Baudouin Colignon,Το φτερούγισμα,2013

***

Στον κύριο Mário de Sá-Carneiro

Πριν τ’ όπιο η ψυχή μου υποφέρει.
Τη ζωή να νιώθεις τι ανημπόρια
και τώρα στ’ όπιο ζητάω παρηγόρια
όνειρα Ανατολής για να μου φέρει.

Η ναυτική ζωή θα με σκοτώσει.
Ο πυρετός πυρώνει το μυαλό
κι όσο κι αν ψάχνω για να λυτρωθώ
τη σωτηρία δεν μπορεί να μου τη δώσει.

Μες στο παράδοξο, την αστρική αγνωσία
ζω στου χρυσού τα κρόσσια τη ζωή μου,
κύμα όπου η άβυσσος είναι η τιμή μου
κι οι ηδονές της αρρώστιας μου η ουσία.

Καταστροφές που ο νους σου δεν τις βάνει,
τιμόνια ψεύτικα που γύρω μου γυρίζουν,
οράματα κρεμάλες ν’ ανεμίζουν
σε κήπους με ανθούς δίχως κοτσάνι.

Βαδίζω κουρασμένος δύσκολη ζωή
όλο δαντέλα και βερνίκια η ψυχή μου.
Νομίζω πως στο σπίτι έχω δική μου
τη μάχαιρα που καρατόμησε τον Βαπτιστή.

Για του προγόνου το έγκλημα σ’ αποσκευή κλεισμένος
ένοχος αισθητικής εκτίω την ποινή.
Τα νεύρα μου δεμένα είκοσι μαζί,
στο όπιο κυλίστηκα απελπισμένος.

Σαν η μορφίνη μ’ αγγίζει υπνωτισμένη
χάνομαι σε αιθέριους παλμούς
και σε μια νύχτα όλο ιριδισμούς
το φεγγάρι συναντάει την ειμαρμένη.

Ήμουνα πάντα ο τελευταίος μαθητής,
κοιτάζω τώρα το καράβι όλο βιάση
το κανάλι του Σουέζ για να περάσει
με τη ζωή μου αμφορέα της αυγής.

Έχασα ανώφελα την κάθε μέρα
Δούλεψα κι είμαι μόνο κουρασμένος
κι ο λαιμός μου σήμερα είναι σφιγμένος
από ’να χέρι που όλα τα διώχνει πέρα.

Παιδί ήμουν κι εγώ όπως όλοι σας μια μέρα.
Γεννήθηκα σε πορτογαλική επαρχία
γνωρίζω πολύ κόσμο απ’ την Αγγλία
που με περνούν για Άγγλο πέρα ως πέρα.

Ποιήματα και νουβέλες στο Παρίσι
στον Plon και στον Mercure θα επιθυμούσα,
κι άλλη από τούτη τη ζωή θα λαχταρούσα.
Θύελλες να ’χε το ταξίδι είχα ελπίσει!

Η ζωή στο πλοίο είναι θλιμμένη
αν και συχνά ο κόσμος διασκεδάζει.
Μιλώ με Άγγλους, Γερμανούς, λίγο με νοιάζει
αλλά η θλίψη της ζωής μου επιμένει.

Τον κόπο δεν αξίζει να ’χεις δει
Ανατολή, Ινδία, Κίνα και Περού.
Η γη είναι μικρή κι ίδια παντού
κι η ζωή καμιά δεν έχει εναλλαγή.

Γι’ αυτό για φάρμακο όπιο παίρνω.
Είμαι εδώ κλινήρης της Στιγμής.
Ζω στο ισόγειο της λογικής
και μαζί μου μόνο πλήξη σέρνω.

Καπνίζω. Κούραση πολλή. Γη
στην Ανατολή κι όχι στη Δύση!
Τι πήγα στις Ινδίες, τι ’χα ελπίσει;
Αν οι Ινδίες είναι μόνο στην ψυχή!

Πρωτότοκος κι άτυχος είμαι τόσο!
Την τύχη μου τσιγγάνοι κλέψαν.
Κι ούτε στο θάνατο προβλέψαν
ένα μέρος απ’ το κρύο να γλιτώσω.

Μηχανικός σπούδασα στη Σκοτία.
Όλη απ’ άκρη σ’ άκρη γύρισα την Ιρλανδία.
Η καρδιά μου σαν γριά κυρία
ζητάει ελεημοσύνη μπρος στην Ευθυμία.

Όχι στο Πορτ-Σάιντ μη σταματάς, καράβι της φωτιάς!
Στρίψε δεξιά, σ’ ισημερία άλλη πέρα.
Στο smoking room με τον κόμη όλη μέρα,
Γάλλο escroc, κόμη της συμφοράς.

Γυρίζω στην Ευρώπη για να γενώ μοιραία
ποιητής υπνοβάτης απλώς.
Είμαι μοναρχικός κι όχι καθολικός
πράγματα θα ’θελα να ’μουν σπουδαία.

