18. Ανθολογία Αυγής, Αναστασίου, 21.11.14

Advertisements

5. Ανθολογία Αυγής, Αναγνωστάκης, 6.11.14

Apostolos Yayannos_Paphiopedilum Royale_2012 

***

3

Μαργαροφέγγει
το ξύπνημα της μέρας
πριν να το φτάσει
στα μάτια σου ζωγράφε
χρυσόπλουμη σαΐτα.

5

Με ανοιξιάτικη
σε είδα βροχή να περνάς
και τα χρώματα
του κόσμου χορεύοντας
μαζί μου σε πήρανε . . .

8

Πέρασε ο κόσμος
της μέρας και της νύχτας·
στη σιωπή έμεινα
και στα κλειστά μάτια σου
για να ξαναγεννηθώ.

10

Δεν γιατρεύτηκε
στα σκίνα, μες στα έλατα·
τα συνήθισε,
δολερή η μοναξιά τους,
εκεί σε αποζήτησε.

14

Σε ουρανό θολό
βουρκωμένες θάλασσες
τον περίμενα
που είπε φτάνοντας: εδώ
θα ξαναβρώ τον ήλιο . . .

18

Τις πέντε αισθήσεις,
δεν φτάνουν, στις χαρίζει·
θέλει αμέτρητες
τον κόσμο αυτό να μάθει,
του ξύπνιου με το όνειρο.

24

Δίψα του κόσμου
στο καρποφόρο δέντρο·
χαρά κι ελπίδα
δεν μπορεί να χορτάσουν
το ένα με δίχως το άλλο.

26

Άχρηστα φύλλα
που κόπηκαν οι καρποί·
τι περιμένεις;
Ίδια τον άλλο χρόνο :
χαρά, μαζί σου λύπη . . .

30

Θα πάθεις πάλι
με ποίηση παίζοντας·
είν’ σαν φάρμακο :
πρέπει δόση να ξέρεις,
στη γιατρειά από φαρμάκι.

31

Πού πήγαν αυτά
που πόθησες ; Άλλαξαν
δίχως εσένα·
με τον καιρό στο χρόνο,
ή γίναν μόνο στάχτη ;

Πηγή:
Χάι-κάι και τάνκα, 1972

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Paphiopedilum royale, 2012

Apostolos Yayannos_Anthos_2012

* * *

1
Ύπνος του νερού
στα μάτια σου κοιμάται
το χρυσό βράδυ.

12
Δυο πεταλούδες,
της πολύχρωμης γιορτής
είταν άγγελοι.

13
Δυο πεταλούδες
σε κάθε που εκοίταζες
αναπαυόνταν . . .

14
L’ impair
Τρεις πεταλούδες
ω, κάθε που χάριζες
τα δυο σου μάτια!

24
Φυσά ο αγέρας
μα τα σπαρτά δεν γέρνουν,
ζωγραφισμένα . . .

30
Γαλάζιος κάμπος
σ’ ύπνο βοσκού κοιμάται·
μην τον ξυπνήσεις!

35
Η πιο μεγάλη
σιωπή μας ξεκουφαίνει·
είν’ η δική μου;

36
Ποιου να μιλήσεις;
θά ’ταν τα λόγια πικρά
της μοναξιάς μου..

56
Λόγια πουλιά ’ναι·
τον κόσμο γυροφέρνουν,
ξένα από σένα.

61
Όταν μιλούσες
στ’ αγριολούλουδα ο Θεός
σ’ άκουγε μόνο.

62
Όταν φώναξες
τ’ αγριολούλουδα ο Θεός
στεκόταν δίπλα.

75
Είν’ από σένα
στη σιωπή τα λόγια μου,
λίγα, πολλά ’ναι;

76
Στο κλουβί το άδειο
κι άλλο πουλί κλείστηκε,
πουλί θλιμμένο . . .

81
Μίση κι έρωτες
του κόσμου τούτου στάχτες,
κληρονομιά σας.

82
Κόκκινο, μαύρο,
τ’ αταίριαστα θα σμίξουν,
σ’ αρχή με τέλος.

91
Αυτός με γλάρους
και σιωπή, μονάχος
έφερε ξένους.

103
Έμεινε ο κήπος
δέντρο δίχως τα φύλλα
στη μοναξιά του.

105
Ακόμα χιόνι!
Πώς μεθυσμένα πουλιά
μαζεύουν άνθη;

116
Το ξαφνικό είταν
αδιάφορο μ’ εσένα,
τριμμένο ρούχο.

117
Τριμμένο ρούχο
που δεν φορούσα καιρό,
σαν άλλη γύμνια.

Πηγή:
Χάι-κάι και τάνκα, 1972

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Άνθος, 2012

Δ.Ι. Αντωνίου

* * *

Ο ποιητής Δημήτριος Αντωνίου γεννήθηκε στην Μπέιρα της Μοζαμβίκης και καταγόταν από μεγάλη ναυτιλιακή οικογένεια της Κάσου. Πέρασε τα πρώτα παιδικά του χρόνια στη γενέτειρά του και στο Σουέζ και ολοκλήρωσε τις σπουδές του στην Αθήνα, όπου εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του το 1912. Φοίτησε στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και ασχολήθηκε παράλληλα με την εκμάθηση ξένων γλωσσών και ερασιτεχνικά με την ορυκτολογία, τη βοτανική, την εντομολογία, τη ζωολογία, τη μουσική. Από το 1928 ακολούθησε στρατιωτική καριέρα στην εμπορική ναυτιλία και έφτασε ως το βαθμό του πλοιάρχου. Συνταξιοδοτήθηκε το 1968.

Νέος μπήκε στον κύκλο του Παλαμά και γνωρίστηκε με τους Κωνσταντίνο Τσάτσο, Γιώργο Σεφέρη, Οδυσσέα Ελύτη και τους άλλους λογοτέχνες της γενιάς του Τριάντα, με τους οποίους συμπορεύθηκε στην ανανέωση του ελληνικού ποιητικού λόγου, δοκιμάστηκε όμως και σε σταθερές μορφές. Στα γράμματα πρωτοεμφανίστηκε το 1936 από τις σελίδες των Νέων Γραμμάτων με τη δημοσίευση ποιημάτων που κρίθηκαν ευνοϊκά από το Γιώργο Σεφέρη. Εξέδωσε τρεις ποιητικές συλλογές (Ποιήματα, Ινδίες [Β΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης – 1967], Χάι-Κάι και Τάνκα [Α΄ Κρατικό Βραβείο Ποίησης – 1972]), ενώ πολλά έργα του (ποιήματα, λογοτεχνικά δοκίμια, μεταφράσεις) βρίσκονται δημοσιευμένα σε εφημερίδες και περιοδικά.

