Χρόνης Μπότσογλου

***
ΣΩΜΑ

Σώμα χαμένο σ’ άλλα χρόνια,
σε σκάλες, σάλες και σε αυλές
παλιών σπιτιών, και σε μπαλκόνια.

Σε σπίτια κατεδαφισμένα,
σ’ άλλων καιρών ακρογιαλές,
και σε καράβια διαλυμένα.

Σε πόλεις που έχουν τόσο αλλάξει,
σα να ‘ταν σχέδια κεντημένα αχνά,
σ’ άλλων καιρών παλιό μετάξι.

Πόσα φαντάσματα χαμένα
θα πρέπει να επικαλεστώ,
για να σε βρω, κορμί ζεστό,

μες στην παλιά τη νύχτα, Εσένα.

*

ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

Της μέρας σώμα, σαν γυναίκας,
σε βλέπω και σ’ αγγίζω αργά:
Μαλλιά και μάτια, η ώρα δέκα.

Περνάς και φεύγεις∙ μεσημέρι:
κόκκινα χείλη, και γυμνά
στήθη, ώμοι, πλάτη, ζεστό χέρι.

Μη φεύγεις, μέρα, μείνε ακόμα!
Τέσσερεις: μέση και γοφός∙
αχ, μείνε εδώ, της μέρας σώμα!

Οχτώ, και χάνεται το χρώμα
το ρόδινο των ουρανών.
Πρωί τα μάτια σου, το στόμα,

νύχτα το βάθος των μηρών.

*

ΥΠΝΟΣ

Αίσθηση βάρους που αποθέτεις στο κρεβάτι,
αλλαγές θέσης αδιανόητες για νεκρούς,
μικρές κινήσεις που σε πείθουν πως υπάρχεις.

*

Πηγή:
Στίχοι επιστροφής, 2012

Εικονογράφηση:
Χρόνης Μπότσογλου

Γιάννης Βαρελάς, Sailor, 2010

***

Δεν θα αντέξεις στη βροχή
το είδωλό σου τρεμοπαίζει
απέναντι σ’ ένα τραπέζι
κοιτάς σε άλλην εποχή.

Τζάμια θολά αχνίζει η ψυχή
σταγόνες τρέχει στο λαιμό η αγωνία
όλος ο κόσμος σου σε μια γωνία
κινδύνους η φωνή σου αντηχεί.

Να ’χες κι εσύ μια κάμαρα ζεστή
ένα λιμάνι πλοίο στην αυλή σου
σαν δώρο κάποιου παραδείσου
πατρίδα κι άξιον εστί.

Πηγή:
Σε ξένο ουρανό, 2011

Εικονογράφηση:
Γιάννης Βαρελάς, Sailor, 2010

***Κυριάκος Μορταράκος

***

Έρχεται με παράνομα CD
με σκόρπια μεσημέρια της ζωής του
μόλις ακούγεται η ανάσα της φωνής του
φεύγει με αναπάντητα γιατί.

Οι κόρες των ματιών του ερημιά
νερό που πάγωσε πίσω στα περασμένα
άγριες θάλασσες, κουπιά σπασμένα
και η στεριά, υπόσχεση καμιά.

Θα πάει αλλού να δείξει την πραμάτεια
κι εκεί θα του την αρνηθούν
όχι, δεν θέλουμε, ευγενικά θα πουν
θα στρέψουνε κάπου μακριά τα μάτια.

Δεν περιμένει τίποτε από μας
το ξέρει πως κανείς μας δεν θα πάρει
οι μέρες ένα πρόχειρο παζάρι
αδειάζουν, σβήνουνε τα ίχνη τους με μιας.

Σε κάμαρα μικρή θα κοιμηθεί
φορώντας τους καημούς του θα ξυπνήσει
πουλάκι τα φτερά του θα μετρήσει
σ’ αυτά που ο κόσμος του ’χει αρνηθεί.

Πηγή:
Σε ξένο ουρανό, 2011

Εικονογράφηση:
Κυριάκος Μορταράκος

***

Με κομπίνες και φτηνές βιοτεχνίες
από το σαράντα εννέα κι ως εδώ,
λογαριάζοντας συνθήκες κι ευκαιρίες
και πληρώνοντας συντριπτικό δασμό.

