;

Δρόμοι μουσκεμένοι στη βροχή
Πλαστικά νερά και φώτα νέον
Είσαστε Τοξότης είμαι Λέων
Είμαι το ποτάμι κι είσαι η γη

Νύχτα των αμόλυντων παθών
Δυο τυφλοί στην πύλη της αβύσσου
Φωτοκρήνη το άσπιλο κορμί σου
στη γαλάζια πάχνη των βυθών

Σου μιλώ στη γλώσσα της σιωπής
Σε κρατώ σαν γύψινο εκμαγείο
Μέσ’ από το γυάλινο ενυδρείο
μάταια κάτι θέλεις να μου πεις

Κάποιος στης ψυχής μου το κελί
το κερί του ανάβει και πλησιάζει
Μέσ’ απ’ την ομίχλη με κοιτάζει
το φαρμακωμένο μου σκυλί

Μου γνέφουν, 2000

.

Πώς βρέθηκα λοιπόν ανεβασμένος
πάνω σε τούτο το
κωδωνοστάσι;
Νύχτα κι αγέρας σκοτεινός φυσάει
κι όπως βαριά στενάζουν οι καμπάνες
με διαπερνά το ρίγος της αβύσσου

Κατρακυλώ στη σιδερένια σκάλα
Κι αν όμως είν’ η θύρα κλειδωμένη;
Κι αν ίσως δεν μπορώ να ξεκλειδώσω;

Νιώθω νερά στα πόδια μου
κοάζουν
τριγύρω μου βατράχια
με φωτίζει
ξάφνου ο θαμπός φανός του νεωκόρου
που σκύβει από ψηλά και μου φωνάζει

Ανέβα πάλι επάνω, χριστιανέ μου
τί θέλεις τέτοιαν ώρα στο πηγάδι
θα σε τραβήξουν κάτω τα τελώνια

Κι απορημένος κάνει το σταυρό του

Ο ληξίαρχος, 1989

. 

Όμως
ποια να σαι Εσύ που αιφνιδιάζεις
—με τόση λάμψη τόση μουσική—
το σκυθρωπό βασίλειο της σιωπής μου;
Που χείμαρρος φωτός εισβάλλεις ξάφνου
σ’ αυτά τα ειρηνικά σκιόφωτα όπου
χρόνια και χρόνια τώρα συντηρώ
τις λιγοστές αναιμικές μου μνήμες;
Μ’ αυτή την εκτυφλωτική ομορφιά; Μ’ αυτή
την εκκωφαντική σου παρουσία;
Τι ανακαλεί το βλέμμα σου στη μνήμη;
Κι αυτό το αστραφτερό χαμόγελό σου
—σαν άξαφνη αστραπή σε μαύρο φόντο—
ποιο ανέφικτο υπαινίσσεται και ποιες
ακτές πέραν του χρόνου προφητεύει;

Στο φρύδι του γκρεμού με καρτερείς
και με χαμόγελο ήρεμο μου γνέφεις
ανύπαρκτα φτερά να εμπιστευθώ
παγιδευμένες πτήσεις να τολμήσω

Το άλμπουμ των αποκομμάτων, 2009
.
.
(Ξόρκι κατά της αϋπνίας. Απαγγέλλεται νοερά σε ρυθμό εμβατηρίου.
Επαναλαμβάνεται συνεχώς μέχρι τελικού αποτελέσματος.)

Χρόνια τώρα στο σκοτάδι περιμένω
Και τα μάτια μου γεμίσανε νερό
Περιμένω τον θεράποντα γιατρό
Τον κλειδούχο που τον ρούφηξε το τρένο

Περιμένω τον ασώματο ιερέα
Τον κουτσό μεταφορέα υαλικών
Τον τραυλό καθηγητή των αγγλικών
Το παιδί με το λιοντάρι στη Νεμέα

Το βαρκάρη που ’χει χάσει τ’ όνομά του
Τη μικρή παραδουλεύτρα Πασχαλιά
Τη Λουντμίλα με τα κίτρινα μαλλιά
Τον πλανόδιο βιολιστή με τα φτερά του