Γράφει ο Σεφέρης στις »Δοκιμές» για την ποίηση του Αντωνίου: «…Η ποιητική φωνή του Αντωνίου είναι πλασμένη από άσκηση και στερήσεις. Δεν θα του βρούμε πουθενά λέξεις που δεν έχουν σημασία ή βάρος. Ίσως για αυτό άνθρωποι που συνήθισαν να αντικρίζουν την ποιητική γλώσσα όπως την καθημερινή μας κουβέντα, είπαν τον Αντωνίου σκοτεινό. Στην καθημερινή μας κουβέντα λέμε άπειρα πράγματα χωρίς σημασία. Ενώ στον ποιητικό λόγο τίποτα δεν μπορεί να ζήσει χωρίς σημασία, ούτε και η παραμικρή λεπτομέρεια…», «…H ουσία της ποίησης του Αντωνίου ανάγεται σ’ ένα αιώνιο θέμα. Θέμα παμπάλαιο, αφού είναι το ίδιο με το θέμα της Οδύσσειας. Θέμα πανελλήνιο, αφού ο Έλληνας είναι ο πιο ταξιδεμένος άνθρωπος του κόσμου. Το θέμα αυτό είναι η μοίρα του ανθρώπου που ταξιδεύει…», «… Σπάνια ήθελε να δημοσιέψει. Κάποτε που ταξίδευα μαζί του τον παρακολουθούσα πώς έγραφε. Τους στίχους του τους σημείωνε πάνω στο κουτί των σιγαρέτων του. Τους ξαναδούλευε άπειρες φορές μες στο μυαλό του. Κι έπειτα, πολύ αργότερα, όταν έφτανε στο λιμάνι, τους αντέγραφε. Θυμάμαι την πρώτη φορά που μου έδειξε την καμπίνα του. Σε μια γωνιά ήταν στοιβαγμένα άπειρα αδειανά κουτιά σιγαρέτων. Ήταν τα χειρόγραφά του…». Πέθανε τον Φεβρουάριο του 1994.

Πηγή: ΕΚΕΒΙ


					

Χρόνης Μπότσογλου

***
ΣΩΜΑ

Σώμα χαμένο σ’ άλλα χρόνια,
σε σκάλες, σάλες και σε αυλές
παλιών σπιτιών, και σε μπαλκόνια.

Σε σπίτια κατεδαφισμένα,
σ’ άλλων καιρών ακρογιαλές,
και σε καράβια διαλυμένα.

Σε πόλεις που έχουν τόσο αλλάξει,
σα να ‘ταν σχέδια κεντημένα αχνά,
σ’ άλλων καιρών παλιό μετάξι.

Πόσα φαντάσματα χαμένα
θα πρέπει να επικαλεστώ,
για να σε βρω, κορμί ζεστό,

μες στην παλιά τη νύχτα, Εσένα.

*

ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

Της μέρας σώμα, σαν γυναίκας,
σε βλέπω και σ’ αγγίζω αργά:
Μαλλιά και μάτια, η ώρα δέκα.

Περνάς και φεύγεις∙ μεσημέρι:
κόκκινα χείλη, και γυμνά
στήθη, ώμοι, πλάτη, ζεστό χέρι.

Μη φεύγεις, μέρα, μείνε ακόμα!
Τέσσερεις: μέση και γοφός∙
αχ, μείνε εδώ, της μέρας σώμα!

Οχτώ, και χάνεται το χρώμα
το ρόδινο των ουρανών.
Πρωί τα μάτια σου, το στόμα,

νύχτα το βάθος των μηρών.

*

ΥΠΝΟΣ

Αίσθηση βάρους που αποθέτεις στο κρεβάτι,
αλλαγές θέσης αδιανόητες για νεκρούς,
μικρές κινήσεις που σε πείθουν πως υπάρχεις.

*

Πηγή:
Στίχοι επιστροφής, 2012

Εικονογράφηση:
Χρόνης Μπότσογλου

Ιουλία Βεντίκου, 30 Φεγγάρια, 2012, Μελάνι σε χαρτί ακουαρέλας

***

ΣΤΙΓΜΗ

Λυτρώσου απ’ την επόμενη στιγμή,
πρόσεξε τη Στιγμή που τώρα τρέμει.
Μέσα σ’ αυτή, μακριά, σαν μουσική
κάθε παλιά στιγμή σου αγαπημένη.

Μέσα σ’ αυτή, το Σύμπαν το πλατύ,
που τόσοι Γαλαξίες το χουν στέψει.
Σ’ αυτή κι οι αιώνες οι μελλοντικοί.
Απέραντη η Στιγμή — αν την προσέξεις.

*

ΣΤΙΓΜΕΣ

Ζω με πολλές στιγμές που ζουν εντός μου,
τα χελιδόνια πάνω απ’ την αυλή,
το πλήθος, στον περίπατο, του κόσμου.

Τσιγάρο, στίχοι, διάβασμα βιβλίου,
μες στο δωμάτιο, και μελαχρινά
κορίτσια του Santiago ή του Λυκείου.

Παλιές γιορτές, χρυσάνθεμα στη σάλα,
άλλων καιρών τραγούδια μακρινά,
και στο ξερό τ’ αγιόκλημα ψιχάλα.

*

ΑΛΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Με τ’ άλογα όλοι για το πανηγύρι,
στο μονοπάτι, μύλοι στο Σελλί,
κι ο άρτος στης Κεράς το μοναστήρι.

Και τις νύχτες στον πλάτανο, στο Κράσι,
φεγγάρι και τραγούδι των νερών
και μιας σκλώπας η βαθειά φωνή μονάχη.

Πηγή:
Στίχοι επιστροφής, 2012

Εικονογράφηση:
Ιουλία Βεντίκου, 30 φεγγάρια, 2012

Στυλιανός Αλεξίου

***

Τι να είναι αυτό που παρακινεί έναν σοφό των γραμμάτων να εκδώσει για πρώτη φορά εν έτει 2012 ποίηση γραμμένη την εξηντακονταετία 1939-1999, καταθέτοντας έτσι το δικό του ποιητικό καταστάλαγμα, τιτλοφορούμενο ως «Στίχοι επιστροφής»; Μήπως η ανάγκη απότισης φόρου τιμής και σε αυτό το είδος του λόγου ή μήπως ο σεβασμός και η ευσυνειδησία που χαρακτηρίζει τον ακούραστο θεράποντα της ελληνικής γλώσσας, απέναντι σ’ αυτήν την ίδια, αλλά και στις προσωπικές του εργασίες επ’ αυτής; Ο λόγος, για τον Στυλιανό Αλεξίου που με το δικό του πρώτα παράδειγμα καταδεικνύει πως στην ποίηση βιασύνη δεν χωρά ούτε (θα ’πρεπε να) επιτρέπεται.

