+ν+_+¬_Ζ+¬+¦+υ+_+¬ +γ+-+¦+¦+¬+χ_Γ 2012

***

Την πεδιάδα διασχίζεις της Καστίλης
και σχεδόν δεν τη βλέπεις. Σε παιδεύει
ένα δύσκολο εδάφιο του Ιωάννη και της ύλης
δεν προσέχεις τον ήλιο που βασιλεύει.

Το φως σκορπίζεται σπαρταρώντας∙ διαυγής
στα βάθη του ήλιου ανοίγει εκείνη
η πορφυρένια σκωπτική σελήνη
που είναι ίσως ο καθρέφτης της Οργής.

Γυρνάς το πρόσωπο και την κοιτάζεις.
Κάποια σου μνήμη ξεπετάγεται χωρίς ήχο.
Χαμηλώνεις το λευκόμαλλο κεφάλι

και προχωράς βαθιά στης λύπης σου το χορτάρι
χωρίς να θυμηθείς εκείνο τον παλιό σου στίχο:
Και είχε επιτύμβιο, το ματωμένο φεγγάρι.

Πηγή:
Ο Δημιουργός και άλλα κείμενα, 1980

Εικονογράφηση:
Τζουλιάνο Καγκλής, 2012

Advertisements

    Baudouin Colignon,Το φτερούγισμα,2013

***

Στον κύριο Mário de Sá-Carneiro

Πριν τ’ όπιο η ψυχή μου υποφέρει.
Τη ζωή να νιώθεις τι ανημπόρια
και τώρα στ’ όπιο ζητάω παρηγόρια
όνειρα Ανατολής για να μου φέρει.

Η ναυτική ζωή θα με σκοτώσει.
Ο πυρετός πυρώνει το μυαλό
κι όσο κι αν ψάχνω για να λυτρωθώ
τη σωτηρία δεν μπορεί να μου τη δώσει.

Μες στο παράδοξο, την αστρική αγνωσία
ζω στου χρυσού τα κρόσσια τη ζωή μου,
κύμα όπου η άβυσσος είναι η τιμή μου
κι οι ηδονές της αρρώστιας μου η ουσία.

Καταστροφές που ο νους σου δεν τις βάνει,
τιμόνια ψεύτικα που γύρω μου γυρίζουν,
οράματα κρεμάλες ν’ ανεμίζουν
σε κήπους με ανθούς δίχως κοτσάνι.

Βαδίζω κουρασμένος δύσκολη ζωή
όλο δαντέλα και βερνίκια η ψυχή μου.
Νομίζω πως στο σπίτι έχω δική μου
τη μάχαιρα που καρατόμησε τον Βαπτιστή.

Για του προγόνου το έγκλημα σ’ αποσκευή κλεισμένος
ένοχος αισθητικής εκτίω την ποινή.
Τα νεύρα μου δεμένα είκοσι μαζί,
στο όπιο κυλίστηκα απελπισμένος.

Σαν η μορφίνη μ’ αγγίζει υπνωτισμένη
χάνομαι σε αιθέριους παλμούς
και σε μια νύχτα όλο ιριδισμούς
το φεγγάρι συναντάει την ειμαρμένη.

Ήμουνα πάντα ο τελευταίος μαθητής,
κοιτάζω τώρα το καράβι όλο βιάση
το κανάλι του Σουέζ για να περάσει
με τη ζωή μου αμφορέα της αυγής.

Έχασα ανώφελα την κάθε μέρα
Δούλεψα κι είμαι μόνο κουρασμένος
κι ο λαιμός μου σήμερα είναι σφιγμένος
από ’να χέρι που όλα τα διώχνει πέρα.

Παιδί ήμουν κι εγώ όπως όλοι σας μια μέρα.
Γεννήθηκα σε πορτογαλική επαρχία
γνωρίζω πολύ κόσμο απ’ την Αγγλία
που με περνούν για Άγγλο πέρα ως πέρα.

Ποιήματα και νουβέλες στο Παρίσι
στον Plon και στον Mercure θα επιθυμούσα,
κι άλλη από τούτη τη ζωή θα λαχταρούσα.
Θύελλες να ’χε το ταξίδι είχα ελπίσει!

Η ζωή στο πλοίο είναι θλιμμένη
αν και συχνά ο κόσμος διασκεδάζει.
Μιλώ με Άγγλους, Γερμανούς, λίγο με νοιάζει
αλλά η θλίψη της ζωής μου επιμένει.

Τον κόπο δεν αξίζει να ’χεις δει
Ανατολή, Ινδία, Κίνα και Περού.
Η γη είναι μικρή κι ίδια παντού
κι η ζωή καμιά δεν έχει εναλλαγή.

