.

Οι πιο αψηλές κι ευαίσθητες αντένες
Τσακίστηκαν στη γη σου      άχαρη χώρα
Που ακόμα στέργει ωστόσο ηρώων γέννες
Μια τόσο φωτεινή κι ανύποπτη ώρα

Γυμνός      και σε περίχυνε η γαλήνη
Των ιδεών που σ’ είχαν επιτάξει
Ο αγνότερος τα κρίματά σου λύνει
Σκοπός      που εγίνη απόφαση και πράξη

Καρδιές αναιμικές σε βρίζουν      άσ’ τες
Να σέρνουνται από μαύρους μισθοφόρους
Θα λάβεις      κι ας φρενιάζουν οι δυνάστες
Το δίκιο σου απ’ το μέλλον δίχως όρους

Μια ζοφερή τελειώθη τραγωδία
Εκδικητής που εξόργισε την Άτη
Έγειρες μπρος στην άτεγκτη εξουσία
Κι εσύ      σεμνέ     ορκισμένε  Επαναστάτη!

Πολιορκία, τχ. 29, Δεκέμβριος 1985

.

Ποτέ δεν την φαντάστηκε τέτοια τιμή η Δαλασσηνή!
Ο γιός της αυτοκράτορας, κι εκείνη να κινεί
του Κράτους τα ηνία, στην Πόλη αρχηγός,
όσο έλειπε ο Αλέξιος στην μάχη στρατηγός.
Περήφανη, σεμνή, σεβάσμια η Άννα,
όμως κι αγέρωχη, άτεγκτη, ως βασιλέως μάνα,
έκρυψε τη χαρά, που να την κάνει θα μπορούσε,
από συγκίνηση να χύσει, δημόσια, ένα δάκρυ,
σαν της διάβαζαν το χρυσόβουλλο, που την τοποθετούσε
στης Ρωμανίας την αρχή, Δέσποινα απ’ άκρου σ’ άκρη…
«Ό,τι δικό μου, και δικό σου», έγραψε ο Κομνηνός,
στη μάνα του αφήνοντας την αυτοκρατορία.
Ώστε ένα το όνειρό τους, κι ο στόχος τους κοινός.
Κι ας έλεγαν, στης Πόλης την αγορά, με μοχθηρία,
έξαρχοι των συντεχνιών, μα και συγκλητικοί,
ότι από τους Κομνηνούς αρχίζει η ιστορία
που έκανε τον θρόνο, καρέκλα οικογενειακή.
(Ίσως εξαίρεση ο Ανδρόνικος· όμως κι αυτή περαστική).

Το άγνωστο Βυζάντιο, 2006

.

‘Ηταν οι μέρες εκείνες
που λυσσάγαν oι μπασκίνες
και σου
ρχότανε ναυτία
όταν περνούσες τα Χαυτεία.

Κι εσύ!

Κρατώντας τον «Οδηγητή»
διάβηκες από μπρος μου
λουσμένη αρώματα Κοττύ
στην μπόχα του υποκόσμου.

Φώναζαν ΕΝΑ-ΔΥΟ-ΧΙ
στα προποπρακτορεία
μα πέρναγες αγέρωχη
Κνιταρχοντοκυρία.

Κανένας δεν αγόραζε
δε δίναν σημασία
ήρθα και σ’ έπιασα αγκαζέ
και σου πα: «Έλα Τασία

πούλησες δέκα σήμερα
νομίζω πια πως φτάνει
— αρχόντισσά μου και κερά —
μάζεψ’ τα μάνι-μάνι

πάμε τα δυο μας κορ-α-κορ
να κάνουμε επανάσταση
να σπάσουμε όλα τα ρεκόρ
Χριστούγεννα κι Ανάσταση.

Κι αν είσαι του δογματικού
σκασίλα μου μεγάλη
πάμε από Ηρώδου του Αττικού
να βγούμε προς Εκάλη.

Κνίτισσα αρχοντοκνίτισσα
παλαιοημερολογήτισσα
να γίνουμε ένα εγώ κι εσύ
δόγμα και ανανέωση.

Θα το πατήσω το πεντάλ
μέχρι 90 και 100.
Διάβαζε εσύ τον Ρόζενταλ
για μένα η λίρα εκατό.

Πάμε σ’ ένα κρυφό κουτούκι
να φάμε πίτσα ή πεινιρλί
να μου κάνεις λούκι-λούκι
να σου δείξω ένα λιλί.

