Χρόνης Μπότσογλου (2)*********

Την Αρετή στης πόλης είδα χθες τη μέση,
μαυροντυμένη, σκυθρωπή, γεμάτη θλίψη.
Τι έπαθες, ρώτησα. Κι εκείνη μου είπε: στέκουν
η Τόλμη, η Γνώση, η Φρονιμάδα στις γωνίες,
η Άγνοια κυβερνά κι η Μέθη κι η Δειλία.

Πηγή:
Ο τρομερός τον νου μου ο έρωτας τυφλώνει, 2012

Εικονογράφηση:
Χρόνης Μπότσογλου

Σωτήρης Σόρογκας 1

***

Χυμένη πίσσα· είναι το αίμα
κάποιας τελετουργίας σκοτεινής·
βαρέλια έσφαξαν τη νύχτα οι εργολάβοι
στα θέμελα της μαύρης εποχής.

Η θάλασσα ουκ έστιν έτι·
πάνω στο πτώμα της φυτρώνουν νάυλον σπυριά.
Με θλίψη αναλογίζομαι που έλειψαν για πάντα
οι άγιοι κ’ οι ληστές απ’ τα βουνά.

Το σιδερένιο γένος είναι τώρα στην ακμή του.
Οι δολοφόνοι είν’ απ’ όλους σεβαστοί.
Κερνά ο διάβολος τη δίψα κι απ’ τ’ ασκί του
πίνουνε προλετάριοι κι αστοί.

Πηγή:
Ποιήματα κεντήματα στο δέρμα του διαβόλου, 1998

Εικονογράφηση:
Σωτήρης Σόρογκας

Αλίκη Παππά, Bear swarm, 2010

***

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς βραστός με αραιό χαρμάνι.
Χιόνισε ζάχαρη Ζαχάρω και Σοχό
μα στο Ντομπρίνοβο του Σκουρογιάννη
(Ντουμπρίνοβο το λεν οι χωριανοί
κι ας γράφουν οι ταμπέλες Ηλιοχώρι)

αρκούδες άυπνες αλλάζανε πλευρό
και δέρνονταν τα φίδια στο Ζαγόρι.
Νύσταξε κι η αρκούδα του Χατζή
μα πώς να κοιμηθεί με πανωφόρι

αφού τη γούνα της να βγάλει δεν μπορεί
κι ας λιώνει από τη ζέστη η καημένη
γραμμένο της στο Γράμμο να καεί
κι όχι στα γουναράδικα γδαρμένη.

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς πικρός σε πλαστικό κουπάκι.
Το ’στρωσε θάνατο στη χώρα του χαμού
ετούτο το μακρύ καλοκαιράκι.

                                                 στη Ζυράννα Ζατέλη

Πηγή:
Άψινθος, 2012

Εικονογράφηση:
Αλίκη Παππά, Bear swarm, 2010

***

Είμαι μια στάμνα ραγισμένη
έν’ ακυβέρνητο καράβι
που χρόνια τώρα περιμένει
τη μοίρα του να καταλάβει.

Είδα καπνούς θριάμβους ήττες
και το γυμνό σπαθί του μπόγια
είδα κι αλλόκοτους προφήτες
με κούφια φουσκωμένα λόγια.

Aδιάφορα περνάν της γης τα τρένα
κανένα δεν σταμάτησε για μένα.
Μα εγώ με τα παιδιά μαζί του δρόμου
ανάσταση έχω κάνει τ’ όνειρό μου
και μέσ’ από βροχή κι ανεμοζάλη
το φως μου ακολουθώ κι όπου με βγάλει.

Τις νύχτες μελετάν οι γλάροι
των άστρων τις γεωμετρίες
κι εγώ με πήλινο λυχνάρι
για πεθαμένες ψάχνω Τροίες.

Αχ ανθρωπάκια του σωλήνα
ποτέ δεν βγήκατε ταξίδι
εκεί που ζούσε η Μπουμπουλίνα,
Ύδρα Ψαρά και Γαλαξίδι.