Ο τίτλος της πρώτης αυτής ποιητικής συλλογής του Αλεξίου δεν αναφέρεται μονάχα στην επιστροφή σ’ εκείνα τα χρόνια, από το 1939 ως το 1999, όπως ίσως κάποιος να υπέθετε. Μάλιστα, φροντίζει ο ίδιος στη σύντομη εισαγωγή της να ορίσει τον προορισμό του ανάπλωρου αυτού ταξιδιού. Πρόκειται για την κατάθεση της προσωπικής του άποψης (που ωστόσο εκφράζει μια γενικότερη), μέσα από κρίση και κριτική, έμμεση και άμεση, στα κρατούντα ρεύματα και τις τάσεις της ελληνικής ποίησης των τελευταίων δεκαετιών. Ο Αλεξίου μιλά για μια διττή επιστροφή: την «επιστροφή στο συγκεκριμένο, στο βίωμα», κι αυτήν «στην οργανωμένη μορφή του λόγου». Κι εδώ πάλι, έρχεται με διατυπώσεις ξεκάθαρες κι ασυμβίβαστες, αφενός να προσδιορίσει το νοούμενο ως «οργανωμένη μορφή του λόγου», αφετέρου ν’ αποφανθεί πως «φαίνεται αμφίβολο αν ο λεγόμενος ‘ελεύθερος στίχος’ θα εξακολουθήσει να προσφέρει κάτι στο μέλλον». Αντιθέτως, τον κατηγορεί πως «οδήγησε στην πλήρη αδυναμία παραγωγής ρυθμικού κι ευφωνικού λόγου» και συνεχίζει πως με την κατάργηση «συγχρόνως της ποιητικής έκφρασης και του ποιητικού περιεχομένου, εξαφανίστηκαν τα βασικά στοιχεία που διαφοροποιούν τους ποιητές». Δε διστάζει ακόμη να δηλώσει πως «νεοϋπερρεαλισμός, μοντέρνα ποίηση, ελεύθερος στίχος έχουν καταλήξει σήμερα να είναι ‘μανιέρα’» και πως «με τη σειρά τους, έχουν ξεπεραστεί». Με βλέμμα οξύ κι ανάλογη γλώσσα διακηρύττει ό,τι όλοι όσοι ασχολούνται με τα παιχνίδια της Κλειώς παρατηρούν και διαπιστώνουν: «Η ποίηση δεν έχει πια κοινωνική λειτουργία, δεν απευθύνεται σε κανέναν. Είναι προσωπική υπόθεση και ασχολία του κλεισμένου στο γραφείο ατόμου.» Αυτό μας προτρέπει να σκεφτούμε πως δεν αποκλείεται αυτός να είναι εν τέλει ο λόγος της τωρινής παρουσίασης της συλλογής και των ποιητικών πεπραγμένων του Αλεξίου: μια ηχηρή διαφωνία, αντίθεση κι αντίσταση απέναντι σε μια κακώς παγιωμένη πρακτική στην ποίηση.

Αληθεύει πως, τόσο λόγω του περιεχομένου, όσο και του τόνου με τον οποίο αυτό εκφέρεται, η εισαγωγή του Αλεξίου θα μπορούσε κάλιστα ν’ αποτελεί μανιφέστο και γνώμονα της παρούσας ανθολογίας, με την ελπίδα πως το εκτόπισμα του μεγάλου αυτού θεωρητικού και πρακτικού της γλώσσας θα μπορούσε, αν όχι να πείσει, τουλάχιστον να συγκινήσει και τους πιο πεισμωμένους αμφισβητίες της επιστροφής στο «παμπάλαιο νερό». Δεν είναι αυτός, ωστόσο, ο λόγος της ενασχόλησής μας με τους «Στίχους επιστροφής». Πέραν του ότι είναι γραμμένοι από το συγκεκριμένο χέρι, κι αυτό τους καθιστά εκδοτικό γεγονός της χρονιάς από μόνο του, είναι είτε οι προσδοκίες για την ανεύρεση πολύτιμων πετραδιών, είτε η πιστή (παρ)ακολούθηση του Αλεξίου στον δημιουργικό του δρόμο, είτε έστω ένα αίσθημα καλοπροαίρετης περιέργειας και φιλομάθειας, είτε ακόμη κι όλ’ αυτά μαζί, που οδηγούν το σημερινό αναγνώστη γενικά και τον αναγνώστη της ποίησης ειδικότερα να πάρει στα χέρια του και να κοινωνήσει της εν λόγω συλλογής.

Ο Αλεξίου (γι’ ακόμη μια φορά) παραμένει συνεπής ως προς αμφότερα τα ζητούμενα της Επιστροφής του: τόσο ως προς τον κανόνα της «οργανωμένης μορφής του λόγου», όσο και ως προς αυτόν των βιωμάτων. Το πρώτο γίνεται πράξη στην ποίησή του, ωστόσο δεν ακολουθείται δουλικά. Έτσι, η ποίηση αυτή δεν μπορεί ν’ αποτελέσει απόδειξη αισθητικών προκαταλήψεων, ούτε όπλο στα χέρια όσων θεωρούν την έμμετρη λυρική ποίηση είδος άκαμπτο, πομπώδες και νεκρό. Ο Αλεξίου γράφει ελεύθερα κι όμως έμμετρα, συχνά δε ομοιοκατάληκτα, εισηγούμενος τον τρόπο που η «αυστηρή» ποίηση μπορεί να είναι και ζωντανή και σύγχρονη. Μια φωνή, και μάλιστα δυνατή, αρθρώνει απόψεις που έπρεπε ν’ ακουστούν, και το πράττει με συνέπεια, δίνοντας η ίδια το παράδειγμα.

Όσο για τα βιώματα, η συλλογή ολόκληρη αποτυπώνει ένα ταξίδι μέσα στο χρόνο και το χώρο. Θέση τίτλου στο πρώτο ποίημά της κατέχει η χρονολογία «1940», ενώ στο τελευταίο, η γεφύρωση «1939-1999». Ως προς το χώρο, ο αναγνώστης ακολουθεί κατά πόδας τον ποιητή σε Ελλάδα κι εξωτερικό, από το Κράσι ως το Κάστρο της Κρήτης, από τους Θολωτούς τάφους Λέντα ως την Τραπεζόντα της Σητείας, από τη Βασιλίσσης Σοφίας ως τη Βουλιαγμένη, από το Λουξεμβούργο ως το Παρίσι κι απ’ το Μιλάνο ως την Τίβολη και τη Σικελία. Ένα ταξίδι, ίδιο το ταξίδι της έως τώρα ζωής του ποιητή, που πέρα από ημερομηνίες και τοπωνύμια είναι γεμάτο πρόσωπα, ονόματα – και στιγμές.