Θα κάνεις σου, θα κάνω μου
κι ό,τι άλλο θες ακόμα
κι απά στην ώρα του χαμού
θα σου φωνάξω: «Ένα είν’ το Κόμμα».

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, 1987

.

Για μιαν αρχιτεκτόνισσα
ένα τραγούδι ετόνισα
(να μη σ’ το πω να μη σ’ το πει
ανήκει στην ΠΙ Πι Σι Πί).

Γι’ άλλην εγώ δεν είχα νου.
Ήταν κόρη βιομήχανου
και τα χεν όλα μπόλικα
για προίκα δύο πολυκα­-

τοικίες κι αυτοκίνητα.
Κι έβριζε αγρίως την «Ουνιτά»
σαν όργανο προδοτικό
κι αρχιρεβιζιονιστικό.

(Κι αν τόλμαγες τη λέξιν ΕΣ
τα νύχια για καυγά έξυνες).

Δεν είχα τίποτα κοινό
με το Βιβλίο το Κόκκινο
μα έλιωνα απ’ τον έρωτα
— τον πόνο του άλλου αχ ποιος ρωτά.

Μια μέρα τ’ αποφάσισα
—λέω η ντροπή μισά-μισά—
να τη ζητήσω επίσημα
απ’ τον μπαμπά και τη μαμά.

Όπως οι γάτες που λυσσάν
μ’ άρπαξαν και με φίλησαν.
«Παρ’ την παιδί μας, σώσε μας
μη μείνει αυτή η ντροπή σε μας».

Το μαθε κι έγινε έξαλλη
(αλί, αλί και τρισαλί)
μ’ έβρισε αντιλενινιστή
κι από τη λύσσα είχε πρηστεί.

Προδότη μ’ είπε του λαού
κι εγώ της είπα: «Τούλα, ου,
σπεύδε, κι άκουσε να δεις
κι αν έχεις προίκα πέντε δις

εγώ σε παίρνω ολόγυμνη.
Τον έρωτα άκου πως υμνεί
κι ο Μάο κι ο γίγαντας ο Τσου
με τη γιγαντιαία τσουτσού».

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, 1987

.

Eγώ αγαπούσα πάντα την Ελένη
όμως αυτή δε μου ’κανε τη χάριν,
δεν αγαπούσε εμένα αλλά τον Λένιν
και μου ’σκισε όλα τα βιβλία του Μπουχάριν.

Καυγάδες όλη νύχτα για το Κόμμα,
για τον Στάλιν, τον Τρότσκι ή τον Γκράμσι.
Α! δεν μπορούσε να τραβήξει πολύ ακόμα,
του έρωτά μας ήταν προφανής η κάμψη.

Εγώ να θέλω σεξ — και να το κάνει
λες από υποχρέωση σαν κότα,
να βιάζεται να σηκωθεί απ’ το ντιβάνι
να ξαναπιάσει το «Πρόγραμμα του Γκότα».

Δεν ήθελε παιδιά και babylino
μάθαινε ρωσικά μετά μανίας
μου ’χε κρεμάσει και στον τοίχο το Κρεμλίνο
και έβριζε το καθεστώς της Ρουμανίας.

Παιδιά, μακριά από γυναίκα οργανωμένη,
αντί για έρωτες σας περιμένουν τάφοι,
εκεί που λες πως την κρατάς γερά δεμένη
έρχεται και σ’ την παίρνει ένας Καντάφι.

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, 1987

.

Τω φίλω Μ. Αν.

Πόσες χιλιάδες ώρες πέρασαν με συνεδρίαση,
σ’ αχτίδες, κόβες και κομματικούς πυρήνες,
στο τέλος πάθαμε χρόνια νικοτινίαση
κι ο πονοκέφαλος ούτε περνούσε μ’ ασπιρίνες.

Μάθαμε απ’ όξω —βασικά— όλα τα προβλήματα
και την αναγκαιότητα της πάλης
και γίναμε τα δαχτυλοδειχτούμενα τα βλήματα
κρατώντας τον Μαρξ -Έγκελς υπό μάλης.

Μέρα τη μέρα θά ρχονταν η Επανάσταση
και περιμένοντας πέρασαν χρόνια
κι όμως σ’ το λέγαν οι γονείς σου: «άσ’ τα συ
πάντα θα βρίσκονται στον κόσμο άλλα κωθώνια».

Πάντοτε ο καπιταλισμός βρίσκει περάσματα
και ξεπερνά τις δύσκολες τις κρίσεις.
Κι ένα πρωί: «Απαγορεύονται τα άσματα
και κοπιάστε στο τμήμα γι’ ανακρίσεις».