Θα ’θελα να ’χα πεποιθήσεις και λεφτά,
άνθρωποι να ’μουν ασήμαντοι που ’δα εδώ.
Σήμερα τελικά άλλο δεν είμαι εγώ
παρά ένας ταξιδιώτης μοναχά.

Προσωπικότητα δεν έχω καμία.
Ο καμαρότος είναι από με πιο ευπρεπής
στους τρόπους του καθ’ όλα ευγενής
σαν Σκοτσέζος laird μέρες σε νηστεία.

Πουθενά να σταθώ δεν μπορώ. Για με είναι πατρίδα
όπου δεν είμαι. Αδύναμος είμαι και ασθενής.
Κι ο καπετάνιος γέρος χωρατατζής.
Με τη Σουηδέζα μ’ είδε… δεν έχω ελπίδα.

Μια μέρα σκάνδαλο εδώ θα κάνω,
για να μιλήσουνε για μένα οι άλλοι.
Νιώθω το θυμό να με τυφλώνει πάλι
κι απ’ τη ζωή αυτή πάω να πεθάνω.

Όλη τη μέρα πίνω και καπνίζω ουσίες
αμερικάνικα ναρκωτικά που σε κοιμίζουν.
Ανάγκη εγώ δεν έχω για να με ζαλίζουν!
Αλλάξτε μου εγκέφαλο για νεύρα έχω ορτανσίες.

Γράφω στίχους. Αδύνατο μου φαίνεται εμένα
ταλέντο να ’χω. Δεν με νοιάζει μία!
Τούτη η ζωή είναι μια αγροικία
για τις ευαίσθητες ψυχές μέλλον κανένα.

Οι Εγγλέζοι για να υπάρχουν είναι πλασμένοι.
Απόλυτα ταιριάζουν με την Ηρεμία.
Ρίχνεις κάποιο κέρμα στη γωνία
κι όλο χαμόγελα ένας τους έξω βγαίνει.

Στων Πορτογάλων το γένος ανήκω εγώ
που αφού ανακαλύψαν την Ινδία
μείνανε δίχως δουλειά καμία.
Πολλές φορές το ’χω σκεφτεί. Το μνήμα είν’ εδώ.

Στο διάβολο η ζωή κι ο κόσμος που τη θέλει!
Στο προσκεφάλι μένει άκοπο το βιβλίο.
Η Ανατολή είναι ένα αδειανό δοχείο
που το κυλάς παντού κι ούτε σε μέλει.

Στ’ όπιο κατρακύλησα. Να θέλετε από μένα
ζωή μ’ ωράρια και τάξη απ’ αυτές
μην το ζητάτε τίμιες ψυχές
που τρώτε και κοιμάστε νοικοκυρεμένα.

Στο διάβολο να πάτε! Σας ζηλεύω.
Τα νεύρα τούτα είν’ ο θάνατός μου.
Κανένα πλοίο δεν υπάρχει εμπρός μου
να με πάει όσο μακριά γυρεύω!

Στο τέλος όλα θα ’τανε πάλι το ίδιο πράγμα.
Θα ’θελα άλλο όπιο να πιω για να ξεφύγω
άλλα όνειρα που αντί σ’ αυτά να καταφύγω
θα μ’ έριχναν σε κάποιο άθλιο μάγμα.

Τι άλλο από πυρετός να ’ναι αυτό που νιώθω!
Πυρετός όλο και πιο πολύς.
Η αλήθεια είναι πως είμαι ασθενής.
Φίλοι μου άλλο δεν έχω πόθο.

Νύχτωσε κιόλας. Χτύπησε το καμπανάκι
έτοιμοι για το δείπνο πάμε όλοι.
Κοινωνική ζωή όπως στην πόλη
ένας μετά τον άλλο πιασμένοι απ’ το χεράκι.

Όλα θα ’χουν τέλος άσχημο θα δεις
(άκου!) αίμα και περίστροφο θα βγει.
Απ’ την ανησυχία αυτή που με ταλαιπωρεί
τρόπος δεν υπάρχει να σωθείς.

Όποιος με βλέπει σαν τους άλλους με νομίζει
εμένα, τη ζωή μου… Κοίτα έναν νεαρό…
Το ματογυάλι μου με κάνει να περνώ
για κάποιον που απ’ το πλήθος δεν χωρίζει.

Α πόσοι σαν εμένα θα ’ναι τώρα
στα πλοία με ψυχή το ίδιο μυστική!
Πόσοι ντυμένοι μ’ αυστηρή περιβολή
τη φρίκη της ζωής κρύβουν αυτή την ώρα;

Ενδιαφέρων όσο και εντός μου
ας ήμουνα τουλάχιστον κι απ’ έξω!
Πηγαίνω στο Μαέλστρομ κι όσο αντέξω.
Δεν κάνω τίποτα, αυτός είν’ ο χαμός μου.