Ο Αλεξίου γνωρίζει κι αναγνωρίζει τη σημασία της στιγμής και την αποτυπώνει στη συλλογή του. Η αρχή γίνεται με τον ύμνο της Στιγμής, της μιας και της κάθε στιγμής, ως έκφρασης και περιέκτη του σύμπαντος. Μέσα στη Στιγμή, στο απειροελάχιστο παρόν, ενυπάρχουν παρελθόν και μέλλον. Γι’ αυτό καταλήγει: «Απέραντη η στιγμή — αν την προσέξεις.» Ακολουθεί το πλήθος των στιγμών, στιγμών που ζουν με τον ποιητή, όπως κι εκείνος ζει μαζί τους. Με διάθεση μελαγχολική και βαθειά ρέμβη καταλογογραφεί Στιγμές, θα πει εικόνες, που κάτι σημαίνουν και για τα δικά μας μάτια: πλήθος κόσμου, απομόνωση, αισθήσεις, συνιστούν την ιστορία καθενός. Τέλος, ο ποιητής επιστρέφει στις καταβολές, τις δικές του και του λαού ολόκληρου, σε στιγμές της παράδοσης και στη ζωή τους μέσα στον ίδιο: τοπία, συνήθειες, θρησκεία είναι οι «Άλλες στιγμές», οι δικές του.

Με αφορμή λοιπόν τη δικαίωση της στιγμής από τον Αλεξίου, η εβδομάδα ετούτη στο Παμπάλαιο Νερό είναι αφιερωμένη στην ποίησή του, με δύο ενότητες: Στιγμές και Σώματα.

ΕΛΕΝΑ ΣΤΑΓΚΟΥΡΑΚΗ

***

Ο Στυλιανός Αλεξίου γεννήθηκε το 1921. Είναι ομότιμος καθηγητής αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης, στο οποίο δίδαξε από το 1977 έως το 1991, πρώην Γενικός Έφορος Αρχαιοτήτων Κρήτης και διευθυντής του Αρχαιολογικού Μουσείου Ηρακλείου (1962-1977). Είναι αντεπιστέλλον μέλος της Ακαδημίας Αθηνών, μέλος της Αρχαιολογικής Εταιρείας, του Γερμανικού Ινστιτούτου και επίτιμος διδάκτωρ των πανεπιστημίων Padova και Κύπρου. Ανακάλυψε τους υστερομινωικούς τάφους του Λιμένος Κνωσού και τους πρωτομινωικούς θολωτούς τάφους της Λεβήνος (Λέντα). Στο μουσείο Ηρακλείου δημιούργησε μια νέα πτέρυγα και την αίθουσα της Συλλογής Γιαμαλάκη. Ίδρυσε τα μουσεία Χανίων και Αγίου Νικολάου. Δημοσίευσε πολλές εργασίες σε ελληνικά και ξένα περιοδικά. Πραγματοποίησε φιλολογικές μελέτες και εκδόσεις έργων, καθώς και μελέτες σχετικές με την κοινωνία, τη ζωή και τον πολιτισμό της Κρήτης κατά τον ΙΕ΄-ΙΖ΄αι. Άλλες εργασίες του αφορούν σε θέματα ιστορικής γλωσσολογίας και σε ετυμολογήσεις λέξεων του κρητικού ιδιώματος και των νέων ελληνικών. Το 1993 τιμήθηκε με το Ειδικό Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας για το σύνολο του έργου του, και το 2003 με τον Χρυσό Σταυρό του Τάγματος της Τιμής. Είναι επίτιμο μέλος της Εταιρείας Συγγραφέων.

Πηγή βιογραφικού:
biblionet.gr

alkis-alkaios

* * *

Ο Άλκης Αλκαίος (Βαγγέλης Λιάρος) γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1949 κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, αλλά σύντομα μετακόμισε με την οικογένειά του στην Πάργα, πόλη με την οποία συνέδεσε όσο λίγοι το όνομά του. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα όπου συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα.

Με αφορμή ένα δημοσιευμένο ποίημα του που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος το 1978 στα »Τραγούδια της Λευτεριάς», ξεκινά η συμμετοχή του στη δισκογραφία. Υπήρξε δημιουργικός για κάτι παραπάνω από τρεις δεκαετίες και συνεργάστηκε και με άλλους κορυφαίους συνθέτες πέραν του Θάνου Μικρούτσικου, όπως οι Νότης Μαυρουδής, Μάριος Τόκας, Μίλτος Πασχαλίδης, Σωκράτης Μάλαμας, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας κ.ά. και με σημαντικές φωνές του πενταγράμμου ( Μαρία Δημητριάδη, Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Γιώργο Νταλάρα, Κώστα Καράλη, Μανώλη Μητσιά, Χρήστο Θηβαίο κ.ά.).

Ο στιχουργικός του λόγος υπήρξε ιδιαίτερα δυναμικός και αναστοχαστικός, διαποτισμένος με πολιτικές και κοινωνικές αναφορές. Τα τραγούδια του ελέγχουν τις ιδεολογίες στο πέρασμα των χρόνων, εξετάζουν την προοπτική της παραίτησης, εξιστορούν τους έρωτες που δεν ευοδώθηκαν. Ο ίδιος προτίμησε ώς το τέλος να ζήσει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

* * *

 

Ω Ρ Ο Σ Κ Ο Π Ι Ο

Μέρες βροχής κι ένας αέρας δυνατός
σε παρασέρνει σε αδέσποτο σεργιάνι.
Σκηνές φιλμάρεις με μια κάμερα νυχτός
ξέμπαρκα μάτια και φευγάτα στο λιμάνι.

Στην πολιτεία οι τοίχοι μάρτυρες βουβοί
φορούν συνθήματα παλιά ξεθωριασμένα.
Ξέρω θα φύγεις πριν χαράξει η αυγή
κι εγώ θα μείνω δίχως άλλοθι κανένα.

Μην πεις ποτέ πως όλα ήτανε μια πλάνη
περιπλανήθηκα μαζί σου και μου φτάνει.
Βάλε σημάδια μες στη νύχτα μη χαθείς
είναι πιο εύκολο να κλαις παρά να ζεις.

Έλεγες – αύριο θα ναι ο κόσμος φωτεινός,
έλεγα – είναι με το μέρος μας ο χρόνος.
Δεν είν’ ο χρόνος με το μέρος κανενός,
τις συμπληγάδες του περνά καθένας μόνος.