Ο τιμάριθμος, η μοναξιά κι η βία
με της φτώχειας σου τη διαλεκτική
ανατρέπουν τη λεπτή σου ισορροπία
και γυρεύουνε μια λύση εκρηκτική.

Ξαναπαίζεται στο νου σου η ταινία:
συρματόπλεγμα, Α2, υπογραφή.
Η προσέγγιση μια κούφια ειρωνία
κι ένας χρόνος που δεν κάνει επαφή.

Τα υπάρχοντα σχεδόν κατεσχεμένα,
το δυάρι, το παλιό σου Ι.Χ.
είναι σήματα σαν κρυπτογραφημένα
που σε μπάζουν σε μια αλλιώτικη εποχή.

Κι όμως ξέρω ότι είσαι σαν και μένα
σε συνάντησα στην άσφαλτο θαρρώ,
περιμένοντας μαζί καινούργια γέννα
με σημαίες κι ενδοφλέβιο ορό.

Με κομπίνες και φτηνές βιοτεχνίες
από το σαράντα εννέα κι ως εδώ,
δίχως μελανά σημεία κι απορίες,
ψάχνεις σπίρτο κι υλικό για εμπρησμό.

Πηγή:
Ραντάρ, 1981

Εικονογράφηση:
Βλάσης Κανιάρης, Παρατηρητής, 2005

***

Οι γέροι στα λεωφορεία
σηκώνουν όρθια τα παιδιά
− για μεταμόσχευση καρδιά
ψάχνει η Γηραιά Κυρία

Μισεί τα νιάτα η σάπια σάρκα
οι ανάπηροι βυσσοδομούν
φτύνουνε τ’ άνθη, βλαστημούν
τον έρωτα στα πάρκα

Μες στο βυθό του Χειρουργείου
ανάβει ο Μέγας Αχινός
το κλομπ χτυπάει κι ο ουρανός
ανοίγει σαν κρανίο

Λουλούδια τέρατα εφιάλτες
αράχνες μαύροι προβολείς
− στο συρματόπλεγμα η βολή
καρφώνει δρομείς κι άλτες

Χτίζουν τους χτίστες τα ντουβάρια
οι ανεμόμυλοι φυσούν
τον άνεμο, θα καταπιούν
τη θάλασσα τα ψάρια

Ο χρόνος πρήζεται κολλάει
πάνω στους τοίχους, η καρδιά
βγαίνει τη νύχτα απ’ τα κορμιά
και σαν σκυλί αλυχτάει

Τα πέλματα ρόδα ανοιγμένα
οι φλέβες άλυτες θηλιές
σπασμένες ραχοκοκαλιές
σαγόνια γκρεμισμένα

Αίματα και φτερά γεμάτα
βαριά ανεβαίνουν τα κλουβιά
στα ουράνια δώματα – πηδά
λυσσά από κάτω η Γάτα

Σειρήνες γέμισαν οι δρόμοι
φανάρια που αίμα πιτσιλάν
απ’ τα καμιόνια τους πηδάν
γιατροί και νοσοκόμοι

με μάσκες και με δακρυγόνα
μα δε μαζεύεται ο Νεκρός
έγινε θάλασσα ουρανός
κι απλώνει στον αιώνα

Πηγή:
Kρύπτη, 1968

Εικονογράφηση:
Γιάννης Τζώρτζης, Χωρίς τίτλο, 2007

***
Το δείλι σέρνεται κι αλλάζει πάλι δέρμα
μες στις ψυχές μας, απαρνιέται όλα ξανά
τα χρώματά του – κι απομένουμε στεγνά
τοπία χωρίς αρχή και χωρίς τέρμα.

Γρίφοι λυμένοι και ξανά μπλεγμένοι
χτυπιόμαστε όλη μέρα σαν τυφλοί
για μια καλύτερη θεσούλα στο κλουβί
κι όλο βρισκόμαστε σφιχτότερα δεμένοι.

Στα λόγια σπάταλοι, φιλάργυροι όμως στο αίμα
κάναμε χάος το τοσοδά μας το μυαλό
– ο φόβος είναι θερμοκήπιο καλό,
ανθίζει σ’ όλες του τις ποικιλίες το ψέμα.