Γι’ αυτό για φάρμακο όπιο παίρνω.
Είμαι εδώ κλινήρης της Στιγμής.
Ζω στο ισόγειο της λογικής
και μαζί μου μόνο πλήξη σέρνω.

Καπνίζω. Κούραση πολλή. Γη
στην Ανατολή κι όχι στη Δύση!
Τι πήγα στις Ινδίες, τι ’χα ελπίσει;
Αν οι Ινδίες είναι μόνο στην ψυχή!

Πρωτότοκος κι άτυχος είμαι τόσο!
Την τύχη μου τσιγγάνοι κλέψαν.
Κι ούτε στο θάνατο προβλέψαν
ένα μέρος απ’ το κρύο να γλιτώσω.

Μηχανικός σπούδασα στη Σκοτία.
Όλη απ’ άκρη σ’ άκρη γύρισα την Ιρλανδία.
Η καρδιά μου σαν γριά κυρία
ζητάει ελεημοσύνη μπρος στην Ευθυμία.

Όχι στο Πορτ-Σάιντ μη σταματάς, καράβι της φωτιάς!
Στρίψε δεξιά, σ’ ισημερία άλλη πέρα.
Στο smoking room με τον κόμη όλη μέρα,
Γάλλο escroc, κόμη της συμφοράς.

Γυρίζω στην Ευρώπη για να γενώ μοιραία
ποιητής υπνοβάτης απλώς.
Είμαι μοναρχικός κι όχι καθολικός
πράγματα θα ’θελα να ’μουν σπουδαία.

Θα ’θελα να ’χα πεποιθήσεις και λεφτά,
άνθρωποι να ’μουν ασήμαντοι που ’δα εδώ.
Σήμερα τελικά άλλο δεν είμαι εγώ
παρά ένας ταξιδιώτης μοναχά.

Προσωπικότητα δεν έχω καμία.
Ο καμαρότος είναι από με πιο ευπρεπής
στους τρόπους του καθ’ όλα ευγενής
σαν Σκοτσέζος laird μέρες σε νηστεία.

Πουθενά να σταθώ δεν μπορώ. Για με είναι πατρίδα
όπου δεν είμαι. Αδύναμος είμαι και ασθενής.
Κι ο καπετάνιος γέρος χωρατατζής.
Με τη Σουηδέζα μ’ είδε… δεν έχω ελπίδα.

Μια μέρα σκάνδαλο εδώ θα κάνω,
για να μιλήσουνε για μένα οι άλλοι.
Νιώθω το θυμό να με τυφλώνει πάλι
κι απ’ τη ζωή αυτή πάω να πεθάνω.

Όλη τη μέρα πίνω και καπνίζω ουσίες
αμερικάνικα ναρκωτικά που σε κοιμίζουν.
Ανάγκη εγώ δεν έχω για να με ζαλίζουν!
Αλλάξτε μου εγκέφαλο για νεύρα έχω ορτανσίες.

Γράφω στίχους. Αδύνατο μου φαίνεται εμένα
ταλέντο να ’χω. Δεν με νοιάζει μία!
Τούτη η ζωή είναι μια αγροικία
για τις ευαίσθητες ψυχές μέλλον κανένα.

Οι Εγγλέζοι για να υπάρχουν είναι πλασμένοι.
Απόλυτα ταιριάζουν με την Ηρεμία.
Ρίχνεις κάποιο κέρμα στη γωνία
κι όλο χαμόγελα ένας τους έξω βγαίνει.

Στων Πορτογάλων το γένος ανήκω εγώ
που αφού ανακαλύψαν την Ινδία
μείνανε δίχως δουλειά καμία.
Πολλές φορές το ’χω σκεφτεί. Το μνήμα είν’ εδώ.

Στο διάβολο η ζωή κι ο κόσμος που τη θέλει!
Στο προσκεφάλι μένει άκοπο το βιβλίο.
Η Ανατολή είναι ένα αδειανό δοχείο
που το κυλάς παντού κι ούτε σε μέλει.

Στ’ όπιο κατρακύλησα. Να θέλετε από μένα
ζωή μ’ ωράρια και τάξη απ’ αυτές
μην το ζητάτε τίμιες ψυχές
που τρώτε και κοιμάστε νοικοκυρεμένα.

Στο διάβολο να πάτε! Σας ζηλεύω.
Τα νεύρα τούτα είν’ ο θάνατός μου.
Κανένα πλοίο δεν υπάρχει εμπρός μου
να με πάει όσο μακριά γυρεύω!

Στο τέλος όλα θα ’τανε πάλι το ίδιο πράγμα.
Θα ’θελα άλλο όπιο να πιω για να ξεφύγω
άλλα όνειρα που αντί σ’ αυτά να καταφύγω
θα μ’ έριχναν σε κάποιο άθλιο μάγμα.