Πηγή:
Υπέροχα μονάχοι, 2006

***
Σαν το τραγούδι της τρελής στην ακροποταμιά
Σαν το σαλό που ανάλαμψε και τώρα φέγγει ως πέρα
Σαν άλογο που υψώθηκε με φλόγες στον αγέρα
Σαν τη σιωπή που γέμισε σταυρούς την ερημιά

Σαν το κερί που τρέμισε χλομό στο μεσοφρύδι
Σαν άστρα που στραφτάλισαν στη νύχτα των ματιών
Σαν τις ψυχές που αδημονούν στα υπόγεια των σπιτιών
Σαν σπήλαιο που σε προσκαλεί στο πιο βαθύ ταξίδι

Σαν ποιητής που στο δικό του κόσμο έχει χαθεί
Σαν παραγιός που παίζοντας το φέρετρο καρφώνει
Σαν νύφη που μαρμάρωσε στο πετρωμένο χιόνι
Σαν τον προφήτη που έλιωσε προτού ν’ αναληφθεί

Σαν γέρος που αφουγκράζεται τη μνήμη του να λέει
Σαν κόρη που αναρίγησε στη μέλουσα ενοχή
Σαν άμαξα παλιοκαιρινή που τη χτυπά η βροχή
Σαν ένας σκούφος ναυτικός που στον αφρό επιπλέει

Σαν την καλύβα του ψαρά που πάει με τα νερά
Σαν πεταλούδα που έσβησε του αρρώστου το καντήλι
Σαν το ανεπαίσθητο άρωμα που βγάζει το ασφοδίλι
Σαν άγγελος που γδύθηκε τα κάτασπρα φτερά

Σαν ταξιδιώτης που έφτασε στο μακρινό παρόν του
Σαν δύτης που ξεχάστηκε στους κήπους των βυθών
Σαν πόλη που προσάραξε στο αέναο παρελθόν
Σαν επισκέπτης που έμεινε στη χώρα των νεκρών του

Σαν μια γυναίκα-φάντασμα στο τρίποδο του μπαρ
Σαν φλόγα που στο ρόδινο ποτήρι μέσα λάμπει
Σαν το παιδί που αποζητά στο παραμύθι να μπει
Σαν όνειρο που ζέστανε τον ύπνο του κλοσάρ

Σαν πόρνη που νοστάλγησε το παιδικό κρεβάτι
Σαν τη νεκρή που ζύμωνε τα Σάββατα ψωμί
Σαν τον τυφλό που ακολουθεί την ίδια διαδρομή
Σαν το λυχνάρι που έφεξε το δρόμο του υπνοβάτη

Σαν σήμαντρο που ακούγεται βαθιά στην προσευχή
Σαν οδοιπόρος που έχασε το σώμα του στο δρόμο
Σαν ένα χέρι αόρατο που σε χτυπά στον ώμο
Σαν κάποιος που κλειδώθηκε σε μια παλιά εποχή

Σαν τη γριά που φόρεσε το νυφικό της πέπλο
Σαν τον καθρέφτη που έδειξε στο φόντο το σταυρό
Σαν αστραπή που φώτισε το απρόσβατο ιερό
Σαν τον Χριστό που απρόσμενα κατέβηκε απ’ το τέμπλο

Σαν αίγαγρος που απ’ τον γκρεμό τον ωκεανό κοιτάζει
Σαν φίδι που υποτάχτηκε κι αγάπησε τη γη
Σαν τρένο που απ’ τη σήραγγα δεν έχει ξαναβγεί
Σαν βάρκα που πετάει ψηλά κι απ’ την καρένα στάζει

Σαν ό,τι στέκει αντίγνωμο στη μοίρα του κενού
Σαν ό,τι κλείνει τις ρωγμές στο ρημαγμένο σπίτι
Σαν ένα φέγγος διάχυτο στη νύχτα του ερημίτη
Σαν οδοδείχτης που οδηγεί στο δρόμο τ’ ουρανού

Σαν να ναι ο κόσμος εύ-μορφος κι ο χρόνος αδερφός
Σαν να μην κλείνουν πίσω σου για πάντα οι τόσες θύρες
Σαν να μη σκύβουν πάνω στις πληγές σου οι ψυχοθήρες
Σαν να μην έχουν σύνορα τα μάτια και το φως

Πηγή:
Μου γνέφουν, 2000

Εικονογράφηση:
Σπύρος Στούκας, 2012

***
Σας προσκαλώ σε σιωπηλό διαλογισμό
Τόσοι νεκροί μες στη σιωπή μας κατοικούνε
Μορφές σβημένες που εναγώνια προσπαθούνε
να κρατηθούν να μην κυλήσουν στον γκρεμό

Δεν ξέρω αν έχετε εννοήσει το κενό
ή αν ο καθρέφτης σας τη νύχτα σάς τρομάζει
Καθένας βρίσκει τη ματιά που του ταιριάζει
το ρούχο εκείνο που τον δέχεται γυμνό

Κλείστε τα μάτια σας για λίγο      Ακινητήστε
πάνω στον κόκκο της στιγμής που σας κρατεί
Μαζί με σας το σύμπαν όλο ακινητεί
Και τώρα αργά το πρόσωπό σας ψηλαφήστε

Λησμονηθείτε σιωπηλός στο αιθέριο λίκνο
Δε θα ταράξει τη γαλήνη σας κανείς
Γύρω μας λάμπουν τα νερά της προσμονής
μα εμείς κοιτάμε ειρηνικά τον μαύρο κύκνο

Μην περιμένετε τον άυλο ταχδρόμο
Κανείς δε θα ρθει να μας φέρει το κλειδί
Μείνετε πάντα το ανεξήγητο παιδί
που αποστηθίζει τη βροχή στον άδειο δρόμο

Πηγή:
Ο απόπλους, 1999

Εικονογράφηση:
Γιάννης Τζερμιάς, Τρίστρατο ΙΙ, 2002-2010

***

Ο ποιητής υποφέρει           Ο ποιητής υποφέρει
γιατί έχει χάσει το δρόμο και πού πηγαίνει δεν ξέρει
και περπατά δίχως μνήμη σ’ αυτή τη χώρα του νότου
ενώ ένα μαύρο ποτάμι μπαίνει συχνά στ’ όνειρό του

Ο ποιητής δε γνωρίζει μόνο αγρυπνά και δακρύζει
σαν να τον κράζουν οι ρίζες υπόγειους κήπους σκαλίζει
και μέρα νύχτα τα ερείπια της ύπαρξής του ανασκάβει
κι ένα σκυλί σκοτωμένο μέσα στα τρόχαλα θάβει

Κι άλλοτε πάλι μονάχος κωπηλατεί σε μια λίμνη
και λυπημένος κοιτάζει την άδεια θέση στην πρύμνη
Κι ενώ απ’ τα βάθη των χρόνων ένα παιδί τον φωνάζει
νιώθει που η βάρκα του γέρνει κι αγάλι αγάλι βουλιάζει

Κι ακούει μια μάνα να λέει την ίδια πάντα ιστορία
Κρυμμένη πίσω από ράφια και σκονισμένα βιβλία
Κι όπως η νύχτα ζυγώνει και το σκοτάδι πυκνώνει
Βλέπει -απ’ αλλού- το κορμί του να το σκεπάζει το χιόνι

Πηγή:
Μου γνέφουν, 2000

Εικονογράφηση:
Γιώργος Λαναράς, Αναζήτηση ανθρώπου, 2007

***

Ο Ορέστης Αλεξάκης γεννήθηκε στην Κέρκυρα το 1931. Σπούδασε νομικά στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και άσκησε στην Αθήνα το επάγγελμα του δικηγόρου έως το 1992.