Τώρα να σπάσεις δεν μπορείς πια, σε χρωμάτισαν
και σ’ έχουν σαν τον ποντικό μέσα στη φάκα
και δεν ξεφεύγεις από του χαφιέ το μάτι σαν
συναναστρέφεσαι τον κάθ’ ένα μαλάκα.

. . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . . .

Δεν άκουσες ποτέ τη μάνα σου την άγια,
σ’ ενοχλούσε και σένα το κατεστημένο,
δεν είδες γύρω σου χιλιάδες τα ναυάγια
δεν το χαμπάρισες πως το παιχνίδι ήταν στημένο.

Ο ποιητής Μανούσος Φάσσης, 1987

.

.

(Στιχούργημα για να γραφεί στον ανδριάντα
ενός πεθαμένου αστού)

Γυρεύω τα σπασμένα λόγια τ’ άνυδρα σώματα
κομψά οικήματα με τα σαθρά τους δώματα
γυρεύω τα παλιά μου οράματα
τις γαίες μου του πλούτου μου τα δράματα
τους δούλους που ξεπέσανε σε πρόστυχους
…… και ταπεινούς αστούς
τους σκύλους μου τους νόθους μου τους χωρικούς
τα λίγα ή τα πολλά μου γαλλικά που έμαθα
……
παιδί από νέρσες
(εν Σαλαμίνι ναυμαχία η Ακρόπολη και Πέρσες)
γερμανικές ή αγγλικές γκραβύρ απομιμήσεις
φαύνους τοπία της Αιγύπτου άλλες απεικονίσεις
στην Οδησσό την Αλεξάνδρεια Βιέννη στη Σμύρνη
…… την Τεργέστη Ανκόνα
εμπόρια τοκογλυφίες επιχειρήσεις και ταξίδια·
…… γυρεύω μιαν εικόνα. . .

Στη γέννησή μου σχεδόν μισάνθρωπος.
Στην κοίμησή μου σχεδόν απάνθρωπος.

Ανασκαφή, 1984

.

Είδα τη Σούλα και τον Δεσποτίδη,
στο όνειρό μου τους είδα ζωντανούς
κι άστραψε το όνειρο σαν δαχτυλίδι
που ήρθε να ντύσει πάλι τους γυμνούς.

Ανησυχούσα μην καταλάβουν
πως ήταν πεθαμένοι από καιρό
το ανεμιστήκαν· και για να με προλάβουν
με πλύναν μ’ ένα γέλιο καθαρό.

Πού ήταν το θάρρος κι η πίστη μου αίφνης ;
Μαζί τους ήμουνα στην άλλη Αριστερά
που είδε τον κόσμο σαν έργο τέχνης
με τελειωμένα κι αθάνατα φτερά.

Ένα κουβούκλιο μου χαν κατεβάσει
πλάι στο τριφύλλι, σε γήπεδο βαθύ
φωνές και κόρνες είχαν σωπάσει
στον Υμηττό είδα φως τριανταφυλλί.

Είδα τους φίλους, τα πρόσωπα όλα,
την Ιπποκράτους, τη θάλασσα μακριά,
τα σκαλοπάτια του Άι Νικόλα,
καρέκλες άδειες στο υπαίθριο σινεμά.

Κι είδα ένα τέλος στο σινεμά τους
στο μαξιλάρι μου έκλαψα βαθιά,
τα πρόσωπά μας, τα ονόματά μας,
πόση προσπάθεια, πόση μοναξιά ;

Και τι ιδρώτας απ’ τη μεριά μου
μες στων ονείρων τις αόρατες κλωστές . . .
όταν ανοίξανε τα βλέφαρά μου
στο στόμα πλάι μου ακόμα ήταν υγρές.

Φιλί και σάλιο από μετάξι
σαν σκουληκάκι στα φύλλα της μουριάς
που έγινε νύμφη για να πετάξει
μέσα στου ήλιου τα εκατομμύρια φλας.

Μη πετάξεις τίποτα, 1994

.

Σίγουρα, ευσεβεστάτη η Αυγούστα Θεοδώρα.
Το βλέπεις στην Ραβέννα, το ακούς, και τώρα, στο Σινά.
Άλλο όμως ο Προκόπιος γράφει, κι άλλο κρυφά μηνά.
Λέει πως γύριζε από τσίρκο σε τσίρκο όλη τη χώρα,
γυμνή και ασελγής, μ’ ένα λεπτότατον σχοινίον
(εμείς θα λέγαμε ένα στρινγκ) που έκρυβε μόλις το αιδοίον.