Άχρηστος είμαι. Μα είναι ωραίο άχρηστος να ’σαι!
Αχ να μπορούσες τους άλλους να περιφρονείς
ακόμη και μ’ αγκώνες πληγωμένους να γενείς
όμορφος, ήρωας, τρελός, καταραμένος, να ’σαι.

Τα χέρια μου θέλω στο στόμα να βάλω
να τα δαγκώσω με λύσσα και κακία.
Θα ήταν μια ενέργεια όλο πρωτοτυπία
και θα διασκέδαζαν οι λογικοί, το δίχως άλλο.

Το παράλογο σαν άνθος τάχα μ’ ινδικό
που δεν το βρήκα στην Ινδία ανθίζει
στο μυαλό μου που η κούραση αναβλύζει.
Τη ζωή Θεέ μου ν’ αλλάξεις ή ένα τέλος δώσε εδώ…

Στην καρέκλα αφήστε με στην ησυχία μου,
ώσπου να με βάλετε στο μνήμα βαθιά.
Είμαι μανδαρίνος εγώ από γενιά,
μα μου λείπουν το τσάι, η ψάθα κι η ηρεμία μου.

Α τι ωραία στον τάφο να γλιστρήσω με ορμή
Σαν σε καταπακτή μέσα να πέσω εδώ!
Η ζωή μυρίζει σαν τον ξανθό καπνό.
Άλλο δεν έκανα απ’ το να καπνίζω τη ζωή.

Αυτό που θέλω είναι πίστη, ηρεμία στη ζωή μου
αισθήσεις μπερδεμένες όχι άλλο.
Θεέ μου, βοήθεια, τέλος δώσε δίχως άλλο!
Όχι άλλες κωμωδίες στην ψυχή  μου!

Πηγή:
Άλβαρο ντε Κάμπος, Θαλασσινή ωδή και άλλα ποιήματα, 2008

Εικονογράφηση:
Baudouin Colignon, Το φτερούγισμα, 2013

Advertisements

Χρήστος Μποκόρος, Της μνήμης, 1998

***

Το φως του δρόμου μόνη συντροφιά
μαχαίρι αμφίστομο κάποτε στομώνει.
Γεράσιμε Γεράσιμε πώς μείναμε μόνοι
και τα κεφάλια μας πνίγει η συννεφιά;

Πουλιά-καράβια ξένη προκοπή
μήτε ο ουρανός μήτε ο γιαλός μάς θέλει
σημαία μαύρη κουρέλι απ’ τα βέλη
του μάταιου κόσμου η συγκοπή.

Τί εικόνα τί πέλαο τί δρυμός!
Βουΐζουν όλα στον κόσμο επάνω
πεδίο βολής το λιγόκαιρο πλάνο
ατάλαντος ζωής λογαριασμός.

Αλλά εάν του θανάτου το στόμα πικρό
νέο δεν είναι τα ξέρεις μη φρίττεις
εδώ το πρόβλημα: κανενός πολίτης
καμιάς πηγής δεν ήπιαμε νερό.

Πηγή:
Ιδιωτικό νεκροταφείο, 1975

Εικονογράφηση:
Χρήστος Μποκόρος, Της μνήμης, 1998

Άγγελος Σπάρταλης_Νίκη της Σαμοθράκης_2012

***

Το ακέφαλο άγαλμα, στημένο
στη μέση της αίθουσας κοιτάζω.
Απ’ τα πόδια ώς το λαιμό, σπουδάζω
τις λεπτομέρειες: το λυγισμένο

κάπως γόνατο, το τεντωμένο
χέρι, τους μυς του στήθους. Αλλάζω
θέση κι απόσταση. Θαυμάζω
στο σύνολο το σώμα. Και προσμένω

από τη μια στιγμή ώς την άλλη
(της φαντασίας η δύναμη μεγάλη
όταν σε τούτο η τέχνη βοηθεί),

ασύγκριτα προσθέτοντας κάλλη,
στη θέση, απ’ όπου λείπει, να φανεί
υπέροχο, απολλώνειο, το κεφάλι.

Πηγή:
Σονέττα, 1953

Εικονογράφηση:
Άγγελος Σπάρταλης,  Νίκη της Σαμοθράκης, 2012

 

Νίκος Χουλιαράς, Ο ζωγράφος που φεύγει, 1980

***

Παγετός την νύχτα και νωρίς το πρωί κι η στάχτη, ά
η στάχτινη μνήμη, υγρή μόνωση, ξεφτισμένος τοίχος.
Έρχονται καταιγίδες. Αλλά θάνατος δεν είναι η σταχτιά
απόγνωση των χαμένων. Είναι ο φιδίσιος ήχος

που σέρνεται χαράζοντας τα σπλάγχνα και δαγκώνει.
Ότι η ιστορία είναι η μόνη αστροφεγγιά.
Κορμάκια τσακιστήκανε στου τίποτα το αμόνι,
όμως η αγάπη τους δεν ξεψυχά σε τούτη την φυρονεριά.