Από τα »Κατά Μάρκον»
Δίσκος: Αγάπη είν η ζωή, 1994

Εικονογράφηση:
Γιάννης Γαΐτης (1923-1984)

***

Πού πήγαν οι ώρες πού πήγαν οι μέρες πού πήγαν τα χρόνια
φωτιά στα Χαυτεία καπνιά στην Αιόλου βρωμιά στην Ομόνοια
ουρλιάζουν τριγύρω Φολκσβάγκεν και Φίατ Ρενώ και Τογιότα
σε λίγο νυχτώνει στους άχαρους δρόμους θ’ ανάψουν τα φώτα
κι ανθρώποι μονάχοι στην κόλαση ετούτη θα γίνουν λαμπάδα
πώς τά ’κανες  έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα

Πού πήγες Αφρούλα του ονείρου λουλούδι πού πήγες Ελένη
κρυφές αμαρτίες της άχαρης μέρας το φως δεν ξεπλένει
μονάχα πληβείοι με μάτια θλιμμένα χτυπάνε καρτέλες
στον άθλιο μισθό τους σφιχτά κολλημένοι σαν στρείδια σα βδέλλες
για ένα τριάρι για λίγη βενζίνη για μια φασολάδα
πώς τά ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα

Πού πήγες αγάπη παράδεισε πρώτε πού πήγες ελπίδα
περάσαν οι μέρες περάσαν τα χρόνια κι ακόμα δεν είδα
ατρόμητους άνδρες σοφούς κυβερνήτες μεγάλους αντάρτες
να σπάζουνε πύλες να ρίχνουνε τείχη ν’ αλλάζουν τις στράτες
κι η νύχτα να γίνει χρυσό μεσημέρι κι η μπόρα λιακάδα
πώς τά ’κανες έτσι τα μαύρα παιδιά σου Ελλάδα Ελλάδα

Πηγή:******************************************************************  Δ. Μούτση-Ν. Γκάτσου, Το δρομολόγιο, 1979

Εικονογράφηση: ***********************************************     Σωτήρης Σόρογκας

* * *

1
 
Νυχτώνει μέσα στο κελί,
Νοέμβρης, η μέρα γέρνει κρύα.
της πόρτας η χαραματιά στενή.

Ισχνή διέλευση φωτός – πανωλεθρία,
ελπίδα, μνήμη, υποταγή – σκιές αποτυπώνει
στον τοίχο η αχτίδα ή και σε δάπεδο υγρό.

Ημέρες δύσκολες, Νοέμβρης που νυχτώνει
βαρύ το παρελθόν, βαρύ το σκηνικό.
Ποιός θα σταθεί και ποιο το βάρος που σηκώνει;

Με άπνοια τη νύχτα ή τρικυμία
αβέβαιη χαράζοντας γραμμή
στρεβλή δώσαμε ερμηνεία.

Για ό,τι χάσαμε σκληρή η οφειλή.
    
* * *

2
 
Νύκτιες λάμψεις, τότε και τώρα
ήχος τραχύς, ριπές και σχίσμα.
Απόγευμα Παρασκευής, έξι η ώρα

διάθλαση φωτός μέσα από πρίσμα.
Ασπρόμαυρη, ωστόσο, η Πατησίων
τότε και τώρα, ήχος σκληρός, ζέστη ή κρύο.

Ιούλιος πρόσφατος, Νοέμβρης του ’73, ίδιος καπνός
το ενδιάμεσο πιο σκοτεινό· τόσο νωθρό.
Μα εμείς ακίνητοι εν μέσω ερειπίων

απ’ τα συντρίμμια· της Ταναγραίας τον κορμό
συνθέτουμε, μορφή οριακή, για να φανεί·
τι θα φανεί; τι θα χαθεί;

Πρόσωπο ατελές, ασυνεχές. Εύθραυστο ελληνικό.

* * *

3
 
Απ’ το Νοέμβριο χρόνια 38 ερμητικά
–σήμερα σημαντικά, πριν την κραυγή–
να μας κοιτούν χλευαστικά.

Βαδίσαμε με έπαρση μεθυστική
με βήμα αργό, χωρίς σκοπό
με αγωνία κι ένταση μηδαμινή.

Αλίμονο! Ξεχάσαμε της πορείας τον πλάνο ρυθμό,
τις ψευδαισθήσεις που έφερε ο χρόνος.
Με της ευμάρειας την βολή χτίσαμε στο κενό,

στην ευκολία παραφυλούσε ο πόνος.
Πόσο γλυκιά και βολική ήταν η συνήθεια,
σαν έδιωχνε το βάρος από την ψυχή.

Μα είχαμε φτηνά πουλήσει την σκουριασμένη αλήθεια.

* * *

4
 
Έτσι λοιπόν χωρίς ντροπή
ανερυθρίαστοι και πεπεισμένοι
στης πόλης την σαθρή διαδρομή

–με γνώση σύγχρονη κι ωστόσο νοθευμένη–
χαράξαμε καινούργια εκτροπή.
Σαν σε παράσταση, χωρίς ρυθμό, στημένη

με γλώσσα και κείμενο λειψό
ανήμπορο κοινό, σπαρακτικό
κι ένα άψυχο σκηνικό, παρατημένο.