Τον καμπούρη δικαστή με την περούκα
Το χειρούργο με το μαύρο φυλαχτό
Την Οντίν που πια δεν βγήκε απ’ το κρυφτό
Το κορίτσι που θρηνεί στην Μπάνια Λούκα

Περιμένω το φαντάρο που κρυώνει
Τη γυναίκα που κοιμάται μοναχή
Την τροτέζα που την έλιωσε η βροχή
Το ζητιάνο που τον σκέπασε το χιόνι

Περιμένω τον τυφλό λαχειοπώλη
Περιμένω τον κουλό θεραπευτή
Περιμένω τον φιλάνθρωπο ληστή
Και το δήμαρχο που γκρέμισε την πόλη

Περιμένω την κυρτή πεντικιουρίστα
Τη γριά που θα μου ανάψει το κερί
Τη μητέρα που μου μίλησε νεκρή
Τη Μυρτώ που εξαϋλώθηκε στην πίστα

Περιμένω τον επίγειο ταξιδιώτη
Τον προφήτη που ’χει χάσει το κλειδί
Περιμένω το μονόδοντο παιδί
Και το δάσκαλο που ξέμεινε στην πρώτη

Περιμένω τον μουγκό θαλαμηπόλο
Περιμένω τον κουφό μπαλωματή
Τον νεκρό στους πάγους εξερευνητή
Που επιστρέφει μ’ άλλο σώμα από τον Πόλο

Περιμένω τον χαμένο χρυσοθήρα
Περιμένω τον πνιγμένο θερμαστή
Περιμένω τον ανύποπτο εραστή
Περιμένω τον πολύπαθο μνηστήρα

Περιμένω την αθέατη χορωδία
Περιμένω σκοτεινούς εξορκιστές
Περιμένω θυσιαστήριες τελετές
Και το πτώμα που χει αργήσει στην κηδεία

Περιμένω τον Βαρδή και τον Αντώνη
Τη Μαρίνα την Αλκμήνη την Αυγή
Τον Ερμόλαο που αναδύθηκε απ’ τη γη
Τον Νικήτα που βυθίστηκε στη σκόνη

Περιμένω να ρθει κάποιος να με σώσει
Να μου δώσει κάποιο στίγμα στο κενό
Για ν’ αντέξω τον αντίπαλο ουρανό
Και τη γυάλινη σιωπή που μ’ έχει ζώσει

Ταρατάμ ταρατατάμ ταράτα τάμταμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταρατατάμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταρατατάμ
Ταρατάμ ταρατατάμ ταράτα τάμταμ
κ.ο.κ.

Μου γνέφουν, 2000

.

Κι αν ίσως κάποτε συμπράττω
θύμα κι εγώ μοιραίων συσχετισμών . . .

Ο ΛΗΞΙΑΡΧΟΣ, «Ο περιπατητής της παραλίας»

Και βέβαια κάποτε συμπράττεις
Κάποτε ακούσια προσχωρείς
Ο χρόνος τήκεται νωρίς
Κι όλο σου γνέφει ο σχοινοβάτης

Κοιτάς σημάδια του προσώπου
Ζεις σε μιαν άγνωστη εποχή
Το τέλος είναι στην αρχή
Το σύμπαν στο κλουβί του ανθρώπου

Πόλη θαμπή και κουρασμένη
Μνήμη που γλείφει σαν σκυλί
Κανείς δεν ξέρει ποιο σκαλί
Το μάταιο βήμα κατεβαίνει

Κανείς δεν ξέρει ποιος ζυγώνει
Ποιος στη σκιά καραδοκεί
Ποιος στο κορμί σου κατοικεί
Ποιος επιστρέφει από τη σκόνη

Στο μεταξύ πετούν μπαλόνια
Γέμισε ο τόπος κομφετί
Γίνεται ο θάνατος γιορτή
Πωλούνται φέρετρα και χρόνια