Ακούς και δεν γνωρίζεις τ’ όνομά σου,
κρυώνει η μοίρα που παλιά σου ’χε δοθεί
– σε ποιές λοιπόν παγίδες έχουμε συρθεί;
Μέγα κακό είναι ν’ αρνηθείς τ’ ανάστημά σου.

Δεν είναι ο κόσμος πείραμα στους τρόμους
του απείρου, όχι, δεν είναι δοκιμή.
Μπορείς να σέρνεσαι μια ολόκληρη ζωή,
υπογραφή δειλή μέσα στους δρόμους ;

Θα ’ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως
μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή
– άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή,
άνθρωποι που “διελύθησαν ησύχως . . . ”

Πηγή:
Ομίχλη του μεσημεριού, 1959

Εικονογράφηση:
Βαγγέλης Γκόκας, Χωρίς τίτλο, 2007

***

Κάτοχος, φυσικά, και ξένης γλώσσης,
είκοσι χρόνων, με λεπτή κορμοστασιά,
μήνες και μήνες τρέχει για δουλειά.
“— Δυστυχώς, δεν εδόθησαν πιστώσεις . . .”

Πρόσωπα αγαπημένα, πρόσωπα χλωμά
−περηφάνιας γραμμές, μ’ όλη την άλλη
δυστυχία σας στραμμένη από την άλλη−
μην κλαίτε. Αύριο ξανά, αύριο ξανά . . .

Σκάλες, ουρές, ουρές λογής λογής,
χαρτιά κι αιτήσεις πάνω στις αιτήσεις.
Και να ’χεις τόσα, τόσα ν’ αγαπήσεις,
είκοσι χρόνων, “στο άνθος της ζωής” . . .

Πηγή:
Ορθοστασία, 1957

Εικονογράφηση:
Μιχάλης Μανουσάκης, Χωρίς τίτλο, 2008 (;)

.

Άδειασαν τα μπαρ από νωρίς
Πάλι λησμονήθηκα στο σώμα
Θέλετε να πιούμε κάτι ακόμα ;
Σε ποιο μέλλον ψάχνεις να με βρεις ;

Δρόμοι μουσκεμένοι στη βροχή
Πλαστικά νερά και φώτα νέον
Είσαστε Τοξότης είμαι Λέων
Είμαι το ποτάμι κι είσαι η γη

Νύχτα των αμόλυντων παθών
Δυο τυφλοί στην πύλη της αβύσσου
Φωτοκρήνη το άσπιλο κορμί σου
στη γαλάζια πάχνη των βυθών

Σου μιλώ στη γλώσσα της σιωπής
Σε κρατώ σαν γύψινο εκμαγείο
Μέσ’ από το γυάλινο ενυδρείο
μάταια κάτι θέλεις να μου πεις

Κάποιος στης ψυχής μου το κελί
το κερί του ανάβει και πλησιάζει
Μέσ’ απ’ την ομίχλη με κοιτάζει
το φαρμακωμένο μου σκυλί

Μου γνέφουν, 2000

.

Με του γαμπρού τ’ ανάστημα
την όψη του γερόντου

στο μέτωπο στα μάγουλα
(το χώμα το ψημένο)

γραμμές που χάραξε σπαθί
αντί πτυχές –ρυτίδες–

στάθηκαν γύρω βλοσυροί
σαν τα κυκλώπεια τείχη

σε ξαφνικό θανατικό
σε σκοτωμό ή γάμο

η κάμαρη σκοτείνιασε
σκορπίσαν οι γυναίκες

κι ένα μωρό κατάχαμα
πήρε κι αυτό να σκούζει

Βυσσινιές στο σκοτάδι, 1991

.