Στην τελευταία, θυμάμαι, πράξη
το τραύλισμα του λόγου επί σκηνής
την συνοδεία της άχρωμης μουσικής.

Την καταρρέουσα της παράστασης δράση.

* * *

5
 
Ακολουθώ της μνήμης το παιχνίδι.
Ό,τι γερνάει, γεννιέται πάλι διαφορετικό
αυθόρμητα με υπομονεύει, με ξεσηκώνει· επιτακτικό.

Ακολουθώ, στηρίζομαι στον ίδιο τοίχο
βλέπω την πόλη μου  –το είδωλό της–  χρόνια μετά
σαν κόκκινο κοράλλι που έζησε στον μύθο

και ανασύρεται σαθρό στα δίχτυα ενός ψαρά.
Ακούω και θυμάμαι τον κάθε ήχο,
της πόλης την ανυπέρβλητη αγωνία.

Κρότοι σποραδικοί, τρομακτικοί. Εικόνες πάλι του ’73.
Δρόμοι παλιοί· περιπλανήσεις μου νυχτερινές,
αδιάβατοι δρόμοι· αναζητήσεις μου σημερινές.

Κι η συντριβή. Μοίρα ή πεπρωμένο· του χρόνου οι σταθερές.

* * *

6
 
Δρόμοι της πόλης μου, ήχοι παλιοί
σκόνη, καπνοί, νέες απόλυτες  ιδέες·
πορεία που δηλώνει ανατροπή

χωρίς αντίκρισμα, με ψεύτικες σημαίες.
Σκληρό το απόγευμα, το βράδυ θα φανεί
πώς κάθε πρόταση θα ενσωματωθεί.

Κάθε ιδέα με σταυρώνει
στα μάτια με κοιτάει,
την κοιτάω και με τυφλώνει

απ’ το μανίκι με τραβάει
κι ύστερα σκουριάζει και παλιώνει.
Μια μαύρη τρύπα είναι η ιδέα.

Τα πάντα απορροφάει και τελειώνει.

* * *

7
 
Μένω βουβός και κάνω την αναδρομή.
Θέρος θερμό, η έξαψη σκιάζει –
στέκομαι μόνος κι η κάθε εκτροπή

αθέατη, αισθάνομαι, με πλησιάζει.
Άστυ κλινόν και όρος ειμί
της αγοράς τα όρια

αναζητώ τις αποκρίσεις
της πόλης που ήτανε πηγή
και τώρα ζει το τραύμα και τις αποκλίσεις.

Ιούλιος· μεγάλη εντύπωση φωτός
που συγχωνεύει της πόλης τις γραμμές
και καθιστά τα πάντα ομογενή.

Αθήνα· η πόλη ζει ακροθιγώς
σπανίως βρίσκοντας σημείο ευσταθές
κι ισορροπεί μεσ’ στη βουή την ύστατη στιγμή.

Ιούλιος· ανατροπή. Η πλήξη και η ασυνείδητη αναμονή.

Πρώτη δημοσίευση

Εικονογράφηση:
Ανδρέας Δεβετζής, Οδός Μάρνη, 2012

***

10

Η Ελλάδα ολόκληρη μια κολυμβήθρα.
Απ’ άκρια σ’ άκρια γίνονται βαφτίσια.
Φτάνει και μια μονάχα δαχτυλήθρα,
τα «στραβά» μας να βαπτισθούνε σε «ίσια».

Τα ρούβλια βαπτισθήκαν σε δολλάρια.
Ο Βάρναλης με τ’ όνομα προδότης.
Ο Καζαντζάκης άξιος για λιθάρια
κι ο Σικελιανός ανάξιος πατριώτης.

Ω «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», τί μένει
αβάπτιστο στη γη τη δοξασμένη;

* * *

11

Τώρα όλα στην Ελλάδα έχουν αλλάξει.
Οι ξενοκίνητοι έλειψαν προδότες.
Τα παλιά ρούβλια εγίνηκαν στην πράξη
δολλάρια, για τους γνήσιους πατριώτες.
 
Κι ας σχίζονται, μες στο Πολυτεχνείο,
οι αλήτες, δήθεν για Δημοκρατία,
ενώ συνωμοτούν στο καφενείο
για να φέρουν μια νέα Λαοκρατία.
 
Της «Νέας Ελλήνων Τάξεως» παίδες ίτε,
με το στιλέτο πάντα γρηγορείτε.