Κάποιος ανοίγει την παρτίδα
Κάποιος ορίζει την τιμή
Σε παρασύρουν οι αριθμοί
Στη φοβερή τους πλημμυρίδα

Χάνεσαι μέσα στη χοάνη
Σε προσμετρούν στο ποσοστό

(Το πτώμα βρέθηκε ζεστό
Κι άγγιξε ο κρόταφος την κάννη)

Μου γνέφουν, 2000

.
.
Κοιτώ μέσα στα μάτια σου βροχές
Διακρίνω φώτα και σκιές να τρέχουν
Υπνοβατώ χωρίς να με προσέχουν
Καθώς κυλούν στα βάραθρα εποχές

Δεν έμαθε κανείς για τον νεκρό
Βρέθηκαν ίχνη κήπου στ’ όνειρό του
Πυρομανείς διασχίζουν τη Διδότου
Τα παραμύθια γέμισαν νερό

Χάνομαι σ’ ένα βάθος προσμονής
Κρύβομαι σ’ ένα σώμα δανεισμένο
Φέγγει μπροστά μου βλέμμα δακρυσμένο
Μα πίσω από το δάκρυ του κανείς

Η πόλη; Σαν σταθμός τού Ηλεκτρικού
Μισόφωτη – με μάτια νυσταγμένα
Σ’ αναζητώ σε βήματα σβημένα
Στα σχήματα ενός άλλου σκηνικού

Ο χρόνος; Κάτι σαν υποτροπή
Σαν μια παλιά θαμπή φωτογραφία
Γράμματα χαραγμένα στα θρανία
Λόγια που τα σταμάτησε η σιωπή

Κι ο ποιητής; Σ’ ένα τοπίο γυμνό
Μεταμφιεσμένος σε κρανιοσκόπο
Πάλι ξυπνώ σ’ αυτόν τον ξένο τόπο
Ψάχνοντας δρόμο σπίτι κι ουρανό

Μου γνέφουν, 2000

,.
.
Μπαρ Saint Tropez d’amour
Gitanes και ουίσκι
Νέφος καπνού και πορφυρά κορίτσια
Μια μεθυσμένη κρεολή θυμάται
Σ’ ένα ρημάδι φύτρωσα μου λέει
Μεγάλωσα σε παγερούς διαδρόμους
Στο βάθος βλέπω μόνον άσπρους τοίχους
Μια μοναχή προσεύχεται στο ημίφως
Ένας καμπούρης θυρωρός κλειδώνει
Ξάφνου πηδώ τον φράχτη και τον φόβο
Μέλλοντα ζοφερά με καταπίνουν
Πολλά φανάρια μ’ έχουν οδηγήσει
πολλά σημάδια ναυτικών γνωρίζω
πολλών πλανόδιων πωλητών μασχάλες
Παντού καπνός και νυχτωμένοι δρόμοι
κι η μοναξιά σαν το βρεγμένο ρούχο
Νυχτερινό κλωστήριο το μυαλό μου
χτυπούν νερά τα χτένια τής ψυχής μου
σπάζουν οι αρμοί και φως με κατακλύζει
Διακρίνετε στο βάθος τις καμπάνες;
Το Ave Maria των πεφορτισμένων
Η Παναγία τής Λούρδης επιστρέφει
διασχίζοντας απέραντες εκτάσεις
σε βάθη σκοτεινών χιλιομέτρων
Γιατί κι η μοίρα κάποτε αστοχεί
Γιατί κι η νύχτα κάποτε
φωτίζει

Υπήρξε, 1999

.