Κόρη κάποιου Ακάκιου, ενός φτωχού αρκουδιάρη,
ήταν αυτή που διάλεξε ο βασιλιάς να πάρει.
Έκτοτε υποπόδιο, κι άβουλο όργανό της,
ο Ιουστινιανός, της Οικουμένης ο δεσπότης.

Έτσι από τα ονομαστά της Αντιόχειας πορνεία,
βρέθηκε η Θεοδώρα να κρατά του κράτους τα ηνία.
Με γνώμη της ρυθμίζονταν όλα της Εκκλησίας,
μονοφυσιτικά, αιρετικά, άκρως διεστραμμένα.
Θέματα της αυλής, προβλήματα της εξουσίας,
λάθρα ή φανερά, έβρισκαν λύση ένα-ένα,
σύμφωνα πάντα με το περιβάλλον το δικό της.

Το πλήρωσαν αυτό ακριβά, στρατός, κλήρος, λαός.
Πρώτος ο Βελισσάριος, ο ένδοξος στρατιώτης·
λένε πως τέλειωσε τον βίο του ζητιάνος και τυφλός,
αυτός που έδωσε στην Πόλη όλη την Ιταλία,
και που έφτασε η φήμη του πέρα, ώς την Αγγλία.

Έκαναν έπος, μυθιστόρημα, τ’ ανδραγαθήματά του·
όμως για τα παθήματα και για τη συμφορά του
βρήκαν ως μόνη αφορμή ( ούτε μιλιά γι’ άλλη αιτία )
τον φθόνο των πολλών και τη συκοφαντία.

Γιατί αλήθεια, ο ποιητής ονόματα να δώσει ;
Προς τι, χωρίς τεκμήρια και άλλη μαρτυρία,
βασιλική τιμή, άδικα ίσως, ν’ αμαυρώσει,
όταν για Βελισσάριο, τυφλό, φτωχό, στη φυλακή,
κάνει μονάχα μνεία απλή φυλλάδα λαϊκή
και τα καθέκαστα σιωπά η επίσημη ιστορία ;

Και τώρα ας μη ρωτάμε τα γνωστά : ποιος δηλαδή και τι,
κάνουν, πάντα σχεδόν, την ιστορία να κρύβει το γιατί.

Το Άγνωστο Βυζάντιο, 2006

***

Στη μια μεριά του χάρτη κάνουν πάρτυ,
η glamour fiesta τους θαμπώνει τον πλανήτη.
Θα αλλάξουν όλα, θα το δεις, ώς την Τετάρτη,
αφού ο Πρόεδρος ορκίζεται την Τρίτη.

Ο επί γης Θεός αλλάζει χρώμα.
Κομψά ντυμένος μ’ ένα στυλ που μαγνητίζει

θα διώξει βόμβες, πόλεμο κι ακόμα
ό,τι κακό την οικουμένη βασανίζει.

Θα αναστηθούν νεκροί. Διαμελισμένα
κορμιά θα ενώσουν τα χαμένα τους τα μέλη
Τα σπίτια θα ξαναχτιστούν ένα προς ένα
και θα διατίθεται πισίνα για όποιον θέλει . . .

Οι βόμβες θα επιστρέψουν όλες πίσω
όταν πατήσει το κουμπί rewind, κι εμείς
θα αναρωτιόμαστε όλοι «πώς θα ζήσω
σε τέτοιο κόσμο τόσο τέλειας κοπής . . .»

Στο Αφγανιστάν θα σουλατσάρουνε τουρίστες
από U.S.A, από Europe και Japan
και θα γεμίζουν με χορεύτριες οι πίστες
κι οι σερβιτόροι θα είναι πρώην ταλιμπάν.

Σε τέτοιο κόσμο πώς θα ζήσω που έχω μάθει
να βλέπω αίμα εγώ να ρέει σε Blu-Ray,
σε τέτοιο κόσμο πώς θα ζήσω δίχως λάθη;
Πάει και τέλειωσε ! Το Σύμπαν καταρρέει . . .

Αυτές τις ώρες ίσως θά ταν για καλό μας
κανείς μας τίποτα μην πει. Να μη μιλήσει.
Ας κάνουμε
από συνήθεια το σταυρό μας
και ας μουντζώσουμε
με τρόπο προς τη Δύση.

stixakias.wordpress.com, 2009

jak


Ακόμα και ως πτώμα η Ελλάδα είναι ωραία
Τί κι αν έγινε βόθρος το κρυφό περιγιάλι
Μας δροσίζουν το μέτωπο μελτέμια πρωραία
κι ο καπνός στεφανώνει την Αμφιάλη.