Τι άλλο από πυρετός να ’ναι αυτό που νιώθω!
Πυρετός όλο και πιο πολύς.
Η αλήθεια είναι πως είμαι ασθενής.
Φίλοι μου άλλο δεν έχω πόθο.

Νύχτωσε κιόλας. Χτύπησε το καμπανάκι
έτοιμοι για το δείπνο πάμε όλοι.
Κοινωνική ζωή όπως στην πόλη
ένας μετά τον άλλο πιασμένοι απ’ το χεράκι.

Όλα θα ’χουν τέλος άσχημο θα δεις
(άκου!) αίμα και περίστροφο θα βγει.
Απ’ την ανησυχία αυτή που με ταλαιπωρεί
τρόπος δεν υπάρχει να σωθείς.

Όποιος με βλέπει σαν τους άλλους με νομίζει
εμένα, τη ζωή μου… Κοίτα έναν νεαρό…
Το ματογυάλι μου με κάνει να περνώ
για κάποιον που απ’ το πλήθος δεν χωρίζει.

Α πόσοι σαν εμένα θα ’ναι τώρα
στα πλοία με ψυχή το ίδιο μυστική!
Πόσοι ντυμένοι μ’ αυστηρή περιβολή
τη φρίκη της ζωής κρύβουν αυτή την ώρα;

Ενδιαφέρων όσο και εντός μου
ας ήμουνα τουλάχιστον κι απ’ έξω!
Πηγαίνω στο Μαέλστρομ κι όσο αντέξω.
Δεν κάνω τίποτα, αυτός είν’ ο χαμός μου.

Άχρηστος είμαι. Μα είναι ωραίο άχρηστος να ’σαι!
Αχ να μπορούσες τους άλλους να περιφρονείς
ακόμη και μ’ αγκώνες πληγωμένους να γενείς
όμορφος, ήρωας, τρελός, καταραμένος, να ’σαι.

Τα χέρια μου θέλω στο στόμα να βάλω
να τα δαγκώσω με λύσσα και κακία.
Θα ήταν μια ενέργεια όλο πρωτοτυπία
και θα διασκέδαζαν οι λογικοί, το δίχως άλλο.

Το παράλογο σαν άνθος τάχα μ’ ινδικό
που δεν το βρήκα στην Ινδία ανθίζει
στο μυαλό μου που η κούραση αναβλύζει.
Τη ζωή Θεέ μου ν’ αλλάξεις ή ένα τέλος δώσε εδώ…

Στην καρέκλα αφήστε με στην ησυχία μου,
ώσπου να με βάλετε στο μνήμα βαθιά.
Είμαι μανδαρίνος εγώ από γενιά,
μα μου λείπουν το τσάι, η ψάθα κι η ηρεμία μου.

Α τι ωραία στον τάφο να γλιστρήσω με ορμή
Σαν σε καταπακτή μέσα να πέσω εδώ!
Η ζωή μυρίζει σαν τον ξανθό καπνό.
Άλλο δεν έκανα απ’ το να καπνίζω τη ζωή.

Αυτό που θέλω είναι πίστη, ηρεμία στη ζωή μου
αισθήσεις μπερδεμένες όχι άλλο.
Θεέ μου, βοήθεια, τέλος δώσε δίχως άλλο!
Όχι άλλες κωμωδίες στην ψυχή  μου!

Πηγή:
Άλβαρο ντε Κάμπος, Θαλασσινή ωδή και άλλα ποιήματα, 2008

Εικονογράφηση:
Baudouin Colignon, Το φτερούγισμα, 2013

*Βλάσης Κανιάρης, Νέος, 1974**

***

Τα ρόδα ξενιτεύουνται σε μνημική εξορία
Απόστολος Μελαχροινός

Μοιάζει σαν στίχος λυρικός,
ο λυγμικός, στερνός της λόγος.
Είν’ ένας Αύγουστος ζεστός,
πονετικός, της θλίψης σπόγγος.

Με το Σεπτέμβρη που θα ’ρθεί
θα ’χει χαθεί μι’ ακόμη ελπίδα.
Δύση που τρέμει με θολή
μαρμαρυγή, πικρή σφραγίδα.

Ό,τι κι αν πόθησε κρυφά,
ψιθυριστά, δεν ήρθε πάλι.
Ρόδο Του Κανενός μαδά
την άγρια ερημιά να ράνει.

Πηγή:
Από μνήμης, 2010

Εικονογράφηση:
Βλάσης Κανιάρης, Νέος, 1974

Χρήστος Μποκόρος, Της μνήμης, 1998

***

Το φως του δρόμου μόνη συντροφιά
μαχαίρι αμφίστομο κάποτε στομώνει.
Γεράσιμε Γεράσιμε πώς μείναμε μόνοι
και τα κεφάλια μας πνίγει η συννεφιά;

Πουλιά-καράβια ξένη προκοπή
μήτε ο ουρανός μήτε ο γιαλός μάς θέλει
σημαία μαύρη κουρέλι απ’ τα βέλη
του μάταιου κόσμου η συγκοπή.