Τη μέρα που γεννήθηκα με πήρανε τρεις γύφτοι
και στράτα στράτα μ’ έφεραν εδώ στον Ποδονίφτη
Τα σπίτια τότε φτωχικά ξεσκέπαστο το ρέμα
το γάλα ήταν όνειρο και παραμύθι η κρέμα

Μα εμένα μού ’δωσε η ζωή λαχταριστές καμπύλες
που για τους άντρες άνοιγαν των ουρανών τις πύλες
και μού ’λεγαν στενάζοντας καθώς με παίρναν πρέφα
«Εσύ κερδίζεις μάνα μου και κύπελλο Ουέφα»

Απ’ αριθμούς και γράμματα δε σκάμπαζα ούτε λέξη
κι ένα παιδί της γειτονιάς που ’χα μαζί του μπλέξει
Έπαιζε με ένα ακκορντεόν σε μια μικρή ορχήστρα
και με το ζόρι μ’ έβαλε να γίνω τραγουδίστρα

Βγήκα στο πάλκο μια βραδιά κι ω θαύμα των θαυμάτων
πάψαν των σκύλων οι φωνές κι οι τσαχπινιές των γάτων
και μού ’λεγαν οι φίλοι μου, παιδιά του εργοταξίου
«εσύ μασάς τη Μοσχολιού και τρως την Αλεξίου»

Με τον καιρό βαρέθηκα τον ακορντεονίστα
τα λόγια του μου φέρνανε και κούραση και νύστα
Έτσι λοιπόν παντρεύτηκα κάποιον συνταξιούχο
κι είχα σπιτάκι καθαρό σιδερωμένο ρούχο

Κι έμαθα σαν λησμόνησα του τραγουδιού τα φάλτσα
να φτιάχνω φίνο μουσακά και μακαρόνια σάλτσα
κι όλοι μου λέγαν σε γιορτές, σε γάμους, σε βαφτίσια
«εσύ θα γίνεις Παναγιά μια μέρα στα Πατήσια».

Μ. Χατζιδάκις, Πορνογραφία, 1982

.

Πάντα κάτι μένει για να πεις
Κάτι που είναι μόνο για τους άλλους
Να φιλήσεις πόδια ώς τους αστραγάλους
Στους αλήτες να ’σαι συνεπής

Τότε θα ’σαι μες στην αγορά
Ένας σεβαστός αρχιερέας
Σε βιτρίνα θα ’σαι σπάνιος αμφορέας
Δίπλα σ’ αντικείμενα ιερά

Θα γραφτείς για πάντα στα χαρτιά
Με τ’ αποτυπώματα χεριών σου
Στην ασπρόμαυρη φωτό το πρόσωπό σου
Θα ’ναι σαν τοπίο στη φωτιά

Χρόνια όσα έχεις σιχαθεί
Θα τους δίνεις το αίμα της καρδιάς σου
Για να πάρεις τίτλους τα παράσημά σου
Κι η ζωή σου να εξιλεωθεί

Πάντα κάτι μένει για να βρεις
Κάτι ο καθείς θα συμπληρώνει
Θ’ αγοράζει άλλος κι άλλος θα πληρώνει
Τη διαφορά θα εκλιπαρείς

Θα συρθείς. Θα θέλεις να σωθείς.
Το όνομά σου θα ’ναι πια για γέλια
Και θα βλέπεις την καρδιά σου στα τσιγκέλια
Θα παρακαλάς μην τρελαθείς

δίσκος: Πάντα κάτι μένει, 2008

.

Τηv πρώτη φορά που ήμουνα μπροστά
με ανατρίχιασε η χωματίλα, μια μυρωδιά ξινή
σα να ρευότανε σάπιο σκότος η γη.

Με τον καιρό, παρατηρούσα πόσο βαθύς
πρέπει να είναι ο λάκκος, πώς να μπήγω γερά το φτυάρι
και πώς μπροστά στον σκώληκα να δείχνω παλικάρι.

Απ’ τους παλιότερους διδάχτηκα πώς να ρίχνω αποπάνω
με μαλακές φτυαριές το χώμα για να δείχνει αφράτο
την ώρα που σκεπάζει το φως, με κόπρο και σκαθάρια γεμάτο.

Γυρνώντας στο σπίτι, τα νύχια μου είναι μαύρα
τα ρούχα βρωμούν, γδέρνω τις πέτσες μου, ανάβω φώτα, μα
μες στον ύπνο, σα λάκκο νιώθω το κρεβάτι να με ρουφά.

Με λένε Αλμπέρτο και φυτεύω λουλούδια στα πάρκα.
Σε άλλους αρέσει. Εμένα μου φέρνει αηδία.
Ένεκα βέβαια κι η ανεργία.

Εντευκτήριο, τχ. 61, 2003

.