Ελιές στις πλαγιές και ξανθοί αμπελώνες
καθαρτήριες φλόγες αναλώνουν το γιόμα,
αχνοτρέμει ο αέρας στων νερών τους πυλώνες
η Ελλάδα είναι ωραία ακόμα και ως πτώμα.

Ακόμα και ως πτώμα η Ελλάδα είναι ωραία
το πνεύμα του θέρους ευγενίζει τη στέγνια
φαιδρύνει η ευδεία του βίου την έγνοια
ραστώνη και τάχος μάς κλείνουν μοιραία.

Κοιμούνται οι Μούσες στον Ελικώνα
στα μουσεία τ’ αγάλματα νοσταλγήσαν το χώμα
το κάρβουνο εντείνει τις γραμμές του πευκώνα
η Ελλάδα είναι ωραία ακόμα και ως πτώμα.

Ακόμα και ως πτώμα η Ελλάδα είναι ωραία
τις νύχτες ο Κίσσαβος ξαναγίνεται Όσσα
αρκετά παραλλάξαμε του Ομήρου τη γλώσσα
ξεθωριάσαν τα χρώματα στη φθαρμένη λιβρέα.

Μέδουσα ο Ήλιος κι αποσβολώνει
της ρετσίνας ο μύθος πικρίζει το στόμα
τσουκνίδες κι ασφόδελοι στο έρημο αλώνι
η Ελλάδα είναι ωραία ακόμα και ως πτώμα.

Ποιήματα, ιδιωτική έκδοση, 2006 (1989)

371


Προτού η γάγγραινα να φτάσει
φτάσε στα άκρα οδοιπόρος,
αλλιώς θα σ’ ακρωτηριάσει
ο μολυσμένος μέσος όρος.


Το πνεύμα παραδώσανε τα χρόνια
και γίναν τα εφήμερα αιώνια.
Ιούς για τα computers σας εκτρέφω.

Στα γλέντια σπάω πιάτα δορυφόρων.
Το αίμα των πολέμων επιστρέφω
για πληρωμή στα χρέη νέων φόρων.

Στης μόδας την glamour ανοησία
τον τρύπιο μου χιτώνα αντιτάσσω.
Με χρήμα για προσάναμμα θα βράσω
τους Κροίσους, να ’χει ο πλούτος μια ουσία.

Στα super market νέκταρ κι αμβροσία,
μα εγώ πεζός στον Όλυμπο θα φτάσω.
Χελώνα μια Ferrari –ας γελάσω–
στην formula που τρέχει η φαντασία.

Nobel λόγω ατεχνίας, 2008

18

.

Μείναν στο σπίτι τα παιδιά κι οι μέρες μας περνούσαν
Μ’ ένταση λάγνων εραστών και μ’ αρμονία αγγέλων.
Πώς μας φαινόταν μακρινό το πρώτο εκείνο βράδυ
Τώρα σαν κάναμε έρωτα και σχέδια για το μέλλον!

Σαν από κάποια επίδραση πειθήνιοι, υποταγμένοι
Της κάναμε έρωτα κι οι δυο, είτε μαζί είτε χώρια·
Λες κι όπως ήταν αέρινη, λευκή και μεταξένια
Σαν πνεύμα μάς παράσερνε σ’ ακολασίες κι όργια…

Μ’ άρχισε να μας ενοχλεί με τον καιρό η Αγγλία –
Η βρώμα, η τυπικότητα, η ανήλια πρασινάδα.
Σε μια συζήτηση λοιπόν που
χαμε μεταξύ μας
Τους έριξα την πρόταση: «Δεν πάμε στην Ελλάδα!»

Καθόμασταν στο πάτωμα σε τρίγωνο (όπως πάντα
Σε κάθε μας συζήτηση) πάνω σε μια φλοκάτη
Που ‘χαμε πάρει επίτηδες πλατιά για κάθε χρήση
Κι από τραπέζι αυτοστιγμεί γινότανε κρεβάτι.

Μάλιστα μόλις λίγο πριν είχαμε φάει για βράδυ
Κι είχε προσθέσει μια παχιά σάλτσα στο γεύμα η Μίλυ
Που επενεργεί αναπόφευκτα μετά από δυο-τρεις ώρες
(Καθώς με διαβεβαίωναν τουλάχιστον οι φίλοι).