Έγραψε κυρίως ποίηση, παράλληλα όμως ασχολήθηκε με το δοκίμιο και την κριτική, ενώ επιμελήθηκε φιλολογικά την έκδοση των σονέτων του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, όπου παρέθεσε και εκτενή εισαγωγή (εκδ. Ωκεανίδα, 1999). Έχει συνεργαστεί με διάφορα περιοδικά (Η Λέξη, Το Δέντρο, Πλανόδιον, Ανακύκληση, Ευθύνη, Πόρφυρας) και πολύ παλαιότερα με Το Πρώτο Σκαλί, Κέρκυρα 1954-1956, όπου δημοσίευσε σε νεωτερικό στίχο το ποίημα «Το τραγούδι των εφήβων», τχ. 5, Ιανουάριος 1955, σ. 29. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά, ισπανικά και σέρβικα. Τιμήθηκε για την ποίησή του με το Βραβείο Νικηφόρου Βρεττάκου.

Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Η Περσεφόνη των γυρισμών, Δωδέκατη Ώρα, Αθήνα, 1974. Οι κόνδορες και το αντιπρανές, Πόρφυρας, Κέρκυρα, 1982. Η λάμψη, Κείμενα, Αθήνα, 1983. Βυθός, Αστρολάβος/Ευθύνη, Αθήνα, 1985. Ο ληξίαρχος, Αστρολάβος/Ευθύνη, Αθήνα, 1989. Αγαθά παιχνίδια, Συνέχεια, Αθήνα, 1994. Νυχτοφιλία, Ο Μικρός Αστρολάβος, Αθήνα, 1995. Υπήρξε. Επιλεγμένα ποιήματα, Απόστροφος, Κέρκυρα 1999. Μου γνέφουν, Καστανιώτης, Αθήνα, 2000. Ο μεταμφιεσμένος χρόνος, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2005. Θίασος στην εξέδρα, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2006. Το άλμπουμ των αποκομμάτων, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2009. Ποίηση, Γαβριηλίδης, Αθήνα, 2011.

.

Aς είμαστε  πιο σοβαροί, γλυκιά μου, μες              
στην τόση αυτάρεσκη και χαρωπή εφηβεία.             
Τώρα που ο έρωτας δεν έχει αντοχές,             
μι’ αδιανόητη ας είμαστε εικασία.             
Όπως εκείνο το δεντράκι ελιάς,  αν θες,            
στης πόλης την παρατεινόμενη  αγωνία.

peopleandideas.gr, 2010

.

Άδειασαν τα μπαρ από νωρίς
Πάλι λησμονήθηκα στο σώμα
Θέλετε να πιούμε κάτι ακόμα ;
Σε ποιο μέλλον ψάχνεις να με βρεις ;

Δρόμοι μουσκεμένοι στη βροχή
Πλαστικά νερά και φώτα νέον
Είσαστε Τοξότης είμαι Λέων
Είμαι το ποτάμι κι είσαι η γη

Νύχτα των αμόλυντων παθών
Δυο τυφλοί στην πύλη της αβύσσου
Φωτοκρήνη το άσπιλο κορμί σου
στη γαλάζια πάχνη των βυθών

Σου μιλώ στη γλώσσα της σιωπής
Σε κρατώ σαν γύψινο εκμαγείο
Μέσ’ από το γυάλινο ενυδρείο
μάταια κάτι θέλεις να μου πεις

Κάποιος στης ψυχής μου το κελί
το κερί του ανάβει και πλησιάζει
Μέσ’ απ’ την ομίχλη με κοιτάζει
το φαρμακωμένο μου σκυλί

Μου γνέφουν, 2000

.

«Αυτό σας κάνει;» Τόσο νέα, με κοιτάζει
σαν να μην έχει μπροστά της έναν πελάτη
μα τον παλιό καλό της γνώριμο, κεφάτη,
πρόθυμη να μου δείξει τα κομψοτεχνήματα
του χώρου της, άνετη που θα προσελκύσει
αυτή κυρίως τα βλέμματα,
χωρίς να το διαφημίζει,
χωρίς να ντύνει την υπεροχή με νάζι.

Και σαν να με μαγεύει η προθυμία της λάμψης της
φτάνω πιο γρήγορα από το συνηθισμένο
να ξεχωρίσω —αν και πάντα περιμένω
εκρήξεις ανασφάλειας— δυο-τρία ζευγάρια
ανάμεσα στα  οποία μάλλον προτιμάω
το πιο ακριβό. Τα μάτια-
-της το εγκρίνουν και τολμάω,
πλημμυρίζοντας αγαλλίαση απ’ τη στάση της.

Ήδη στο σπίτι, προτού φύγω, ήμουν γεμάτος
ορμή, κουράγιο για ζωή και μέλλον. Φαίνεται
η προσδοκία της κατανάλωσης μαζεύεται
σαν μια χιονοστιβάδα που μεταμορφώνει
ιδανικά στιγμές. Και τώρα αναρωτιέμαι
μήπως για λίγο ακόμη
μπορώ, κάνοντας πως κοιτιέμαι,
να μείνω εδώ, σ’ αυτό το μήκος και το πλάτος.

Στρέφει το βλέμμα στη συνάδελφό της, όπως
αλλού θα στρέφεται στο άναμμα τσιγάρου,
αφήνει τα γυαλιά στις κοπελιές του πάγκου,
γελάει: «Τρίτη και δεκατρείς, μα μέχρι τώρα
μου πάει καλά». Δεν μ’ αποχαιρετά, πληγώνομαι,
κρατάω όμως τα δώρα
απ’ το χαμόγελό της — χαίρομαι
που πρόλαβα να πληγωθώ, μ’ αρέσει ο τρόπος.