Του πόνου Δάσκαλε, άπλωσε το χέρι σου το ανδρείο
κι απ’ την σιωπή σου θαλερή, στείλε τους βόμβους του φωτός
γιατί δεν κατοικεί ο θάνατος ούτε στον πόνο ούτε στο κρύο,
αλλά στην ερημιά, έξω απ’ την θύρα του παντός.

Πηγή:
Κρούσμα, 2011

Εικονογράφηση:
Νίκος Χουλιάρας, Ο ζωγράφος που φεύγει, 1980

Κατερίνα Κατμάδα, Χαρακτικό, 2012

***

Ένα πολύχρωμο πουλί στους λόφους της Τοσκάνης
με ρώσικους κελαηδισμούς και χρώματα του δάσους
γράφει την απουσία μου κι είναι ο κρυμμένος άσσος
που σου κρατούσα, θάνατε, τώρα που ‘χεις  πεθάνει.

Θα βρέχει· γκρίζος ουρανός, μια κόκκινη βροχή
γεμάτη λάσπη από χωριά χαμένα στην αντάρα.
Θα πέφτουνε σταλαγματιές αίμα από την Σαχάρα
μιας ζωής στο ξερίζωμα και στην απαντοχή.

Τις γκρίζες καπαρντίνες σας τις ξέρω απ’ την καλή.
Με το φτερό του αστραφτερό, τις σκέπασε ο άγγελός μου.
Λευχείμων κι ήσυχα παρών και μ’ ένα δάκρυ σαν γυαλί
μέσα να βρίσκω το νερό, να πνίγω τ’ όφελός μου.

Ώ της Τοσκάνης γήλοφοι, τύμβοι της ξενιτιάς μου,
ψιχάλα το χορτάρι σας και στην πατρίδα χιόνι.
Ένα πουλί πολύχρωμο, απ’ το μέλλον χελιδόνι
κι από τα ολόχρυσα μαλλιά της αγαπητικιάς μου.

Πηγή:
Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι, 2008

Εικονογράφηση:
Κατερίνα Κατμάδα, Χαρακτικό, 2012

Αχιλλέας Χρηστίδης, 2010

***

Πολύφυτο, βαθύτοπο, στης σιγανής λαμπάδας
–καθώς αρχίζει μάχη σκιών στην βραδυνή θαμπάδα–
στο λαδικό το φως, στο ρείθρο της ψυχής
χωριό, πλατειά φυλλώθηκες, να με δεχθείς.

Πηλόχτιστο έχω το κορμί κι ένα σακκούλι χώμα –
μ’ όλα τα σύμφωνα μιας γλώσσας άγνωστης– καρδιά.
Ένα σταφύλι χώμα κι από φως μια καρυδιά
Στον πόνο ψήνονται. Ψυχή και σώμα.

Κι ο θάνατος ακόμα.

Πηγή:
Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι, 2008

Εικονογράφηση:
Αχιλλέας Χρηστίδης, 2010

Αλίκη Παππά, Bear swarm, 2010

***

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς βραστός με αραιό χαρμάνι.
Χιόνισε ζάχαρη Ζαχάρω και Σοχό
μα στο Ντομπρίνοβο του Σκουρογιάννη
(Ντουμπρίνοβο το λεν οι χωριανοί
κι ας γράφουν οι ταμπέλες Ηλιοχώρι)

αρκούδες άυπνες αλλάζανε πλευρό
και δέρνονταν τα φίδια στο Ζαγόρι.
Νύσταξε κι η αρκούδα του Χατζή
μα πώς να κοιμηθεί με πανωφόρι

αφού τη γούνα της να βγάλει δεν μπορεί
κι ας λιώνει από τη ζέστη η καημένη
γραμμένο της στο Γράμμο να καεί
κι όχι στα γουναράδικα γδαρμένη.

Λίγος χειμώνας πέρσι και γλυκός·
γλυκύς πικρός σε πλαστικό κουπάκι.
Το ’στρωσε θάνατο στη χώρα του χαμού
ετούτο το μακρύ καλοκαιράκι.

                                                 στη Ζυράννα Ζατέλη

Πηγή:
Άψινθος, 2012

Εικονογράφηση:
Αλίκη Παππά, Bear swarm, 2010

Χρόνης Μπότσογλου

***
ΣΩΜΑ

Σώμα χαμένο σ’ άλλα χρόνια,
σε σκάλες, σάλες και σε αυλές
παλιών σπιτιών, και σε μπαλκόνια.

Σε σπίτια κατεδαφισμένα,
σ’ άλλων καιρών ακρογιαλές,
και σε καράβια διαλυμένα.

Σε πόλεις που έχουν τόσο αλλάξει,
σα να ‘ταν σχέδια κεντημένα αχνά,
σ’ άλλων καιρών παλιό μετάξι.

Πόσα φαντάσματα χαμένα
θα πρέπει να επικαλεστώ,
για να σε βρω, κορμί ζεστό,

μες στην παλιά τη νύχτα, Εσένα.