Τί εικόνα τί πέλαο τί δρυμός!
Βουΐζουν όλα στον κόσμο επάνω
πεδίο βολής το λιγόκαιρο πλάνο
ατάλαντος ζωής λογαριασμός.

Αλλά εάν του θανάτου το στόμα πικρό
νέο δεν είναι τα ξέρεις μη φρίττεις
εδώ το πρόβλημα: κανενός πολίτης
καμιάς πηγής δεν ήπιαμε νερό.

Πηγή:
Ιδιωτικό νεκροταφείο, 1975

Εικονογράφηση:
Χρήστος Μποκόρος, Της μνήμης, 1998

Κατερίνα Κατμάδα, Χαρακτικό, 2012

***

Ένα πολύχρωμο πουλί στους λόφους της Τοσκάνης
με ρώσικους κελαηδισμούς και χρώματα του δάσους
γράφει την απουσία μου κι είναι ο κρυμμένος άσσος
που σου κρατούσα, θάνατε, τώρα που ‘χεις  πεθάνει.

Θα βρέχει· γκρίζος ουρανός, μια κόκκινη βροχή
γεμάτη λάσπη από χωριά χαμένα στην αντάρα.
Θα πέφτουνε σταλαγματιές αίμα από την Σαχάρα
μιας ζωής στο ξερίζωμα και στην απαντοχή.

Τις γκρίζες καπαρντίνες σας τις ξέρω απ’ την καλή.
Με το φτερό του αστραφτερό, τις σκέπασε ο άγγελός μου.
Λευχείμων κι ήσυχα παρών και μ’ ένα δάκρυ σαν γυαλί
μέσα να βρίσκω το νερό, να πνίγω τ’ όφελός μου.

Ώ της Τοσκάνης γήλοφοι, τύμβοι της ξενιτιάς μου,
ψιχάλα το χορτάρι σας και στην πατρίδα χιόνι.
Ένα πουλί πολύχρωμο, απ’ το μέλλον χελιδόνι
κι από τα ολόχρυσα μαλλιά της αγαπητικιάς μου.

Πηγή:
Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι, 2008

Εικονογράφηση:
Κατερίνα Κατμάδα, Χαρακτικό, 2012

Χρόνης Μπότσογλου

***
ΣΩΜΑ

Σώμα χαμένο σ’ άλλα χρόνια,
σε σκάλες, σάλες και σε αυλές
παλιών σπιτιών, και σε μπαλκόνια.

Σε σπίτια κατεδαφισμένα,
σ’ άλλων καιρών ακρογιαλές,
και σε καράβια διαλυμένα.

Σε πόλεις που έχουν τόσο αλλάξει,
σα να ‘ταν σχέδια κεντημένα αχνά,
σ’ άλλων καιρών παλιό μετάξι.

Πόσα φαντάσματα χαμένα
θα πρέπει να επικαλεστώ,
για να σε βρω, κορμί ζεστό,

μες στην παλιά τη νύχτα, Εσένα.

*

ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

Της μέρας σώμα, σαν γυναίκας,
σε βλέπω και σ’ αγγίζω αργά:
Μαλλιά και μάτια, η ώρα δέκα.

Περνάς και φεύγεις∙ μεσημέρι:
κόκκινα χείλη, και γυμνά
στήθη, ώμοι, πλάτη, ζεστό χέρι.

Μη φεύγεις, μέρα, μείνε ακόμα!
Τέσσερεις: μέση και γοφός∙
αχ, μείνε εδώ, της μέρας σώμα!

Οχτώ, και χάνεται το χρώμα
το ρόδινο των ουρανών.
Πρωί τα μάτια σου, το στόμα,

νύχτα το βάθος των μηρών.

*

ΥΠΝΟΣ

Αίσθηση βάρους που αποθέτεις στο κρεβάτι,
αλλαγές θέσης αδιανόητες για νεκρούς,
μικρές κινήσεις που σε πείθουν πως υπάρχεις.

*

Πηγή:
Στίχοι επιστροφής, 2012

Εικονογράφηση:
Χρόνης Μπότσογλου

Ιουλία Βεντίκου, 30 Φεγγάρια, 2012, Μελάνι σε χαρτί ακουαρέλας

***

ΣΤΙΓΜΗ

Λυτρώσου απ’ την επόμενη στιγμή,
πρόσεξε τη Στιγμή που τώρα τρέμει.
Μέσα σ’ αυτή, μακριά, σαν μουσική
κάθε παλιά στιγμή σου αγαπημένη.