Δεν το ξεχνώ το πανδοχείο εκείνο
Τον ξενοδόχο που χαμογελούσε
με το ένα μάτι πάντοτε κλεισμένο
σα να ’χε βρει του αινίγματος τη λύση
Την καμαριέρα με το μαύρο δόντι
που διέσχιζε τους έρημους διαδρόμους
κρατώντας πάντα μια σβησμένη λάμπα
λες κ’ είχε κάτι να μας φανερώσει
Το θάλαμο    τα δώδεκα κρεβάτια
–γύρω βαλίτσες
μπόγοι
πατερίτσες
κι η μυρωδιά παντού του σάπιου χόρτου–
Ν’ ακούγεται βροχή    να κάνει κρύο
να χώνεσαι στα βρώμικα σεντόνια
να βγάζει ο διπλανός το πρόσωπό του
μέσ’ από τις κουβέρτες και να λέει
Καλά να σκεπαστείς να μη κρυώσεις
νύχτα θα καβατζάρομε το κάστρο
μπάζει φαρμάκι από τις χαραμάδες

Υπήρξε, 1999

.

Κάποιος έχει φύγει από το σπίτι
Κάποιος άλλος περπατάει στο δώμα
Νύχτα και δεν φάνηκεν ακόμα
Το παιδί που μπαίνει απ’ το φεγγίτη

Εμπνοές σαλεύουν τις κουρτίνες
Όνειρα κι αράχνες με μουδιάζουν
Τα φεγγάρια ασίγαστα κοάζουν
Γέμισε το δέρμα μου λειχήνες

Ίσκιοι τού ανυπόστατου επιστρέφουν
Κύλησαν νομίσματα στο χώμα
Νούφαρα σου σκέπασαν το σώμα
Δυο τρελοί απ’ το ξέφωτο μου γνέφουν

Σαν να ψάχνω κάποιο μονοπάτι
Σαν ν’ αναγνωρίζω τα σημάδια
Προχωρώ στ’ αδιάλυτα σκοτάδια
Μ’ ανοιχτό το μέσα μόνο μάτι

Μου γνέφουν, 2000

.

Με παρασύρεις σ’ ένα φως που εξουθενώνει
Νιώθω το θαύμα σαν απέραντη ενοχή
Βρίσκομαι κάπου σε μιαν άγνωστη εποχή
Ξάφνου μυρίζω τα μαλλιά σου και νυχτώνει

Κρύψε με μέσα στους μυχούς του σώματός σου
Μια μεταμόρφωση στο χρόνο προσπαθώ
Δόσε μου σχήμα, δόσμου βάρος να βρεθώ
προστατευμένος στον ασύλητο βυθό σου

Μη λησμονείς τη σκοτεινή συνωμοσία
Τον Επισκέπτη τον Επόπτη το Γιατρό
Μ’ έχουν καρφώσει σ’ έναν πέτρινο σταυρό
ν’ αντιμετριέμαι με τη σκόνη στα μουσεία

Χιόνι σα θάνατος το θάλαμο σκεπάζει
Μέσα σε δάσος αγαλμάτων περπατώ
Λες κι’ είναι ο κόσμος ένα βλέφαρο ανοιχτό
μ’ απ’ όπου δε θυμάμαι ποιος και πού κοιτάζει

Σ’ έχω ανασύρει μα κανείς δεν το ’χει μάθει
Κρύβω το σκάφανδρο στα υπόγεια του ναού
Σ’ αγγίζω – αγγίζω το μυστήριο του θεού
λουσμένος πάλι σ’ άγιο φως κι’ ανίερα πάθη

Αγαθά παιγνίδια, 1994

.

Όχι, δεν είμαι εγώ καθώς νομίζεις
αυτός που κυβερνάει από τα βάθη
προκαθορίζοντας πορεία και στόχους

Ο άλλος είναι – ο αποκεκρυμένος

Εγώ –μα ποιος εγώ ;– παγιδευμένος
«αιχμάλωτος μιας αποτρόπαιης μοίρας»
ο ποιητής Πι Δέλτα ή Γάμα Βήτα
ή Ορέστης Αλεξάκης τέλος πάντων
δεν είμαι παρά μόνον υπηρέτης
αγνώστου Αυθέντη που ποτέ δεν είδα
και που δεν έχω ακούσει τη φωνή του
γιατί τα μάτια μου είναι σφραγισμένα
τ’ αυτιά μου βουλωμένα και τα χέρια
δέσμια για να μπορούν να κάνουν μόνο
τις απολύτως αναγκαίες κινήσεις.