Βγαίνω ξετυλίγοντας το καινούριο απόκτημα
στη συννεφιά. Ξέρω, καταλαβαίνω ότι
ήταν ψέμα, παρά την τραβηγμένη νιότη
του ενθουσιασμού μου (κι όσο κι αν πιστεύω
πως, δεν μπορεί, θ’ ανταποκρίθηκε για λίγο).
Τα γυαλιά μου χαϊδεύω
και στη χρήση τα παραδίδω,
μόλο που δεν επιτρέπει να γίνουν έμβλημα.

Στο λεωφορείο προσπαθώ να μην κοιτάζω
τις κοπέλες, για ν’ ανιχνεύσει το μυαλό μου
πάλι (σαν να ζητούσα απ’ το ραδιόφωνό μου
μια μουσική δοσμένη μοναχά σε όνειρο)
το πρόσωπό της. Κάθε λεπτό που περνάει
προστίθεται στο άπειρο
της απομάκρυνσης. «Μου πάει…»:
συχνότητα παράδεισου που δεν θα πιάσω.

Προτού χαθεί τελείως, η ζήλια σαν προστάτης
μου την προσφέρει: συζητάει με τον επόμενο,
τον βλέπει να διαλέγει ένα αντικείμενο
πανάκριβο, η σιγουριά και η κίνησή του
δείχνουν τη δύναμη με την οποία θα παίρνει
το χρήμα για ζωή του —
μια απόδοση βελτιωμένη
στη σειρά των δειγμάτων που κυλούν μπροστά της.

Βραδιά στο “Flower”, 2001

.

Οι ναυαγοί στεριά γυρεύουν
κι οι νυχτωμένοι την αυγή
ποιες φαντασίες σε μαγεύουν
και άλλο δεν πατάς στη γη

Στου ονείρου σου το παραπέτο
μ’ άφησες να παραπατώ
από τα σύννεφα να πέφτω
και τα φιλιά σου να ζητώ

Είναι σκληρό να προσπαθείς
απ’ τη σκιά σου να ξεφύγεις
ήσουνα εδώ προτού να ’ρθεις
θα είσ’ εδώ κι αφού θα φύγεις

Τώρα στου δρόμου το σχολείο
δίνω διαρκώς κόλλα λευκή
ήταν φανταστικό το πλοίο
μα οι ναυαγοί πραγματικοί

Μια μελωδία μεθυσμένη
παίζουν στο δρόμο οι μουσικοί
σαν έχεις πόρτα κλειδωμένη
πώς θες η άνοιξη να μπει

δίσκος : Σ. Μάλαμας, Πέρασμα, 2010

.

Κάθε που πίνω απ’ την πηγή σου
κάτι μου καίει τον ουρανίσκο
ψάχνω στο φως μα δε σε βρίσκω
μες στην αδιάκοπη ροή σου.

Δεν έπρεπε να ’σουν βροχή
μόνο της φυλακής μου ο τοίχος
κι είναι παράταιρη εποχή
να βρει το δίκιο του ένας στίχος.

Στου κόσμου τις στοές χαμένη
μετράς τις πένθιμες βραγιές του
να ’σαι κορίτσι του Ηφαίστου
η στάχτη από φωτιά σβησμένη.

Δεν έπρεπε να ’σουν φωτιά
μόνο ένα κρίνο του πελάγου
να σ’ αποκλείσω στη στεριά
με μοχθηρία αρχαίου μάγου.

Τώρα τα γυάλινά σου μάτια
έχουν μιαν αίσθηση απορίας
σπασμένη σε μικρά κομμάτια
σαν κρύσταλλο άγριο της Τσεχίας.

Δεν έπρεπε να ’σουν ζωή
μόνο μια πεταλούδα χιόνι
να μου σκεπάζει την ψυχή
κι από το κρύο της να μη λιώνει.

Θ. Μικρούτσικος, Εμπάργκο, 1982

.

Καπνίζοντας πάλι μιλάς για τον εαυτό σου
……..με ένα χαμόγελο που ξέρει
να περιμένει,  σίγουρη ότι ο αντίπαλός σου
θα κάνει την λάθος κίνηση, θα προφέρει
τη λάθος ατάκα. Μιλάς για τους δικούς σου,
για το παρατεινόμενο της εφηβείας
στα χέρια των άλλων, για τη σπατάλη εκείνη
πειραματισμού, αιτία για τους φιλικούς σου
κι ερωτικούς δεσμούς, για πράξεις αμαρτίας
(χαμένη πια ενοχή), τίποτα ν’ απαλύνει

την αίσθηση κινδύνου. Με μαύρο τονίζεις
……..κάθε κηλίδα κραυγαλέα —
μια τάφρος ειλικρίνειας για να μαγνητίζεις
σε απόσταση και ν’ αναβάλλεις την αυλαία.
Απ’ τα χείλη μου, μια αμφιβολία και μόνο
φτάνει να σε μονώσει. Πίνουμε όμως, κάτι
θετικό. Το αλκοόλ άραγε θα προφθάσει,
παραγωγός γενναιότητας, να βρει στο χρόνο
την ευάλωτή σου στιγμή, ένα κομμάτι
αφύλαχτο, κρυφά να το διαπεράσει;

Το μπαρ είναι σχεδόν γεμάτο. Σαν ελπίδα
……..ζεύγη τσιγάρα αναβοσβήνουν.
Τα ηχεία τρίζουν λέξεις μες στην καταιγίδα
της μουσικής. Τα χέρια της μπαργούμαν δίνουν
συνέχεια. Ο σερβιτόρος ψύχραιμος μαζεύει
ακροβατώντας τα ποτήρια, ενώ τα φώτα
από την κάπνα χαμηλώνουν κορεσμένα.
Το βλέμμα μου γυρνώντας ξανασημαδεύει,
χωρίς απόλαυση, λες και φυλάει τα νώτα,
υπολογιστικό, τα νεύρα τεντωμένα,

το σώμα σου πεδίο και λάφυρο μάχης.
……..Μπορεί να μην καταλαβαίνεις
το αυτονόητο της σιωπής μου. Μπορεί να ’χεις
έρθει με την αφέλεια προετοιμασμένης
για φιλική performance, χωρίς υποψία
για τις προθέσεις μου. Μια σκέψη που με φέρνει
κατηγορούμενο, ανοίγοντας σαν αλάτι
το χρόνιο μίσος μου γι’ αυτή την ανοησία,
το καμπουριασμένο σουλούπι που δεν σέρνει
πίσω του κανέναν, ούτε την αυταπάτη.