Μέσα σ’ αυτή, το Σύμπαν το πλατύ,
που τόσοι Γαλαξίες το χουν στέψει.
Σ’ αυτή κι οι αιώνες οι μελλοντικοί.
Απέραντη η Στιγμή — αν την προσέξεις.

*

ΣΤΙΓΜΕΣ

Ζω με πολλές στιγμές που ζουν εντός μου,
τα χελιδόνια πάνω απ’ την αυλή,
το πλήθος, στον περίπατο, του κόσμου.

Τσιγάρο, στίχοι, διάβασμα βιβλίου,
μες στο δωμάτιο, και μελαχρινά
κορίτσια του Santiago ή του Λυκείου.

Παλιές γιορτές, χρυσάνθεμα στη σάλα,
άλλων καιρών τραγούδια μακρινά,
και στο ξερό τ’ αγιόκλημα ψιχάλα.

*

ΑΛΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Με τ’ άλογα όλοι για το πανηγύρι,
στο μονοπάτι, μύλοι στο Σελλί,
κι ο άρτος στης Κεράς το μοναστήρι.

Και τις νύχτες στον πλάτανο, στο Κράσι,
φεγγάρι και τραγούδι των νερών
και μιας σκλώπας η βαθειά φωνή μονάχη.

Πηγή:
Στίχοι επιστροφής, 2012

Εικονογράφηση:
Ιουλία Βεντίκου, 30 φεγγάρια, 2012

Caspar Baum_Γοτθικά Οράματα_Ταμπλώ 1_1991

* * *

V

Άλλο δεν έχουν νόημα τα τοπία
παρά να σβουν στα μάτια φευγαλέα,
κι έτσι να ζουν για πάντα. Μια εκκλησία,
ύστερα ένας σταθμός, μια μαύρη αλέα,
το πανδοχείο, μια στάνη στην οποία
γάλα θά ’πινες, αλλά νά η αυλαία
πέφτει ενός δάσους, σαν τεχνοτροπία
νέα. Ενός πύργου η περικεφαλαία
ξάφνου αστράφτει και χάνεται. Νέοι δρόμοι
με τους παλιούς σταυραδερφοί κι ακόμη
όσα θνητός ή θεός μπορεί να κάμει,
για όλα όσα βλέπω ανοίγω την αγκάλη,
και ξαναζώ την πιο τρελή κραιπάλη
των ματιών μου: Τη Ρουάν μες στο ποτάμι . . .

* * *

VI

Κυρία των χιμαιρών και των τεράτων,
των μπρούντζινων οσίων και των μαρτύρων
κι άλλων πολλών δυνάμεων αοράτων
αλλά ορατών σε φώτα παραθύρων
χρωματιστών, Θεοτόκε των θαυμάτων
σκαλισμένων σε γοτθικών ονείρων
μάρμαρα και σε κόσμο θεαμάτων
σεπτών, ω Παναγία των αποκλήρων
της αγάπης και των Κουασιμόδων
που σε λατρεύουν με ήχους αρμονίων
κι από τα μαγαζάκια των παρόδων
βγαίνουν σκυφτοί για να σε προσκυνήσουν
λέγοντας τους ρυθμούς των αιωνίων
θλίψεων, μόνο εσέ να συγκινήσουν . . .

Πηγή:
Βίος και αέτωμα, 1959

Εικονογράφηση:
Κάσπαρ Μπάουμ, Γοτθικά οράματα, Ταμπλώ Ι, 1991

Caspar Baum_Όνειρο Πόλης_2003

* * *

III

Ιερή καρδιά του Θεού, για σε και γι’ άλλα
σαν εσέ λατρευτά, κάθε που βράδυ
λαμπάδιαζε στην Πόλη, ανάερη σκάλα
της Μονμάρτρης σ’ ανέβαινα. Σκοτάδι
γαλανό μάς ετύλιγε και γάλα
στάζαν τα γνέφια σαν ουράνιο χάδι.
Έλαμπε ξάφνου μια τεράστια γυάλα,
θόλος ναού — μια μαχαιριά στον Άδη.
Σπίτια μαύρα τετράψηλα κλεισμένα,
οπωροφόρα ξάφνου ευωδιασμένα,
χωριό και πόλη, λόφος και μνημείο,
ν’ αντιγράφω πορτραίτα και να πίνω,
με μια βαμμένη γριά τούτο και κείνο
να λέμε — και στα σύγνεφα να σβήνω . . .