Μοίρα σκληρή – μα δεν παραπονιέμαι
Γιατί οι ενδείξεις συνεχώς πληθαίνουν
πως είναι κι ο Αυθέντης μου τυφλός
κωφός
βωβός

και με το στήθος άδειο. . .

Πόρφυρας, τχ. 132, 2009

.

μνήμη Αλέξη Ζακυθηνού

Να βλέπεις άξαφνα τον Ξένο
σαν απ’ το μέλλον να ζυγώνει
να σε σκεπάζει —γκρίζο χιόνι—
το πεπρωμένο

Κάποιος τη θύρα να καρφώνει
Κάποιος ν’ ανάβει το κερί σου
Στον ουρανό του παραδείσου
να ξημερώνει

Να μη θυμάσαι τη μορφή σου
Φωνή να μη σ’ ακολουθήσει
Να
χεις εντέλει κατακτήσει
βάθος αβύσσου

Αγαθά παιγνίδια, 1994

.

Ανοίγω τη μικρή γυάλινη θύρα
του σκοτεινού παλαιοπωλείου, χτυπάει
παλιοκαιρνό κουδούνι μα κανένας
δεν έρχεται
.. Τριγύρω βασιλεύει
τέφρα σιωπής κι ακινησία θανάτου
Ποιος είναι εδώ; Ρωτώ και το κουδούνι
ξαναχτυπά καθώς η θύρα κλείνει
Νιώθω πως είμαι πια παγιδευμένος
σ’ ένα ψυχρό νεκροταφείο πραγμάτων
Μισοσβημένες προσωπογραφίες
παμπάλαια βάζα και μουγγά ρολόγια
ζώα και πετεινά ταριχευμένα
που με κοιτούν με το νεκρό τους βλέμμα
Χαμογελά χορεύτρια πορσελάνης
Μου γνέφει φιλικά μακάριος βούδας
Κάτι σα χνούδι νιώθω να μ’ αγγίζει
Ποιος είν’ εδώ; Ξαναρωτώ
και τότε
φέγγος θαμπό το χώρο πλημμυρίζει
Ξανθό κορίτσι βγάζει το κεφάλι
πίσω από τη ροτόντα και μου λέει
Σιγά .. μη σας ακούσει και σωπάσει
Παίζει φαγκότο πάλι .. τον ακούτε;
Παίζει φαγκότο
Κάτω
Στα θεμέλια

Υπήρξε, 1999

4


Βουΐζει σαν τροχός η πόλη
Φώτα και χρώματα υδαρή
Τη νύχτα θά ’ρθει να σε βρει
φορώντας στο μηρό βραχιόλι

Τίποτα βέβαια σοβαρό
Πες μια φυγή – σαν αυταπάτη
Σε ακολουθεί το ανήλεο μάτι
που φέγγει μέσα σου. Νεκρό

Πρωΐ νωρίς στην Εφορία
Στις ένδεκα οδοντογιατρό
Σαν τον κρυμμένο θησαυρό
σε αναζητώ. Στα μαυσωλεία

Θρηνούν τα περιπολικά
Χαμός στη στάση λεωφορείων
Δευτέρα δεκατρείς. Αρχείον
Να προσαχθούν τα σχετικά

Καταχωρείς τα δεδομένα
Κλείνεις τα νέα σου ραντεβού
Δεν είσαι πουθενά. Παντού
προβάλλουν σύνορα κλεισμένα

(Χρόνια και χρόνια καρτερείς
πέρ’ απ’ την έρημο του χρόνου
στον ερχομό του δολοφόνου
κάπου ένα πέρασμα να βρεις)

Προσθήκη – αντίκρουση. Προτάσεις
Ενστάσεις και παραγραφές
Θα ’χει κρυώσει πια ο καφές
Και πάλι δίχως να προφτάσεις

Αγαθά παιγνίδια, 1994