Το σώμα σου σιγά-σιγά με πλησιάζει.
……..Ώστε έτσι. Τα λόγια μου βρίσκω
τώρα, να δείξουν ότι μ’ εντυπωσιάζει
το μακιγιάζ πόνου, και να γείρω στο ρίσκο.
Πολιτικός που είναι κύριος του σκοπού του
γλυκά απαντάς το σώμα αποτραβώντας ήδη.
Γρήγορα, δειλός και θρασύς, μπροστά κοιτάζω,
σαν παιδί που, στην άρνηση του παιχνιδιού του
να το ευχαριστήσει, μουτρώνει, παιχνίδι
του παιχνιδιού του, και τα μάτια κατεβάζω.

Πας στην τουαλέτα. Τίποτα δεν μ’ εμποδίζει
……..να σε φαντάζομαι κοντά μου.
Όμως, αν και για μια στιγμή ό,τι  σ’ απαρτίζει,
λόγια, σιωπές, κινήσεις, νιώθονται δικά μου
και νομίζω πως ξέρω τον τρόπο να γίνεις
μια  χορεία γυμνών μελών που σπαρταράνε
παραδομένα στο εκδικητικό σκοτάδι
της δυνατότητας,  δεν θέλω εκεί να μείνεις.
Κάτι στο πλευρό μου — θαμώνες με σκουντάνε,
νυγμός ήττας, αποχαιρετισμός, σημάδι

ότι επιστρέφει η άσβηστη κομψότητά σου.
……..Και ξαφνικά καταλαβαίνω:
συγχωρεί τις αδυναμίες η ομορφιά σου,
αποζητά τις πιέσεις. Το τεντωμένο
σχοινί παρατώντας, όλο μη τυχόν πέσει,
ντύνεται καμικάζι η σκέψη μου, όχι άλλη
αυτοσυγκράτηση. Τώρα μιλάω για μένα,
για τη θλίψη που από νωρίς μ’ έχει καλέσει
σαν προορισμός, για τη μεθοδική κραιπάλη,
άσκηση με στυφή γεύση, χρόνια χαμένα.

Τα μάτια σου με προκαλούν να σταματήσω
……..την κατάδυση κοινού τόπου
στον εαυτό μου και βέβηλα να τολμήσω
να πέσει η πικρή μάσκα του άτρωτου προσώπου,
όπως αρμύρα που κυλάει και πίσω αφήνει
μονάχα ένα λαχάνιασμα, φόβος συνάμα
κι αγαλλίαση κάποιου που το φως κερδίζει.
Μιλώντας δεν θα μοιραστώ ούτε τη σαγήνη
απ’ το θυμό σου. Κάθε λέξη μοιάζει κλάμα
αυτοπεποίθησης, τραύλισμα που τονίζει

τη δύναμη της μουσικής καθώς εισδύει
……..ανάμεσά μας και το σώμα
σαν αγωγός ηλεκτρίζοντας αποκλείει
την υποχώρηση. Νιώθω πως κι άλλοι ακόμα,
μεθυσμένοι, χορεύοντας, αγκαλιασμένοι,
εκστατικό αντηχείο, στο τέρμα του δρόμου
μας σπρώχνουν, λες και το φιλί μας τους αγγίζει.
Απότομα σβήνουν όλα, το μπαρ σωπαίνει,
κόσμος, μουσική, φώτα σβήνουν στο μυαλό μου,
το τζάμι του καθρέφτη μόνο λίγο τρίζει

σαν μηχανή μετά την ανελέητη χρήση.
……..Κάθομαι τώρα στην πλατεία
ενώ εσύ έχεις φύγει (έχεις ήδη αργήσει).
Η δροσιά απλώνει την αχλύ  σαν απορία.
Κουρέλια πλάι μου καπνού στριφογυρνώντας
ανεβοκατεβαίνουν. Η σιωπή κυλάει
συνέχεια. Είσαι πάλι σ’ επαφή μαζί μου.
Πότε-πότε κάποιο αυτοκίνητο γλιστρώντας
στο πρωί, φωτίζει, χωρίς να διαπερνάει,
την άγρυπνή μου σκέψη, την επίθεσή μου.

Βραδιά στο “Flower”, 2001

.

ή τ ο ι

ΟΡΜΗΤΙΚΟΣ ΗΜΙΑΙΜΟΣ ΣΚΥΜΝΟΣ
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΗΧΟΝ «ΜΙΑ ΣΥΝΤΑΓΗ ΜΕΓΑΛΗ»

Ώς πότε θα μας βάζουν, τζιμάνια, στα «ψιλά»,
Κατοσταριές, χιλιάδες, αράδα στην ουρά;
Μ’ ένα μας ποιηματάκι, με κάποια κριτική,
Στην εφημεριδούλα την επαρχιακή;
Ν’ αρπάζουμε πασπάλαις αφ’ όλαις τις μεριαίς,
Να κρύβουνε τα γέλοια με βια στις συντροφιαίς;

Καλλιό ναι μια φυλλάδα, κ’ εμείς μοναδικοί,
Παρά μεσ’ στους αιώνες με τους στερνούς στερνοί.

Τι σ’ ωφελεί κι αν μείνης σε μια παραπομπή;
Στοχάσου πως για τούτο κουράστηκες πολύ!
Ενώ, τζουτζές, παλιάτσος, μπαμπέσης αν σταθής,
Μπορεί να σε προσέξουν και δυο-τρεις αφελείς.
Ξεσκίζεσαι, δουλεύεις την Τέχνη μια ζωή,
Κ’ εκεί που ξέρουμ’ όλοι σε γράφει πάλι αυτή.

( Εδώ σηκώνονται οι Ημίαιμοι ορθοί, και, υψώνοντες
τας χείρας προς τον Δομοκόν, κάμνουν τον Όρκον. )

Μη στοχασθή κανένας πως ήταν για σκατά
Και ξέπεσ’ εδώ-πέρα να παίζη τον Πασά!
Τιμώ την αφεντιά του κι ορκίζομαι σ’ αυτό:
Σε γνώμην ειδημόνων να μην υποταχθώ!
Εν όσω ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός
Για να τους αφανίσω, θε να ναι σταθερός.
Κι αν παραβώ τον όρκον, να πέση μι’ αστραπή
Και να με κατακάψη, σα να χα λογική.

( Τέλος του Όρκου. )

Μπόγιες, τσανακογλείφτες, τσολιάδες, μανιακοί,
Στραγαλατζήδες, πάμε, για μιαν «Αληθινή»
(Τάχατες) «Ιστορία»* να ζώσωμεν σπαθί
Κι ότ’ είμασθε βλαμμένοι παντού να ξακουσθή.
Να βάλωμεν αδέλφια, ξαδέλφια και γονείς,
Τους φίλους, τα παιδιά μας κι όλους τους συγγενείς.

Μάιος 1981

* Ν. Παππά, Αληθινή ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, 1973

koutsourelis.gr, 2008