* * *

IV

Θα σου πλέξω τον αιώνιο μανδύα
με λόφους και μηλιές, ω λατρεμένη
κυματίζουσα γη, ζωγραφισμένη
από μόνο μια λέξη : Νορμανδία.
Μαύρα φύκια μες στην πρασινισμένη
θάλασσά σου που λούζεται η ευδία,
κι ήταν για με μιαν ώρα ευτυχισμένη
που ’χε χιλιάδες ρόδα κουστωδία,
ρόδα από τις βραγιές κι από τις βίλες
περιπλεχτές σε δέντρα, σε κανάλια
γυρτές, ακουμπισμένες στην παραλία,
πανιά τρέχουν στο κύμα, ανατριχίλες
παιχνιδίζουν στου Ωνφλέρ τα περιγιάλια,
μαύρα πουλιά, χαρά ή μελαγχολία . . .

Πηγή:
Βίος και αέτωμα, 1959

Εικονογράφηση:
Κάσπαρ Μπάουμ, Όνειρο Πόλης, 2003

 1. Caspar Baum_Κόκκινη Πόλη_2003 (1)

***

I

Πρωινά στά πεζοδρόμια, μεσημέρια
βγαίνεις μεθυσμένος απ’ τα Μουσεία,
κι είναι σα να ’χεις ζήσει μ’ άυλα χέρια
των εμπρεσιονιστών την πεμπτουσία!
Σεζάν, Ρενουάρ, Βαν Γκογκ, Μανέ, λημέρια
που των χρωμάτων λάμπει η εξουσία·
ζωγραφική χαρά χάρηκα ακέρια
με του φωτός τη διάσπαρτην ουσία
χυτή μπρος πίσω απ’ τ’ αντικείμενα, όπως
σα μουσική χρωμάτων να ’ναι ο τόπος
κι ο άνθρωπος ή γυμνός ή καθώς πρέπει,
κάθε μέρα πάω κάτι να κοιτάξω,
τέχνη στον τοίχο, στο ποτάμι σλέπι,
άμα δε δω δεν έχω τι να πράξω!

***

II

Του Παρθεναγωγείου τα κοράσια
τρέχαν εδώ κι εκεί μες στα Μουσεία·
μπρος στων πορτραίτων την ακινησία
ήταν η ζωή, ροή στ’ ακροθαλάσσια . . .
Και μια ξανθή, σαν την ευκινησία
του Ντεγκά, που τη δίνει στα κοράσια
τα δικά του, κάθε άλλη παρουσία
σβήνει — και μένουν μόνο τα θαυμάσια
μάτια γαλάζια δίδυμα πετράδια,
των μαλλιών οι αστραπές, οι νέες κνήμες,
ο μίσχος που ανεβαίνει προς τον πόθο·
ω και να μέναν τα Μουσεία τους άδεια,
θα τα ξαναπλημμύριζαν οι μνήμες
μ’ όσα είδαμε και με όσα ακόμη νιώθω . . .

Πηγή:
Βίος και αέτωμα, 1959

Εικονογράφηση:
Κάσπαρ Μπάουμ, Κόκκινη Πόλη, 2003

Παναγιώτης Τέτσης, 2009

* * *

Ο ήλιος ανατέλλει εδώ και δύει στην Αλαμπάμα,
τονώνοντας ξελιγωμένα μάτια :
Αλλού το όνειρο κι αλλού το θάμα,
στενάζει ο βετεράνος μετανάστης, Στα κομμάτια !
Οι σκέψεις του κατσιάζουν στο υποτιθέμενο χθες,
πτώμα εαυτού τού πλακώνει τη μνήμη —
ο κορμοράνος βολτάρει πάνω απ’ τη λίμνη
και ας το σήκωνε το ειδεχθές.

Πηγή:
Ήλιος στην Σκοτία, 2001

Εικονογράφηση:
Παναγιώτης Τέτσης, π. 2009

***……

Το επάγγελμά μου το εξασκώ
στο Κάιρο και στη Δαμασκό
Χρόνους εννιά και πλέον
σαν ένας χαμαιλέων

Πρωί πρωί χαράματα
κόβω απ’ τον ήλιο γράμματα
Στη γλώσσα που διαβάζουνε
οι αγράμματοι και αγιάζουνε

Κατά τις έντεκα παρά
το στήνω μες στην Αγορά
Πουλάω φως ουράνιο
στίχους απ’ το Κοράνιο

Πουλάω τ’ όχι και το ναι
κι όσα ποτέ δεν είδανε
Στη Λεϊλά στη Λεϊλέ
πουλάω το ροζ και το βιολέ

Στο τζαμί την ώρα που ’ναι
οι πιστοί και προσκυνούνε
Κάνω κι έρχονται από πέρα
τα ουρί μες στον αέρα

Μια στιγμή στο δειλινό
ρίχνω χρώμα γαλανό
‘Υστερα πάνω απ’ τα κάστρα
πάω να καρφώσω τ’ άστρα

Δεν είμαι Μωαμεθανός
ούτε και ανήκω κανενός
Σ’ όσους και να πάω τόπους
ίδιους βρίσκω τους ανθρώπους

Το επάγγελμά μου το εξασκώ
στο Κάιρο και στη Δαμασκό
Χρόνους εννιά και πλέον
σαν ένας χαμαιλέων.