Να ’βρεχε μακαρονάδες
Και να χιόνιζε σαρμάδες
Και να φύσαγε ροκφόρ
Ίσαμε εννιά μποφόρ

Να ’σταζαν τα κεραμίδια
Φασολάδες με κρεμμύδια
Και να έμπαζε ο αέρας
Απ’ την πόρτα λίγο κρέας

Μια πατάτα μια ντομάτα
Μια χωριάτικη σαλάτα
Να ’στελνε ο Θεός ντολμάδες
Πίττα φίσκα στους κιμάδες

Κι όπως έστειλε το μάννα
Να ’στελνε μια κουραμάνα
Μάνα μάνα μάνα μου
Χίλιες προσευχές θα πω
Και για λίγο καπαμά
Όλα τα πατερημά

Πώς το λεν το Άγιο Πνεύμα
Λίγο μουσακά για γεύμα
Και ο Άγιος Νικόλας
Ένα τέταρτο μπριζόλας

Κά’να στήθος κά’να μπούτι
Κά’να ζωντανό γιαούρτι
Να ’στελνε η Αγιά Τριάδα
Τις γυναίκες δωδεκάδα

Μια ντουζίνα στη κουζίνα
Κι άλλη μια για κρεβατάδα
Κι οι αγγέλοι αγιασμένο
Τον πατσά ψιλοκομμένο

Στ. Κραουνάκης/Γ. Κακουλίδης, Τα τραγούδια του Καραγκιόζη, 1996

.

Στον Θανάση Χαρμάνη «Δεύτερη Ανάθεση»

Φυλάξου γιατί παίρνει χρώμα η γύρω φύση
Σα μεγαθήριο σ’ έχει η εξέγερση πλευρίσει
Σιγή      πετάει ένα πουλί      βούκινο ένα βαπόρι
Και τώρα ακούγονται σκυλιά και μισθοφόροι
……Ζυγώνουν      έρχονται να σπείρουνε τον τρόμο!

Γη ταραγμένη από σκιρτήματα θανάτου
Κάμπος πλατύς που φαρμακώσαν τα νερά του
Γκριζαρισμένα από το θειάφι και το νέφτι
Μιας άστοργης βροχής κακού που ’δες να πέφτει
……Εδώ χαιρέκακα σταλμένη από το νόμο

Μ’ άλικο φίλτρο τραβηγμένα σε κοιτάνε
Πρόσωπα ασάλευτα καθώς      μικρέ λαοπλάνε
Χάνεσαι μέσα στη θεόρατη νεφέλη
Και μια πομπή τα λάβαρά της υποστέλλει
……Θωρώντας σε      δεντρί φτενό για το λοτόμο

……Θεέ της ανυπακοής      σ’ άγνωστο δρόμο

Μ’ απανωτές εκρήξεις καταμήκος της ασφάλτου
Πρόσταξε «Χίλια!» στο λευκόχρυσο πεντάλ του.

Εντευκτήριο, τχ. 9, 1989

.

Η λάμπα τρέμει στη βιτρίνα
σαν παγωμένη θεατρίνα
και στο μικρό ξενοδοχείο
έπεσε η νύχτα σα λαχείο.

Οι πόρνες κάτω από την τέντα
πιάνουν στο θάνατο κουβέντα
μα τελικά γυρνάν την πλάτη
σ’ αυτόν τον άβολο πελάτη.

Στο τρίτο πάτωμα οι λεσβίες
ακούν του δρόμου τις ρομβίες
και προσπαθούν με σάπια φίλτρα
να νιώσουν σκίρτημα στη μήτρα.

Κι εσύ που ήσουνα για μένα
σαν αποβάθρα για τα τραίνα
σε ποιο σταυρώθηκες φανάρι
μια τέτοια νύχτα του Γενάρη;

φύσα αεράκι φύσε με, 1992

.

Κι αν ίσως κάποτε συμπράττω
θύμα κι εγώ μοιραίων συσχετισμών . . .