* * *

33

Παιδιά του Μετσοβίου Πολυτεχνείου
της λευτεριάς ανοίξατε τη στράτα.
Είστε ο Ιερός Λόχος του Δραγατσανίου,
πού χε κι εκείνος τα δικά σας νιάτα.

Σας φέρνουν οι δειλοί άνθινα στεφάνια
και κροκοδείλια τώρα χύνουν δάκρυα
εκείνοι, που προσμέναν στην αφάνεια
«ευκαιρίες», ζαρωμένοι σε μιαν άκρια.

Των μεγάλων τα όπλα η υποκρισία.
Το δικό σας προνόμιον η θυσία.

* * *

34

Εμείς, φιλήσυχοι νοικοκυραίοι,
τί τη θέλαμε τη Δημοκρατία;
Τί μας έμελλε αν γίναν αρουραίοι
όσοι μάχονταν την Επταετία;

Λιαζόμασταν στην ήλιο του Απριλίου
και καμαρώναμε τις παρελάσεις.
«Εξ αποστάσεως τώρα ενός μιλίου»
πρέπει να περπατάς, για να περάσεις,

όταν οι μακρυμάλληδες ουρλιάζουν
και τη Δημοκρατία τους γιορτάζουν.

* * *

35

Ιδεολόγοι και καταφερτζήδες,
τα βολέψαμε στην Επταετία.
Τώρα όλες του Έθνους οι παλιές ατσίδες
ορκίζονται στη Νέα Δημοκρατία.

Ο Παττακός; Τον άνθρωπον ουκ οίδα.
Κι ο Γεωργαλάς; Ποιος νά ναι τούτος πάλι;
Άγνωστοι κι ο Λαδάς με τον Καρύδα,
πού καταντήσανε σε τέτοιο χάλι.

Η μονέδα πάντα σκορπά ευωδία,
το ίδιο μες σ’ εκκλησιές και καφωδεία.

* * *

52

Πόλεμοι, διχασμοί κι εμφύλια πάθη,
παλιές «Οκταετίες» κι «Επταετίες»,
έπρεπεν ίσως να μας είχαν μάθει
των παθών μας ποιες ήσανε οι αιτίες.

Πατρίδα, σε προδώσαν τα παιδιά σου,
για τα ρούβλια, τις λίρες, τα δολλάρια.
Βάλανε ακόμα στόχο την καρδιά σου,
ρίχνοντάς σου των ξένων τα λιθάρια.

Ένα πόδι προμένουμε, Πατρίδα,
που θα λειώσει την ξένη αυτή ακρίδα.

Πηγή:
Λουκίλιος Γιουβενάλης (= Γιώργος Βαφόπουλος),
Τα Νέα Σατιρικά Γυμνάσματα, 1975

Εικονογράφηση:
Γιάννης Μαρκόπουλος, Ygeia Transmission, 2009

***

Μαρξ, Ένγκελς, Λένιν, Μπέμπελ και Μπουχάριν
τους στρίμωξα στο νου κουκί-κουκί.
Να με, λοιπόν, κατέκτησα την χάριν
να κρίνω με την διαλεκτική.

«Αχώριστος η θεωρία κ’ η πράξη» –
συχνά σκοντάφτω στην εφαρμογή,
μα η κριτική μου πάντοτε είναι εν τάξει,
όλους κι όλα τα ελέγχει, τα εξηγεί.

Τις συγκεντρώσεις των προλεταρίων
απ’ το παράθυρό μου τις κοιτώ
ώς να συγκινηθώ μέχρι δακρύων
και γράφω στίχους πλέον των 100.

Τη σκέψη αφήνω διάφανο μπαλόνι
στον άδειο ν’ ανεμίζεται ουρανό,
να βλέπω την εντύπωση που απλώνει
το χρώμα που αντιφέγγει το κενό.

Τώρα το «Κάπιταλ» του Μαρξ κηρύττω,
μα αποφεύγω την κάθε συμπλοκή
γιατί, ξέρω, θανάσιμα θα πλήττω
αν κάποτε με βάλουν φυλακή.