Πηγή:
Τα ρω του έρωτα, 1972

Εικονογράφηση:
Βασιλική Κοσκινιώτου, Παιχνίδι στο νερό, 2012

*
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………τ’ άγριο μαλλί σου στην τρικυμία
………το ραντεβού μας η ώρα μία
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………τα μαύρα μάτια σου το μαντίλι
………την εκκλησούλα με το καντήλι
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι

Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………με τα μισόλογα τα σβησμένα
………τα καραβόπανα τα σχισμένα
Μες στις αφρόσκονες και τα φύκια
………όλα τα πήρε τα πήγε πέρα
………τους όρκους που έτρεμαν στον αέρα
Όλα τα πήρε το καλοκαίρι
………κι εμάς τους δύο χέρι με χέρι.

Πηγή:
Τα ρω του έρωτα, 1972

Εικονογράφηση:
Δημήτρης Σουλιώτης, Ζευγάρι σε βάρκα, 2005

.

Πόσες ώρες θυσίασες, εαυτέ ταξιδιάρη,
τα πελάγη κοιτάζοντας και τα πέρα βουνά,
καρτερώντας παλίρροια ταξιδιών να σε πάρει
απ’ τα φώτα του τίποτα στο λευκό πουθενά.

Τι σοφία σπατάλησες, εαυτέ στιχοπλέκτη,
τις προτάσεις σου σπέρνοντας σε απότιστη γη
και ποθώντας η ποίηση, σα μια αίσθηση έκτη,
ν’ αναγάγει το χάος σου σε γαλήνια σιγή.

Πόσο θάνατο ξόδεψες, εαυτέ ριψασπίδα,
προσπερνώντας τη γένεση σιωπηλής ενοχής
και ρολόγια συνείδησης αγνοώντας, μ’ ελπίδα
ν’ ανταλλάξεις τη ζήση σου με ειρήνη ψυχής.

Εαυτοί, στις τρεις διαστάσεις σας με χτίσατε
κι ούτε στιγμής ελευθερία δε μ’ αφήσατε . . .

Όσο υπάρχει ποίηση, 6 Δαφνοστέφανα, 1993

.

Παίρνει τους δρόμους η νταλίκα               Δεν θα μπορέσω να σου πω
Ότι τo χνάρι της το βρήκα                            Κι είμαι κοντά, σ’ ακολουθώ
Εδώ τελειώνει τ’ οξυγόνο                              Μα δεν το πήρες μυρωδιά
Θα ξεμακραίνω, θα ζυγώνω                         Κι άλλος μαζεύει τη σοδειά

Η τίγρη θ’ ανασάνει για λίγο πριν πεθάνει
Κι ας έχει κιόλας φύγει για το μακρύ κυνήγι

Το Danny F για τη Συρία                               Θαλασσινή μεταφορά
Σαν κιβωτός· για τα σφαγεία                       Τη ζωντανή φέρνει βορά
Μα με τα κύματα βουλιάζει                          Μες στα νερά και τη σιωπή
Της θάλασσας που δεν ξεβγάζει                 Κηλίδα κόκκινη νωπή

Και πάνω στον αφρό της, αρχαίος ταξιδιώτης
Θα βόσκει το κοπάδι σ’ υδάτινο λιβάδι

Είναι καιρός για τη θυσία                             Και το μαχαίρι σιωπηλό
Κόβει βαθιά την αρτηρία                              Και σου πουλά με το κιλό
Αυτό το σώμα το δικό σου                            Το μεσημέρι να γευτείς
Σαν γιατρικό της μαύρης νόσου                 Και σαν φαρμάκι της γιορτής

Στα μέσα σύνορα, 2011

.

Οι ναυαγοί στεριά γυρεύουν
κι οι νυχτωμένοι την αυγή
ποιες φαντασίες σε μαγεύουν
και άλλο δεν πατάς στη γη

Στου ονείρου σου το παραπέτο
μ’ άφησες να παραπατώ
από τα σύννεφα να πέφτω
και τα φιλιά σου να ζητώ

Είναι σκληρό να προσπαθείς
απ’ τη σκιά σου να ξεφύγεις
ήσουνα εδώ προτού να ’ρθεις
θα είσ’ εδώ κι αφού θα φύγεις

Τώρα στου δρόμου το σχολείο
δίνω διαρκώς κόλλα λευκή
ήταν φανταστικό το πλοίο
μα οι ναυαγοί πραγματικοί

Μια μελωδία μεθυσμένη
παίζουν στο δρόμο οι μουσικοί
σαν έχεις πόρτα κλειδωμένη
πώς θες η άνοιξη να μπει

δίσκος : Σ. Μάλαμας, Πέρασμα, 2010

.