Ο ΛΗΞΙΑΡΧΟΣ, «Ο περιπατητής της παραλίας»

Και βέβαια κάποτε συμπράττεις
Κάποτε ακούσια προσχωρείς
Ο χρόνος τήκεται νωρίς
Κι όλο σου γνέφει ο σχοινοβάτης

Κοιτάς σημάδια του προσώπου
Ζεις σε μιαν άγνωστη εποχή
Το τέλος είναι στην αρχή
Το σύμπαν στο κλουβί του ανθρώπου

Πόλη θαμπή και κουρασμένη
Μνήμη που γλείφει σαν σκυλί
Κανείς δεν ξέρει ποιο σκαλί
Το μάταιο βήμα κατεβαίνει

Κανείς δεν ξέρει ποιος ζυγώνει
Ποιος στη σκιά καραδοκεί
Ποιος στο κορμί σου κατοικεί
Ποιος επιστρέφει από τη σκόνη

Στο μεταξύ πετούν μπαλόνια
Γέμισε ο τόπος κομφετί
Γίνεται ο θάνατος γιορτή
Πωλούνται φέρετρα και χρόνια

Κάποιος ανοίγει την παρτίδα
Κάποιος ορίζει την τιμή
Σε παρασύρουν οι αριθμοί
Στη φοβερή τους πλημμυρίδα

Χάνεσαι μέσα στη χοάνη
Σε προσμετρούν στο ποσοστό

(Το πτώμα βρέθηκε ζεστό
Κι άγγιξε ο κρόταφος την κάννη)

Μου γνέφουν, 2000

.
.
Κοιτώ μέσα στα μάτια σου βροχές
Διακρίνω φώτα και σκιές να τρέχουν
Υπνοβατώ χωρίς να με προσέχουν
Καθώς κυλούν στα βάραθρα εποχές

Δεν έμαθε κανείς για τον νεκρό
Βρέθηκαν ίχνη κήπου στ’ όνειρό του
Πυρομανείς διασχίζουν τη Διδότου
Τα παραμύθια γέμισαν νερό

Χάνομαι σ’ ένα βάθος προσμονής
Κρύβομαι σ’ ένα σώμα δανεισμένο
Φέγγει μπροστά μου βλέμμα δακρυσμένο
Μα πίσω από το δάκρυ του κανείς

Η πόλη; Σαν σταθμός τού Ηλεκτρικού
Μισόφωτη – με μάτια νυσταγμένα
Σ’ αναζητώ σε βήματα σβημένα
Στα σχήματα ενός άλλου σκηνικού

Ο χρόνος; Κάτι σαν υποτροπή
Σαν μια παλιά θαμπή φωτογραφία
Γράμματα χαραγμένα στα θρανία
Λόγια που τα σταμάτησε η σιωπή

Κι ο ποιητής; Σ’ ένα τοπίο γυμνό
Μεταμφιεσμένος σε κρανιοσκόπο
Πάλι ξυπνώ σ’ αυτόν τον ξένο τόπο
Ψάχνοντας δρόμο σπίτι κι ουρανό

Μου γνέφουν, 2000

.

Τη Δευτέρα ο άνθρωπος ξυπνά,
ακούγοντας αγγέλων ωσαννά
να θρυμματίζονται την Τρίτη,
όπως ο Ίκαρος από την Κρήτη.

Βουτά στο ακρογιάλι της Τετάρτης,
όπου ορθώνεται ο Χρόνος, ο αντάρτης!

Ευθύς, χωρίς ελάχιστη αμφιβολία,
ολοταχώς αλλάζει την πορεία.
Στους ώμους του φορτώνεται την Πέμπτη
κατάρες περιλούζοντας το empty . . .

Αγκυροβόλιο την Παρασκευή,
όταν χωρίς καμία προπαρασκευή,
βαδίζει κουρδισμένος για το Σάββατο.
Διαγούμισμα μήπως στο Άβατο;

Η Κυριακή, μια συνετή μητέρα,
απογειώνει τη Δευτέρα στον αέρα.

poiein.gr, 2007 (1993)

.

Άντε γαμήσου και χάσου,
πουτανίτσα φτιαγμένη στο Γαίηλ.
Θα κτενίσω τη νύκτα με κοκταίηλ
μολότωφ τα μαλλιά σου.

Χορεύουν σ’ ένα βελόνι
τρεις μονόχειρες χωροφυλάκοι·
ανοιχτοί μας προσμένουν δυο λάκκοι,
της χαράς μου τρυγόνι.