Πηγή:
Τρακτέρ, 1934

Εικονογράφηση:
Ηλίας Δεκουλάκος, από τη σειρά «Φωτογραφίες 1960-80»

***

Οι γέροι στα λεωφορεία
σηκώνουν όρθια τα παιδιά
− για μεταμόσχευση καρδιά
ψάχνει η Γηραιά Κυρία

Μισεί τα νιάτα η σάπια σάρκα
οι ανάπηροι βυσσοδομούν
φτύνουνε τ’ άνθη, βλαστημούν
τον έρωτα στα πάρκα

Μες στο βυθό του Χειρουργείου
ανάβει ο Μέγας Αχινός
το κλομπ χτυπάει κι ο ουρανός
ανοίγει σαν κρανίο

Λουλούδια τέρατα εφιάλτες
αράχνες μαύροι προβολείς
− στο συρματόπλεγμα η βολή
καρφώνει δρομείς κι άλτες

Χτίζουν τους χτίστες τα ντουβάρια
οι ανεμόμυλοι φυσούν
τον άνεμο, θα καταπιούν
τη θάλασσα τα ψάρια

Ο χρόνος πρήζεται κολλάει
πάνω στους τοίχους, η καρδιά
βγαίνει τη νύχτα απ’ τα κορμιά
και σαν σκυλί αλυχτάει

Τα πέλματα ρόδα ανοιγμένα
οι φλέβες άλυτες θηλιές
σπασμένες ραχοκοκαλιές
σαγόνια γκρεμισμένα

Αίματα και φτερά γεμάτα
βαριά ανεβαίνουν τα κλουβιά
στα ουράνια δώματα – πηδά
λυσσά από κάτω η Γάτα

Σειρήνες γέμισαν οι δρόμοι
φανάρια που αίμα πιτσιλάν
απ’ τα καμιόνια τους πηδάν
γιατροί και νοσοκόμοι

με μάσκες και με δακρυγόνα
μα δε μαζεύεται ο Νεκρός
έγινε θάλασσα ουρανός
κι απλώνει στον αιώνα

Πηγή:
Kρύπτη, 1968

Εικονογράφηση:
Γιάννης Τζώρτζης, Χωρίς τίτλο, 2007

***
Το δείλι σέρνεται κι αλλάζει πάλι δέρμα
μες στις ψυχές μας, απαρνιέται όλα ξανά
τα χρώματά του – κι απομένουμε στεγνά
τοπία χωρίς αρχή και χωρίς τέρμα.

Γρίφοι λυμένοι και ξανά μπλεγμένοι
χτυπιόμαστε όλη μέρα σαν τυφλοί
για μια καλύτερη θεσούλα στο κλουβί
κι όλο βρισκόμαστε σφιχτότερα δεμένοι.

Στα λόγια σπάταλοι, φιλάργυροι όμως στο αίμα
κάναμε χάος το τοσοδά μας το μυαλό
– ο φόβος είναι θερμοκήπιο καλό,
ανθίζει σ’ όλες του τις ποικιλίες το ψέμα.

Ακούς και δεν γνωρίζεις τ’ όνομά σου,
κρυώνει η μοίρα που παλιά σου ’χε δοθεί
– σε ποιές λοιπόν παγίδες έχουμε συρθεί;
Μέγα κακό είναι ν’ αρνηθείς τ’ ανάστημά σου.

Δεν είναι ο κόσμος πείραμα στους τρόμους
του απείρου, όχι, δεν είναι δοκιμή.
Μπορείς να σέρνεσαι μια ολόκληρη ζωή,
υπογραφή δειλή μέσα στους δρόμους ;

Θα ’ναι φριχτό να φύγουμε έτσι, δίχως
μια πίστη, έναν αγώνα, μια κραυγή
– άνθρωποι που πεθάναν δίχως μια αμυχή,
άνθρωποι που “διελύθησαν ησύχως . . . ”

Πηγή:
Ομίχλη του μεσημεριού, 1959

Εικονογράφηση:
Βαγγέλης Γκόκας, Χωρίς τίτλο, 2007

***

Κάτοχος, φυσικά, και ξένης γλώσσης,
είκοσι χρόνων, με λεπτή κορμοστασιά,
μήνες και μήνες τρέχει για δουλειά.
“— Δυστυχώς, δεν εδόθησαν πιστώσεις . . .”

Πρόσωπα αγαπημένα, πρόσωπα χλωμά
−περηφάνιας γραμμές, μ’ όλη την άλλη
δυστυχία σας στραμμένη από την άλλη−
μην κλαίτε. Αύριο ξανά, αύριο ξανά . . .

Σκάλες, ουρές, ουρές λογής λογής,
χαρτιά κι αιτήσεις πάνω στις αιτήσεις.
Και να ’χεις τόσα, τόσα ν’ αγαπήσεις,
είκοσι χρόνων, “στο άνθος της ζωής” . . .