Άραγε νύχτα είναι αυτό που ακούγεται ακόμα
και που ξυπνούν τα παιδικά θηρία της ψυχής;
Η φλεγμονή στα όνειρα κι η μόλυνση στο στόμα
νύχτα σημαίνει άραγε ή πλοίο της γραμμής;

Χρυσάφι κι αίμα της σιωπής αιμορραγούν οι αισθήσεις,
σαν λυσσασμένοι εισαγγελείς δυο σκύλοι μας κοιτούν
κι οι φίλοι ανυπεράσπιστοι που ζουν με παραισθήσεις
δεν ξέρουν πια γιατί πονούν και ποιόν σφιχτά κρατούν.

Το μαύρο γάλα των πουλιών το πίνουν ακροβάτες
κι η δόξα κομματιάζεται με φώτα και σκοινιά.
Σαν την αράχνη στήνουμε παγίδα στους διαβάτες
γι’ αυτό μυρίζουν τα φιλιά φορμόλη του φονιά.

Αναμνήσεις από την όπερα, 1987

 

 

 

 

 

.

.

Gracias a la vida!

Μέσ’ από κείνες τις σελίδες
πρωτόμαθα τις θάλασσες, τα δάση
απόκρυφες βαθύσκιωτες πατρίδες
ριγούσαν ήδη στην αυριανή τους στάχτη.

Η μουσική διαφήμιζε ταξίδια
ακίνητα βαθιά στην πολυθρόνα
τα κύματα μας παίρναν και μας φέρναν
το παρελθόν νανούριζε το μέλλον.

Το τώρα όμως βασίλευε στην πλάση
καθώς ο κόσμος φρέσκος τραγουδούσε
στο Μεξικό! στο Μεξικό και στα μαλλιά σου!
στις μυστικές σελίδες της αρχής μας.

Στις μυστικές σελίδες της αρχής μας
στα σκοτεινά χαμηλοτάβανα σπιτάκια
ήλιος εφύσηξε χρυσός και τραγουδούσε
όπως αγέρι στα μαλλιά, όπως τα δάση.

Αρχή και τέλος τώρα, μ’ αγκαλιάζουν
αθάνατη ζωή χαρά της λύπης
τρεχούμενο νεράκι προδομένο
όνειρο βιαστικό τρελή παντιέρα

Γιατί τα δάση υπάρχουν όσο τα θυμάσαι
γιατί «όσα είπαμε παλιά ισχύουν»
γιατί το γέλιο κελαρύζει στο σκοτάδι
γιατί τα δάση υπάρχουν όσο τα θυμάσαι.

Σημειώσεις, τχ, 56, Ιούνιος 2002

.
Τ0 πλοίο αυτό που ταξιδεύει χρόνια μες στις θάλασσες
δίχως σημαία και πλήρωμα και δίχως σκοπό
ξενυχτώντας σε λιμάνια που σαν αγάπες αγκάλιασες
με φύλλα πορείας αόρατα, σαν ανθισμένο βουνό,

το πλοίο που ονειρεύτηκες για μυστικές διαδρομές
χωρίς ελέγχους στα δρομολόγια κι εξακριβώσεις
σέρνοντας κήπους από χιόνι και μουσική από βροχές
και σε τρυπάει ο πόνος του όπως οι πόνοι στις αρθρώσεις,

το πλοίο αυτό που ταξιδεύει μες στην καταχνιά
μόνο του σκέφτεται και μόνο του παίρνει αποφάσεις.
Δεν είν’ εκείνο που θα πάρουμε για να σκορπίσει η σκοτεινιά
και να ’βρει ο θάνατος επάνω μας προφάσεις.

Αναμνήσεις από την Όπερα, 1987
.
στον Γιώργο Κακουλίδη

Η σκοτεινή της μήτρα αναδεύει
και σάμπως μπάσταρδο κι απόψε σε ξερνά·
στον κύκνο σου λαιμό θηλιά περνά
το χέρι της Σειρήνας· και σε ζεύει.

Τα πόδια σου πριόνισε η προπέλα
κι όλη τη νύχτα αλυχτάς σκυλί λυτό·
πάλι θα λεν τη μάνα σου Λητώ
και τη σπασμένη κάμα σου Μαρκέλλα.
 
Σε ποιο λιμάνι τ’ ουρανού να σκάψω τάφο,
νὰ σε ρουφήξει ποια θεόρατη κοιλιά;
Θα πνίγεις στο σκοτάδι τα σκυλιά
κι εγώ απ’ τον πάτο της ζωής μου θα σου γράφω.

Μετά τα μυθικά, 1996