Ο συρφετός των αχρείων
μες στα ματάκια σου ανασαίνει.
Θα ζήσω λοιπόν τη ναρκωμένη
νύχτα των Εξαρχείων.

Κι όταν η μέρα ξυπνήσει
σε μια λαμαρίνα της Μεθώνης
θα με δει, θα σε δει, να καυλώνεις
α! στουπί στο μεθύσι.

Ίσως και να ’χεις εφεύρει
τους πεθαμένους που μας κοιτάνε.
Ήσυχα θ’ αποδημήσω και θα ’ναι
πρωινό του Νοέμβρη.

Θα ’ναι στα μπαρ του Παραδείσου
νυφούλα ραντισμένη με ρύζι
η ψυχή μου· κι εκεί να σφυρίζει
θε να βρει τη δική σου.

Το φως θ’ ανάψει πνοούλα,
απαλή σαν το χάδι κι η μνήμη,
και θα μοιάσει όλη η νύχτα απ’ ασήμι
και θα γίνεις δροσούλα.

Ανθοδέσμη, 1993

.

Πώς είστε, αλήθεια, με την άλλη;
Πιο βολικά; Θα το υποστώ!
Άραγε εκείνο το ακρογιάλι
Απ’ το νησάκι το πλωτό

(Όχι στο κύμα, αλλά στα νέφη),
Εμένα λέω μην απορείς,
Υπάρχει ακόμα και σας γνέφει
Ή το σχολάσατε νωρίς

Από τη μνήμη σας; . . . Κορίτσια!
Προς Θεού! Να μείνετε αδελφές,
Φίλες . . . Μα, τέρμα τα καπρίτσια!
Όχι! ποτέ αγαπητικές!

Πώς είσθε, αλήθεια, πλέον με κείνη
Τη γυναικούλα την απλή,
Χωρίς Θεό για να σας κρίνει
Κι αφέντη να σας απειλεί;

Αφού έδιωξε πρώτα απ’ το θρόνο
Την πρώτη οπού ήτανε κυρά,
Ένα θα σας ρωτήσω μόνο
Και να μου πείτε καθαρά:

Πώς πάτε, αλήθεια; Αξιζει μία;
Τρώγεται; Μπήκε σε σειρά;
Το φόρο για την ατιμία
Πώς τον πληρώνεις, φουκαρά;

Δεν μένω! Ακόμη κι αν μπορούσα!
Ή αλλάζω σπίτι ή θα πνιγώ!
Μα πώς με την πρώτη τυχούσα
Αφού σας εδιάλεξα εγώ;

Πιο φρέσκο; Ή μήπως είν’ πιο ανώδυνο;
Μπούχτισες; Μη, τοις μετρητοίς!
Πώς διάολο ζείτε μ’ ένα ξόανο
Σεις, του Αδονάη ο ζηλωτής;

Πώς τα περνάτε; Μην το κρύψεις!
Καλά; Έτσι κι έτσι; Δηλαδή
Πώς πάτε, αλήθεια, με τις τύψεις
Εσείς, καημένο μου παιδί;

Κι αυτό το πράμα το αγοραίο;
(Αν το σκεφτείς, σου ’ρχεται τρέλλα!)
Μετά απ’ το μάρμαρο το ωραίο
Στη γύψινη τη μπαγκατέλλα!

(Άλλο είν’ το κράξιμο της κίσσας
Κι άλλο είν’ το όμορφο πουλί . . . )
Πώς πάτε με τη μυριοστή σας
Που τη φωνάζετε Λιλή;

Φάγατε το καινούργιο φρούτο;
Χορτάσατε; Μη μου απαντήσεις! . . .
Πώς είσθε με το γήινο τούτο
Το γύναιο, το χωρίς αισθήσεις;
(Τις έξι!)

Λοιπόν, da capo: Ευτυχισμένος;
Ή σε άβυσσο χωρίς βυθό;
Πώς είσθε, λέω, καλέ μου; Χάλια;
Σαν όπως με τον άλλο εγώ;

Γλώσσα πολύτροπος, τχ. 3, Κέρκυρα 2001

Φωτογραφία: B.J.Falk, Δυο γυναίκες καθισμένες σε παγκάκι, 1915