*

ΣΩΜΑ ΤΗΣ ΜΕΡΑΣ

Της μέρας σώμα, σαν γυναίκας,
σε βλέπω και σ’ αγγίζω αργά:
Μαλλιά και μάτια, η ώρα δέκα.

Περνάς και φεύγεις∙ μεσημέρι:
κόκκινα χείλη, και γυμνά
στήθη, ώμοι, πλάτη, ζεστό χέρι.

Μη φεύγεις, μέρα, μείνε ακόμα!
Τέσσερεις: μέση και γοφός∙
αχ, μείνε εδώ, της μέρας σώμα!

Οχτώ, και χάνεται το χρώμα
το ρόδινο των ουρανών.
Πρωί τα μάτια σου, το στόμα,

νύχτα το βάθος των μηρών.

*

ΥΠΝΟΣ

Αίσθηση βάρους που αποθέτεις στο κρεβάτι,
αλλαγές θέσης αδιανόητες για νεκρούς,
μικρές κινήσεις που σε πείθουν πως υπάρχεις.

*

Πηγή:
Στίχοι επιστροφής, 2012

Εικονογράφηση:
Χρόνης Μπότσογλου

Ιουλία Βεντίκου, 30 Φεγγάρια, 2012, Μελάνι σε χαρτί ακουαρέλας

***

ΣΤΙΓΜΗ

Λυτρώσου απ’ την επόμενη στιγμή,
πρόσεξε τη Στιγμή που τώρα τρέμει.
Μέσα σ’ αυτή, μακριά, σαν μουσική
κάθε παλιά στιγμή σου αγαπημένη.

Μέσα σ’ αυτή, το Σύμπαν το πλατύ,
που τόσοι Γαλαξίες το χουν στέψει.
Σ’ αυτή κι οι αιώνες οι μελλοντικοί.
Απέραντη η Στιγμή — αν την προσέξεις.

*

ΣΤΙΓΜΕΣ

Ζω με πολλές στιγμές που ζουν εντός μου,
τα χελιδόνια πάνω απ’ την αυλή,
το πλήθος, στον περίπατο, του κόσμου.

Τσιγάρο, στίχοι, διάβασμα βιβλίου,
μες στο δωμάτιο, και μελαχρινά
κορίτσια του Santiago ή του Λυκείου.

Παλιές γιορτές, χρυσάνθεμα στη σάλα,
άλλων καιρών τραγούδια μακρινά,
και στο ξερό τ’ αγιόκλημα ψιχάλα.

*

ΑΛΛΕΣ ΣΤΙΓΜΕΣ

Με τ’ άλογα όλοι για το πανηγύρι,
στο μονοπάτι, μύλοι στο Σελλί,
κι ο άρτος στης Κεράς το μοναστήρι.

Και τις νύχτες στον πλάτανο, στο Κράσι,
φεγγάρι και τραγούδι των νερών
και μιας σκλώπας η βαθειά φωνή μονάχη.

Πηγή:
Στίχοι επιστροφής, 2012

Εικονογράφηση:
Ιουλία Βεντίκου, 30 φεγγάρια, 2012

Γιάννης Βαρελάς, Sailor, 2010

***

Δεν θα αντέξεις στη βροχή
το είδωλό σου τρεμοπαίζει
απέναντι σ’ ένα τραπέζι
κοιτάς σε άλλην εποχή.

Τζάμια θολά αχνίζει η ψυχή
σταγόνες τρέχει στο λαιμό η αγωνία
όλος ο κόσμος σου σε μια γωνία
κινδύνους η φωνή σου αντηχεί.

Να ’χες κι εσύ μια κάμαρα ζεστή
ένα λιμάνι πλοίο στην αυλή σου
σαν δώρο κάποιου παραδείσου
πατρίδα κι άξιον εστί.

Πηγή:
Σε ξένο ουρανό, 2011

Εικονογράφηση:
Γιάννης Βαρελάς, Sailor, 2010

***Κυριάκος Μορταράκος

***

Έρχεται με παράνομα CD
με σκόρπια μεσημέρια της ζωής του
μόλις ακούγεται η ανάσα της φωνής του
φεύγει με αναπάντητα γιατί.

Οι κόρες των ματιών του ερημιά
νερό που πάγωσε πίσω στα περασμένα
άγριες θάλασσες, κουπιά σπασμένα
και η στεριά, υπόσχεση καμιά.

Θα πάει αλλού να δείξει την πραμάτεια
κι εκεί θα του την αρνηθούν
όχι, δεν θέλουμε, ευγενικά θα πουν
θα στρέψουνε κάπου μακριά τα μάτια.

Δεν περιμένει τίποτε από μας
το ξέρει πως κανείς μας δεν θα πάρει
οι μέρες ένα πρόχειρο παζάρι
αδειάζουν, σβήνουνε τα ίχνη τους με μιας.