«Να πάμε στην Ελλάδα, πώς!» δεν ήξεραν ωστόσο
τη χώρα και τα σχετικά για να
χουν βέβαια γνώμη.
Μόνο μια ιδέα είχαν θολή για Κρήτη και Μυκήνες,
Για τ’ Άγιον Όρος, τους Δελφούς κι ένα δυο μέρη ακόμη.

Τώρα, συμβαίνει κάποτε ν’ ανάβει μέσα μου αίφνης
Λαμπτήρας άλλου χρώματος, άλλος εαυτός ν’ ανάβει
Και πέφτει ο πρώτος σε βαθύ σκοτάδι ανυπαρξίας
Σαν να
παθε προσωρινή ο σιχαμένος βλάβη.

Βάλθηκα μ’ έμπνευση λοιπόν να τους κατατοπίσω
Μη θέλοντας τους αμαθείς εξάλλου να προσβάλλω.
Μίλησα γι’ αρχαιότητα, Βυζάντιο, εικοσιένα
Για θαύματα κι οράματα το
να μετά από τ’ άλλο.

Πέρασα συνεχίζοντας στη σύγχρονη Ιστορία,
Στις δυναστείες, τα κόμματα, την εθνική υποτέλεια·
Δικτατορίες, κινήματα, δόξες και ψευδαισθήσεις –
Μιαν Ιστορία όλη μαζί για δάκρυα και για γέλια.

Φτάνοντας και στην τωρινή κατάσταση της χώρας
Των πόλεων, της παιδείας μας, της γλώσσας και του τύπου
Κι ενώ μ’ ακούγαν σαν τρελό στην έξαρση του πάθους
Συμπλήρωσα τη διάλεξη με τούτα δω περίπου.

.

«ΝΟΜΙΖΩ ότι είναι ζήτημα μιας-δυο γενιών ακόμα
Καθώς ο κόσμος προχωρεί με τόση γρηγοράδα
Δίχως αντίσταση ηθική στον υλισμό της Δύσης
Να πάψει πια να υφίσταται η Ελλάδα σαν Ελλάδα.

Μπροστά στην πολιτιστική την άνευ προηγουμένου
Επίθεση που δέχεται χρόνια και χρόνια τώρα
Αποκομμένος ο λαός απ’ την παράδοσή του,
Χωρίς θρησκεία και χωρίς πνευματική ενδοχώρα,

Δεν έχει τί αντιπρόταση στον κόσμο μας να κάνει·
Δεν έχει μήνυμα καθώς, ας πούμε, το Βυζάντιο,
Δική του δηλαδή εκδοχή του κόσμου και τ’ Ανθρώπου
Που σ’ όποιες άλλες εκδοχές στέκει με πίστη ενάντιο.

Και τώρα πώς ν’ αντισταθεί στη γοητεία της Δύσης
Που από την ενδοχώρα της, Λάιπτσικ Ρώμη Οξφόρδη,
Κίνησε ο ματεριαλισμός νά
ρθει και στην Ελλάδα,
Κι ας κάναν μεταφυσικές οι κόμητες κι οι λόρδοι!

Η Λόκχηντ, η Γουνάιτεντ Φρουτ, η Τζένεραλ Ελέκτρικ,
Η μπόμπα, το Έιτζ, η ρύπανση κι άλλα πολλά είναι απόρροια
Των χρόνων του διαφωτισμού, του Χιουμ και του Βολταίρου –
Δικά τους κακουργήματα, δικά τους πανωφόρια.

Έτσι κι αν αποβλακωθούν στο τέλος οι Ευρωπαίοι
Απ’ όποιο χολυγουντιανό ναρκωτικό ή σιρόπι,
Αν το συλλογιστεί κανείς, τί
χανε και τί χάσαν!
Μήπως ο αμερικανισμός δεν βγήκε απ’ την Ευρώπη;

Και νά η Ελλάδα, η κιβωτός της μνήμης των Αρχαίων,
Η Ελλάδα των Βυζαντινών, η Ελλάδα τ’ Αγιονόρους
Που ξεκωλιάρα και λωλή αναγνωρίζει τώρα
Πνευματικούς προγόνους της κι αυτή τους σταυροφόρους.

Χωρίς και να χουμε οι Ρωμιοί των Φράγκων την παιδεία
Μήτε τις ικανότητες αλλού παρά στο τάβλι·
Αγράμματοι κι ατομιστές σαν πίθηκοι στα δέντρα
Κι όπως εκείνοι ευέλικτοι, μιμητικοί και φαύλοι.