Πηγή:
Ορθοστασία, 1957

Εικονογράφηση:
Μιχάλης Μανουσάκης, Χωρίς τίτλο, 2008 (;)

.
Στάχτη στα πόδια, στάχτη στα μαλλιά
και της Ραχήλ αντιλαλούν οι θρήνοι
Μαύρες χλαμύδες φόρεσαν οι κρίνοι
κι ατέλειωτα ανεβαίνουμε σκαλιά.

Μας δολοφόνησαν τις Εποχές
και τις κρεμάσαν σ’ ένα κυπαρίσσι.
Τη θλίψη μας ποιος θα την ιστορήσει,
πού να γυρνούν οι πρώτες μας ιαχές;

Στον ύπνο μας φωλιάζει ολονυχτίς
αλλάζοντας μορφές ο μανδραγόρας.
Κι από τα χέρια φεύγουν της Πανδώρας
τα στυγερά λεπίδια της οργής.

Στις φλέβες στάχτη, στάχτη στα μαλλιά
κι η ώρα της απόφασης σιμώνει.
Ερωτηματικό σκληρό μας ζώνει
που όσο πάει γίνεται θηλιά.

Περιοδικό «Ο αιώνας μας», τχ. 5, 1949 ( Ποίηση, 1977)

.

Είπαν ψωμί και λευτεριά, είπαν παιδεία
Μάκρυναν λίγο τα μαλλιά με συστολή
Τους βρήκε ο Φοίνικας κι από την εφηβεία
Τους πήρε απότομα, τους φόρεσε στολή
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Αλλά δεν έμοιαζε σκιά, μήτε γιορτή
Ήταν αδιάκοπη στην έρημο πομπή
Κι ήταν ασπρόμαυρη στην πόλη τους ταινία

Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν

Γήπεδα γέμιζαν και γέμιζαν πλατείες
Στου αμφιθέατρου την ξύλινη βουή
Αγώνες, χρόνια της αιχμής και αγωνίες
Γι’ αυτό που βάφτιζαν καλύτερη ζωή
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Κι ας ήταν φάρσα που μετρούσε ποσοστά
Καθώς περνούσαν απ’ το μέλλον τους ξυστά
Να νοσταλγούν την κατοχή, την εξορία

Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν

Και τότε βρήκαν ανοιχτή την ευκαιρία
Και την κυνήγησαν γιατί να της κρυφτούν;
Αν τ’ ομολόγησαν, ουκ έστιν αμαρτία
Φτηνά τα λόγια, μ’ ευκολία θα τους βγουν
Βρήκαν στον δρόμο τους μπροστά την Ιστορία
Έχτιζαν σπίτια και μεγάλωναν παιδιά
Ήταν που πέρναγε απ’ τις φλέβες στην καρδιά
Κείνο το πρόσταγμα, να ζεις μ’ ευημερία

Έπειτα άλλαξαν τα χρόνια, μα εκείνοι χώρεσαν
Σαν καινούργια παντελόνια τον καιρό τους φόρεσαν

Κι όσο τους έπλαθε η κάθε δεκαετία
Όπως το χέρι του τεχνίτη τον πηλό
Δεν πήραν πρέφα πως η τρίτη ηλικία
Τους είχε ήδη ροκανίσει το μυαλό
Για πάντα νέοι κι αν προσπάθησαν να μείνουν
H Ιστορία δεν μπορούσε να σταθεί
Βαθιές ρυτίδες, μα το τραύμα πιο βαθύ
Στο τέλος τίποτα δεν μπόρεσαν να γίνουν

Στα μέσα σύνορα, 2011

.

Κλέφτες, τσακάλια, λωποδύτες,
προέδροι, σύμβουλοι, αγιογδύτες.

Μικροί υπουργίσκοι, ιδιαιτέρες,
πανούκλα, μούργα και εταίρες.

Γραμματικοί και ποιητάδες,
κατουροκάνατα, χουρμάδες.

Ανθρωπογλείφτες και κλανιόλες,
υπαλληλίσκοι και ξεκώλες.

Κομματικοί, ειδησεογράφοι,
οι χατζηαβάτες και οι τάφοι.

Ακαδημία και δασκάλοι,
μολυβοσπρώχτες μα και κάλοι!

Ελλάδα όμορφη και νέα
δεν είν’ στον κόσμο πιο ωραία . . .

Πλανόδιον, τχ. 49, Δεκέμβριος 2010

.