Σε κάμαρα μικρή θα κοιμηθεί
φορώντας τους καημούς του θα ξυπνήσει
πουλάκι τα φτερά του θα μετρήσει
σ’ αυτά που ο κόσμος του ’χει αρνηθεί.

Πηγή:
Σε ξένο ουρανό, 2011

Εικονογράφηση:
Κυριάκος Μορταράκος

Caspar Baum_China_2003

***

Κοινότοπα τροπάρια εψάλλονταν, και τότε ο κήπος
δια μιάς στου νου τους κάλυκες εφάνη πως πηγαίνει
ανάποδα, και το τρυπάνι, που χορεία αγγέλων
αυθαίρετα σα ρυμουλκό τραβούσε, αρθρώθη λόγος
κλασματικός με πελεκούδια από θαλάσσια ξύλα,
όπου ίππος διά πυρός ελάλει διάπυρος και ασμένως.

Και διχασμένος στην πυρά παραληρούσε ασμένως
κι ο κηπουρός, που εγνώριζε οίκοθεν πώς είν’ ο κήπος,
ο μαυρωπός και ροδαλός, ο επιποθών τα ξύλα
να καλαφατιστούν βαρκούλα που θα τον πηγαίνει
στις αλβοράδες των αβγών κι εκεί που θάλλει ο λόγος
την άλλη πάντα σπώντας απ’ τις φύσεις των αγγέλων.

Κι εν πάση περιπτώσει ο κηπουρός υμνών και αγγέλλων
την πτώση, που θα πέσει κι άλλο, αρμολογούσε ασμένως
το ψέμα, που επαλήθευε όλα όσα ο κομήτης λόγος
διεκδίκησε δι’ εαυτόν (και αυτός ακόμη ο κήπος),
την ώρα που φρενήρες το άλογο ως πηγή πηγαίνει
στου μαύρου δάσους την καρδιά που κατατρώγει ξύλα.

Στου μαύρου δάσους την καρδιά που κατατρώγει ξύλα,
πνευμάτων κέδροι ενέδρα στήσαν σε ουλαμούς αγγέλων·
ορθώς ξεκίνησ’ η έφοδος, μα ολόστραβα πηγαίνει –
και μ’ όλο που συνηγορούσαν επωδοί ασμένως,
κοινότοπα τροπάρια εψάλλονταν, και τότε ο κήπος
ξεράθηκε και γέμισε με μώλωπες ο λόγος.

Στο κέντρο –μην μακρηγορούμε– ενός καθρέφτη ο λόγος
πολλαπλασίαζε τα πριν συντετριμμένα ξύλα
στον παρονομαστή, και ξυλοκόπους είδε ο κήπος
να τσεκουρώνουνε με ορμή το κράτος των αγγέλων·
και ξάφνου υδάτων πίδακες εξάντλησαν ασμένως
τα βάθη απ’ τον οπό που ως χαρωπός του αφρού πηγαίνει.

Ανάλαφρος πλην σφριγηλός –φαντάσου πώς πηγαίνει
ο πούμας στη σαβάνα– επήγαινε έπειτα και ο λόγος,
αφού στη γη του Σενναάρ τη μεταγλώσσα ασμένως
την αποθέωσε βαστώντας μι’ αγκαλίτσα ξύλα
και φράχτες ύψωσε χαράς των έφιππων αγγέλων
ο χορός εκεί, όπου εμάρμαιρε των πεπτωκότων κήπος.

Ο κήπος ο παράκλητος τα ρόδα του πηγαίνει
προσφάι των αγγέλων, όταν φλογισμένος λόγος
τα ξύλα τρώει που τρώγονται εμπειρικώς και ασμένως.

Πηγή:
alonakitispoiisis.blogspot.com, 2011

Εικονογράφηση:
Κάσπαρ Μπάουμ, Κίνα, 2003

Βάσω κατράκη_Το περιστέρι της ειρήνης 1949, ξυλογραφία

***

της Πολυξένης

Με μαύρα νύχια πλήττει το Αραράτ το περιστέρι
και η κιβωτός μια ζούγκλα ερώτων γίνεται αυτομάτως
στις φλόγες των βωμών οι ποιητές προσθέτουν φλόγες
και πυρετός στους αετούς την πρώτη λάβα δίνει
που λάθρα στων φυτών τις τύχες μαίνεται ώς τη ρίζα
ενώ στιγμή δεν έκοψε ο διθύραμβος να βρέχει

Τα περιστατικά του βίου εγγράφονται αυτομάτως
και βιαστικά χωνεύονται σε αστραπιαίες φλόγες
με τους κορμούς των μύθων που η θερμή αγκάλη δίνει
και σπέρνει το μεθύσι με την ιαμβική του ρίζα
στους αμπελώνες τούς θεσπέσιους όπου αιώνες βρέχει
για να έχει νόημα το τάνγκο με ένα περιστέρι