Διόλου παράδοξο λοιπόν που μια κι απαρνηθήκαν
Το πρόσωπό τους οι Έλληνες σκαρτέψαν και τη φύση·
Σαν εξουσία ανάλγητη κι εφιαλτική η Αθήνα
Μας κυβερνά προσποιούμενη το Τόκιο ή το Παρίσι…

Ψηλά πάνω απ’ την Αττική πετάς με τ’ αεροπλάνο
Κι όλα είναι αγνά κάθε βουνό και κάθε λιμανάκι·
Μα κάτω η πίκρα, ο κυνισμός, η ματαιωμένη ελπίδα·
Κάτω η Σταδίου, η Αχαρνών, η Εμμανουήλ Μπενάκη.

Έξω από πόρτα όταν περνάς σε διάδρομο ή σε δρόμο
Μέσα θα διαπληκτίζονται σ’ αχρεία πάντα γλώσσα.
Για χρήματα θα
ναι ο καυγάς όπου σταθείς κι ακούσεις:
Για μπάζα μάσα και λουφέ, για «πόσα» και για «τόσα»…

Ανασφαλείς για χρήματα, δουλοπρεπείς για θέσεις,
Γινόμαστε απ’ αντίδραση θρασείς και βωμολόχοι,
Βρίζουν ανεύθυνα οι Ρωμιοί και βλαστημούν σαν βόθροι
Αλλά την κρίσιμη στιγμή δεν έχουν «ναι» ή «όχι»!

Με την κινητικότητα του νου πίσω απ’ το βλέμμα
Την έλλειψη ειλικρίνειας, την απουσία σθένους
Σου κουβεντιάζουν με διπλή στα μάτια τους εστία
Εκτός μονάχα απ’ τους νεκρούς κι από τους πεθαμένους…

Όπως εκείνοι είμαι κι εγώ, μην έχετε αυταπάτες·
Όπως κι οι άλλοι της φυλής λέτσοι και καρκαλέτσοι·
Μα στα κουσούρια τα εθνικά μού
χει προσθέσει η φύση
Μια διαστροφή πρωτότυπη του χαρακτήρα κι έτσι

Μπορώ βαθιά να ερωτευτώ κάθε σημείο του κόσμου:
Τον Καναδά το Μπαγκλαντές το Τσαντ το Νότιο Πόλο,
Μόνο με μια προϋπόθεση: να
ναι πατρίδα κάποιου
Και σαν πατρίδα την πονεί – ας είναι αυτό όλο κι όλο!

Μ’ αυτόν που των προγόνων του τιμάει σεμνά τους τάφους
Μαζί του τους τιμώ κι εγώ, όποιος κι αν είναι εκείνος·
Ένα τραγούδι άλλου λαού με κάνει να ξεχνιέμαι:
Γίνομαι Ίνδός ή Νορβηγός ή Τούρκος ή Βεδουίνος.

Ε νά λοιπόν, αισθάνομαι πως σήμερα η Ελλάδα,
Του Μακρυγιάννη η Ρούμελη κι η Σπάρτη του Λεωνίδα,
Κανένας δεν την αγαπά δεν την πονεί κανένας,
Δεν είναι χώρα κανενός και κανενός πατρίδα.

Αισθάνομαι (και κόμπιαζα) πως όπως ήδη η Αθήνα,
Από την άγια Κρήτη μας μέχρι την άγια Θράκη,
Και με το μπουμ του τουρισμού γίνεται χρόνο-χρόνο
Ξενόγλωσσο κι απάτριδο και δούλο Κολωνάκι.

Για μένα ο μεγαλύτερος πολιτικός της χώρας
Θα ‘ναι ένας νέος Περικλής που με καημό και θάρρος
Θα κάνει απλώς μια ένεση στον τόπο ευθανασίας
Να
ρθει ταχύς ο θάνατος και σπλαχνικός ο χάρος.

Απ’ τα παρόντα κόμματα κι από τους κομματάρχες
Αριστεράς και δεξιάς σχεδόν το περιμένω·
Γι’ αυτό κι η ευγνωμοσύνη μου στη σύνολη ηγεσία
Δεν είναι αδικαιολόγητη, καλοί μου, εν προκειμένω!»

.