Ένιωσα πάνω στ’ ακροδάχτυλα την πέτρα
Και μου ψιθύρισε στ’ αυτί: Έλα και μέτρα
Πώς λαξευτήκαμε κι οι δυο με τον καιρό
Στην όχθη σώματα, ξερά, των επιζώντων
Των γυναικών αλαλαγμοί και των γερόντων
Να ξεπλυθώ, να ξεδιψάσω δεν μπορώ

Σκόνη, φωνές, Ιρακινοί κι Αμερικάνοι
Βεβηλωμένη ιστορία. Δεν σου φτάνει
Για να μετρήσεις κατακτήσεις, κατοχή
Περιπολούν οι στρατιώτες τυμβωρύχοι
Μάχες, φαντάσματα κοιτούν από τα τείχη
Με τη ματιά τους την πανάρχαια λοξή

Πάνω στο δέρμα του φιδιού μαύρο σκαθάρι
Ήλιος κανείς ή ουρανός ν’ αποκαθάρει
Αυτό που τείνουμε να λέμε παρελθόν
Και με τα νύχια μου βαθιά την άμμο σκάβω
Και του θανάτου τ’ αναθήματα ξεθάβω
Ψιλά κτερίσματα νεκρών πολιτισμών

Ένιωσα πάνω στ’ ακροδάχτυλα τον χρόνο
Εκείνον που ζησα κι ακόμα τον στοιχειώνω
Εδώ, στην έρημο, κι εκεί, στα σκοτεινά
Κυλάει βαρύθυμος ο Τίγρης της Βαγδάτης
Σαν τη διάμετρο στον κύκλο της Εκάτης
Υπάρχουν όλα, μα δεν είναι αληθινά

Στα μέσα σύνορα, 2011

.

Πάντα κάτι μένει για να πεις
Κάτι που είναι μόνο για τους άλλους
Να φιλήσεις πόδια ώς τους αστραγάλους
Στους αλήτες να ’σαι συνεπής

Τότε θα ’σαι μες στην αγορά
Ένας σεβαστός αρχιερέας
Σε βιτρίνα θα ’σαι σπάνιος αμφορέας
Δίπλα σ’ αντικείμενα ιερά

Θα γραφτείς για πάντα στα χαρτιά
Με τ’ αποτυπώματα χεριών σου
Στην ασπρόμαυρη φωτό το πρόσωπό σου
Θα ’ναι σαν τοπίο στη φωτιά

Χρόνια όσα έχεις σιχαθεί
Θα τους δίνεις το αίμα της καρδιάς σου
Για να πάρεις τίτλους τα παράσημά σου
Κι η ζωή σου να εξιλεωθεί

Πάντα κάτι μένει για να βρεις
Κάτι ο καθείς θα συμπληρώνει
Θ’ αγοράζει άλλος κι άλλος θα πληρώνει
Τη διαφορά θα εκλιπαρείς

Θα συρθείς. Θα θέλεις να σωθείς.
Το όνομά σου θα ’ναι πια για γέλια
Και θα βλέπεις την καρδιά σου στα τσιγκέλια
Θα παρακαλάς μην τρελαθείς

δίσκος: Πάντα κάτι μένει, 2008

.

Από τον ύπνο του έδυσε τ’ αστέρι,
και τ’ όνειρό του έχει αμετάκλητα κριθεί.
Α! Δεν έχει πια τίποτα να φοβηθεί
κανείς σ’ αυτά τα μέρη.

Κατά βάθος ασφαλώς το ξέρει:
Το κόμμα κρέμεται από μια κλωστή.
Η ψήφος του όμως έμεινε πιστή
κι αυτή η ψήφος θα το φέρει

αύριο και πάλι τιμημένο στη Βουλή.
Η πάλη για το μέλλον, φίλε, είναι επιστήμη
κι αν είναι εμπόδιο η μνήμη, κάνουμε και δίχως μνήμη.

Βάλε το λοιπόν μακρύ μανίκι, κρύψε την ουλή
και πάψε το τροπάρι με την εξορία.
Απόψε πρόταση μομφής: Προβλέπεται ολονυχτία. . .

Σημειώσεις, τχ. 42, Δεκέμβριος 1993

.

υποτροπή, 1993

Λέγε με ήλιο του Σεπτέμβρη
λέγε με ψέμα της αυγής
το ψέμα που ψαχνες να βρεις
κι ήρθε η κόψη του να σ’ έβρει

Κι ήταν η κόψη ενός ονείρου
από τα χρόνια τα παλιά
που οι κήποι ανάβανε πουλιά
κι η ποίηση μνήμες παπύρων

Γιατί όσα φύγαν δεν εφύγαν
κι όπου γυρίσεις θα με βρεις
— λέγε με ψέμα της αυγής
και θα σε πω χλωρή πατρίδα

Λέγε με ήλιο του Σεπτέμβρη
κι άσ’ το κερί μας να καεί
— όσο το ψέμα μας ανθεί
λέγε με ήλιο του Σεπτέμβρη

Σημειώσεις, τχ. 42, Δεκέμβριος 1993

 

.