Ρολόγια καίγονται κάτω από σπηλαιώδεις φλόγες
κι η νηνεμία μιάν ατμόσφαιρα μαγείας δίνει
που φτάνει να υποσκάπτει τη συμπάθεια ώς τη ρίζα
ενόσω η μάνικα τις χλόες με διαμάντια βρέχει
που τά ’φερε νυχτιάτικα το αθώο περιστέρι
το ρήγμα του καλού να επιλαμβάνεται αυτομάτως

Στη δίνη που ηδύνει τον νου μόνο οδύνες δίνει
ο γρίφος της αρχής των πάντων με τη μαύρη ρίζα
που με αμαρτίες τους αγρούς του κάτω κόσμου βρέχει
και κομματιάζει το κυλινδρικό άσπρο περιστέρι
σαν νά ’ταν φάσγανο που σε καρατομεί αυτομάτως
απλώς και μόνον επειδή ποθείς να μπείς στις φλόγες

Και σύρριζα στην άβυσσο πετάει το δέντρο ρίζα
και σύρριζα στο σύννεφο το θαύμα αλλέγρο βρέχει
και σφάζει αηδόνια για να τηλωθεί το περιστέρι
που χαύονται εξ εφόδου από τις βάτους και αυτομάτως
καθώς τυλίγονται στων ευαισθησιών τις φλόγες
που η πρόνοια της θεογονίας στους ανθρώπους δίνει

Στα κλειδοκύμβαλα λεπτό δεν έπαψε να βρέχει
και μες στους κεραυνούς βαφτίζεται το περιστέρι
που αλλάζουν σε χοάνες της χαράς και αυτομάτως
χαρίζονται ολοκαύτωμα σε υγρές και άλλες φλόγες
που με δαψίλεια το βασίλειο των ορμών μάς δίνει
να τις γιορτάζουμε σε φρέατα με γκρίζα ρίζα

Γυρνά το περιστέρι στην κορυφή αυτομάτως
γιατί έχει μυρίσει φλόγες και μετά τη μοίρα δίνει
που μέλλει νά ’βρει ρίζα εκεί που μόνο μέλι βρέχει.

Πηγή:
alonakitispoiisis.blogspot.com, 2012

Εικονογράφηση:
Βάσω Κατράκη, Το περιστέρι της ειρήνης, 1949

alkis-alkaios

* * *

Ο Άλκης Αλκαίος (Βαγγέλης Λιάρος) γεννήθηκε στις 23 Νοεμβρίου 1949 κοντά στα ελληνοαλβανικά σύνορα, αλλά σύντομα μετακόμισε με την οικογένειά του στην Πάργα, πόλη με την οποία συνέδεσε όσο λίγοι το όνομά του. Σπούδασε νομικά στην Αθήνα όπου συμμετείχε ενεργά στον αντιδικτατορικό αγώνα.

Με αφορμή ένα δημοσιευμένο ποίημα του που μελοποίησε ο Θάνος Μικρούτσικος το 1978 στα »Τραγούδια της Λευτεριάς», ξεκινά η συμμετοχή του στη δισκογραφία. Υπήρξε δημιουργικός για κάτι παραπάνω από τρεις δεκαετίες και συνεργάστηκε και με άλλους κορυφαίους συνθέτες πέραν του Θάνου Μικρούτσικου, όπως οι Νότης Μαυρουδής, Μάριος Τόκας, Μίλτος Πασχαλίδης, Σωκράτης Μάλαμας, Λαυρέντης Μαχαιρίτσας κ.ά. και με σημαντικές φωνές του πενταγράμμου ( Μαρία Δημητριάδη, Βασίλη Παπακωνσταντίνου, Γιώργο Νταλάρα, Κώστα Καράλη, Μανώλη Μητσιά, Χρήστο Θηβαίο κ.ά.).

Ο στιχουργικός του λόγος υπήρξε ιδιαίτερα δυναμικός και αναστοχαστικός, διαποτισμένος με πολιτικές και κοινωνικές αναφορές. Τα τραγούδια του ελέγχουν τις ιδεολογίες στο πέρασμα των χρόνων, εξετάζουν την προοπτική της παραίτησης, εξιστορούν τους έρωτες που δεν ευοδώθηκαν. Ο ίδιος προτίμησε ώς το τέλος να ζήσει μακριά από τα φώτα της δημοσιότητας.

* * *

 

Ω Ρ Ο Σ Κ Ο Π Ι Ο

Μέρες βροχής κι ένας αέρας δυνατός
σε παρασέρνει σε αδέσποτο σεργιάνι.
Σκηνές φιλμάρεις με μια κάμερα νυχτός
ξέμπαρκα μάτια και φευγάτα στο λιμάνι.

Στην πολιτεία οι τοίχοι μάρτυρες βουβοί
φορούν συνθήματα παλιά ξεθωριασμένα.
Ξέρω θα φύγεις πριν χαράξει η αυγή
κι εγώ θα μείνω δίχως άλλοθι κανένα.