ΔΕΝ ΒΑΣΤΑΞΑ και ξέσπασα σε κλάμα έξω απ’ τα δόντια·
Και κλαίγοντας μαλάκωνα σαν τη βρεγμένη ψίχα·
Ήταν βαθύ μυστήριο, βαθιά μυσταγωγία
Καθώς απ’ όλα τα υλικά κι όλα τα φαύλα απείχα.

Μα νά, όσο μ’ άκουγε η καλή σερνόταν πιο κοντά μου·
Μα δεν μπορούσε να τη δει το φλογερό μου μάτι
Τη βέβηλη που ασθμαίνοντας ζύγωνε σαν το φίδι
Ή σαν την Εύα απ’ του φιδιού γυρνώντας την απάτη.

Κι ακόμα δεν την έβλεπε μ’ όλο που χε ζυγώσει
Και μ’ όλο που ήταν όμορφη και κοκκινομαλλούσα
Σαν μόλις έξω απ’ το φακό της κόρης του ματιού μου
Να
χε σταθμεύσει ο Διάβολος καθώς παραμιλούσα.

Και μες στους αλλεπάλληλους λυγμούς που με τραντάζαν
Δεν το κατάλαβα έγκαιρα το χέρι της να βγάλω
Που μου
χε ρίξει ερωτικά τριγύρω από τους ώμους
Και τ’ άλλο της μου το
χωνε συγχρόνως στον καβάλο.

Μόνο σαν να χε ένα μοχλό πατήσει ή μεταλλάχτη
Αιστάνθηκα ολική αλλαγή στην άποψη του κόσμου·
Ο φαύλος γίνηκα εαυτός ο ποταπός και πάλι,
Τ’ αγνό λαμπιόνι σβήστηκε κι άναψε τ’ άλλο εντός μου.

Μια μεταβατική στιγμή συγκράτησα όταν μέσα
Στο στήθος μου διακόπηκε και των λυγμών η ανάγκη
Κι υπόκυψα τελειωτικά κι εγώ στη σεξοσάλτσα
Αφού τα υγρά μάς κυβερνούν καθώς μας λεν κι οι Φράγκοι.

Ταυτόχρονα από απέναντι τον είδα να κινείται
Με τη σειρά του ο φίλος μας, ασθμαίνοντας επίσης·
Και μ’ ένα σάλτο βρέθηκε στ’ άλλο πλευρό της αίφνης
Σαν γάτος για να επιδοθεί σε βδελυρές διαχύσεις.

Για τη δική του απολαυή καθένας ενεργούσε
Με ζήλο ανταγωνιστικό στο αιδοίο και στο στήθος
Σαν να την είχαμε στα δυο κομμένη, μα στο τέλος
Πέσαμε στο χαλί κι οι τρεις κουβάρι όπως συνήθως.

Παρτούζα, 1991
(πρώτη δημοσίευση: περ. Σπείρα, τχ. 8, 1981)


311


Δεν μοιάζει ο Τίγρης με τον Μισσισιπή.
Μυρίζει φοινικόκλαρα κι αρχαίο πηλό.
Ύστερα, κάθε νύχτα πέφτουν αστερόφυλλα
απ’ το μεγάλο δέντρο τ’ ουρανού. Ρουκέτες
δεν τα πιάνουν. Στη γλώσσα που μιλώ

δεν είναι μπορετό να πω την φράση «Αμπού-Γράιμπ».
Ούτε κι ο Πρόεδρός μας, λένε, τα
χει καταφέρει.
Κι αυτό το βράδυ ο αέρας θα φέρει
κραυγές και βογγητά σε σκηνές λάιβ,

από τις ταινίες όπου συνάμα βλέπω και πρωταγωνιστώ.
Κάποτε σε ρόλο κεντρικό. Όταν παρουσιαστώ
στην εξεταστική επιτροπή, θα αναφέρω
πως κάνω πράξη όλα τα θρίλλερς που υποφέρω

Ό,τι έβλεπα από πολύ μικρή όταν έμενα μόνη
κι αργότερα με ουίσκυ, χάπια, βότκα με λεμόνι.
Θα αναφέρω επίσης ότι συμπονώ
όσους σέρνω με λουριά και ηλεκτρικά καλώδια.
Θολώνει ο νους μου που δεν γίνονται όπως κι εγώ.
Όταν τους μαστιγώνω, αιμορραγώ.

Όμως εκείνο το παιδί έμοιαζε με μένα.
Έδερνα την Μητέρα του και με κοιτούσε
όπως κοιτάζω, Μάμμυ, την φωτογραφία σου
εδώ στα ξένα.

Πουλιά της νύχτας, 2005