Πατρίδα έχω τα βουνά, τις λίμνες και τ’ αγκάθια,
τα βοσκοτόπια τα χλοερά κι όλα τα κατακάθια.

*

Πατρίδα μου η Πάρνηθα που κάρβουνο έχει γίνει,
πατρίδα μου ο ανεύθυνος που δεν σηκώνει ευθύνη.

*

Πατρίδα μου είναι οι θάλασσες κι όλα τα ξερονήσια
που επιτελούνται τουρισμός και ξέφρενα γαμήσια.

*

Πατρίδα μου είναι ο Εφραίμ, οι βίλες και οι πισίνες.
Η Κλυταιμνήστρα που έγινε φόνισσα στις Μυκήνες.

*

Πατρίδα μου είναι οι υπουργοί, η Ζήμενς κι ο Τσουκάτος,
της Βιστωνίδας το νερό, οι όχθες και ο πάτος.

*

Πατρίδα μου το Ψυχικό, που όποιος το περπατήσει
θα νιώσει πως ανήκουμε αληθινά στη Δύση.

*

Πατρίδα μου η Αχαρνών και η πλάζα Κουμουνδούρου.
Κάθε γωνιά κι ένας καημός και το άρωμα του. . . ούρου.

*

Πατρίδα μου τα Ζωνιανά κι ο κουμπουροκουμπάρος
που στάζει από λεβεντιά και τον φοβάται ο Χάρος.

*

Πατρίδα μου το μακιγιάζ των πάντων κι όπως λάχει,
και ο Λεωνίδας στα στενά που έπεσε στη μάχη.

*

Πατρίδα μου η Ολυμπιακή που με φτερά σπασμένα
την παν για παρθενορραφή να πουληθεί. . . παρθένα.

*

Πατρίδα μου οι λιπαρές κοιλάρες των Ελλήνων,
τα τέσσερα επί τέσσερα και η δόξα των κρετίνων.

*

Πατρίδα μου τα διόδια και η κόκα που ρουφάμε.
Θρησκεία, πάστρα, πουτανιά: ωραία δεν περνάμε;

*

Πατρίδα μου έχω τη σιωπή και το δωμάτιό μου,
τον θρήνο της γειτόνισσας μες στον φωταγωγό μου.

*

Πατρίδα έχω μια στιγμή του ξύπνιου και του ονείρου
και ψάχνω στο τηλέφωνο τα εγγόνια του Ομήρου.

Ελευθεροτυπία, 11.10.2008

.

Δ η μ ώ δ ε ς

Ποιος είδε πλούσιον σεβνταλή, ποι0ς κρεπερί με ουζάκια
ποιος είδε σε δεξίωση τζέπωμα πανακότας
να δει και τον υπάλληλο να κόβγουν τα μιστά του!

Κατηγορούνε τον λουφέ, γκουβέρνα επιτιμούνε
και παραβλέπουν νομικούς, Οργανισμούς που στήνουν
παράλογους, παράταιρους, τίγκα στους νοματαίους.

Τώρα θε νά ρθει ρέμπελο και γεμιτζήδων φάραις
να βάζουν τα πετρέλαια στα μαύρα χαλκοπούλια
και νά χουν τσιγαρόβηχα εννιάχρονα γυφτσέλια.

Αντί να δίνουν φιπϊά, θα δίνουν για λαθραία
ντονακαράν και λάμπερτζακ, τα ντόκστεπς στα καλάθια
πίσω από τους Γκανέζηδες, με τσάντες των Κινέζων.

Κοντραμπατζήδες ήμασθεν ότε οι θρασείς ναπαίοι
κωλετικοί τραμπάκουλες και ο Μαυρογορδάτος
φέρανε δάνειο σαν τσιβί και σαν ξεδοντιασμένο.

Πάλι θε να ορμήσωμεν σε λαθρεμπόρου μοίρα
ευτύς να δυστυχήσωσι τελώναι τμηματάρχαι
και της Αβρούπας μπιστικοί, θα χάφτωσιν τας μύγας.

Στο τέλος θα μπατάρωμεν και θα μπατιρευθώμεν
εύμορφα πάντως κλέπτοντες αντίδωρον γερόντων
καθότι ακμήν του Δουνουτού, ο μπατακτσής προσμένει.

petefris.blogspot.com, 30.4.2010