Μην πεις ποτέ πως όλα ήτανε μια πλάνη
περιπλανήθηκα μαζί σου και μου φτάνει.
Βάλε σημάδια μες στη νύχτα μη χαθείς
είναι πιο εύκολο να κλαις παρά να ζεις.

Έλεγες – αύριο θα ναι ο κόσμος φωτεινός,
έλεγα – είναι με το μέρος μας ο χρόνος.
Δεν είν’ ο χρόνος με το μέρος κανενός,
τις συμπληγάδες του περνά καθένας μόνος.

Πηγή:
Υπέροχα μονάχοι, 2006

Caspar Baum_Γοτθικά Οράματα_Ταμπλώ 1_1991

* * *

V

Άλλο δεν έχουν νόημα τα τοπία
παρά να σβουν στα μάτια φευγαλέα,
κι έτσι να ζουν για πάντα. Μια εκκλησία,
ύστερα ένας σταθμός, μια μαύρη αλέα,
το πανδοχείο, μια στάνη στην οποία
γάλα θά ’πινες, αλλά νά η αυλαία
πέφτει ενός δάσους, σαν τεχνοτροπία
νέα. Ενός πύργου η περικεφαλαία
ξάφνου αστράφτει και χάνεται. Νέοι δρόμοι
με τους παλιούς σταυραδερφοί κι ακόμη
όσα θνητός ή θεός μπορεί να κάμει,
για όλα όσα βλέπω ανοίγω την αγκάλη,
και ξαναζώ την πιο τρελή κραιπάλη
των ματιών μου: Τη Ρουάν μες στο ποτάμι . . .

* * *

VI

Κυρία των χιμαιρών και των τεράτων,
των μπρούντζινων οσίων και των μαρτύρων
κι άλλων πολλών δυνάμεων αοράτων
αλλά ορατών σε φώτα παραθύρων
χρωματιστών, Θεοτόκε των θαυμάτων
σκαλισμένων σε γοτθικών ονείρων
μάρμαρα και σε κόσμο θεαμάτων
σεπτών, ω Παναγία των αποκλήρων
της αγάπης και των Κουασιμόδων
που σε λατρεύουν με ήχους αρμονίων
κι από τα μαγαζάκια των παρόδων
βγαίνουν σκυφτοί για να σε προσκυνήσουν
λέγοντας τους ρυθμούς των αιωνίων
θλίψεων, μόνο εσέ να συγκινήσουν . . .

Πηγή:
Βίος και αέτωμα, 1959

Εικονογράφηση:
Κάσπαρ Μπάουμ, Γοτθικά οράματα, Ταμπλώ Ι, 1991

Caspar Baum_Όνειρο Πόλης_2003

* * *

III

Ιερή καρδιά του Θεού, για σε και γι’ άλλα
σαν εσέ λατρευτά, κάθε που βράδυ
λαμπάδιαζε στην Πόλη, ανάερη σκάλα
της Μονμάρτρης σ’ ανέβαινα. Σκοτάδι
γαλανό μάς ετύλιγε και γάλα
στάζαν τα γνέφια σαν ουράνιο χάδι.
Έλαμπε ξάφνου μια τεράστια γυάλα,
θόλος ναού — μια μαχαιριά στον Άδη.
Σπίτια μαύρα τετράψηλα κλεισμένα,
οπωροφόρα ξάφνου ευωδιασμένα,
χωριό και πόλη, λόφος και μνημείο,
ν’ αντιγράφω πορτραίτα και να πίνω,
με μια βαμμένη γριά τούτο και κείνο
να λέμε — και στα σύγνεφα να σβήνω . . .

* * *

IV

Θα σου πλέξω τον αιώνιο μανδύα
με λόφους και μηλιές, ω λατρεμένη
κυματίζουσα γη, ζωγραφισμένη
από μόνο μια λέξη : Νορμανδία.
Μαύρα φύκια μες στην πρασινισμένη
θάλασσά σου που λούζεται η ευδία,
κι ήταν για με μιαν ώρα ευτυχισμένη
που ’χε χιλιάδες ρόδα κουστωδία,
ρόδα από τις βραγιές κι από τις βίλες
περιπλεχτές σε δέντρα, σε κανάλια
γυρτές, ακουμπισμένες στην παραλία,
πανιά τρέχουν στο κύμα, ανατριχίλες
παιχνιδίζουν στου Ωνφλέρ τα περιγιάλια,
μαύρα πουλιά, χαρά ή μελαγχολία . . .

Πηγή:
Βίος και αέτωμα, 1959

Εικονογράφηση:
Κάσπαρ Μπάουμ, Όνειρο Πόλης, 2003

 1. Caspar Baum_Κόκκινη Πόλη_2003 (1)

***

I

Πρωινά στά πεζοδρόμια, μεσημέρια
βγαίνεις μεθυσμένος απ’ τα Μουσεία,
κι είναι σα να ’χεις ζήσει μ’ άυλα χέρια
των εμπρεσιονιστών την πεμπτουσία!
Σεζάν, Ρενουάρ, Βαν Γκογκ, Μανέ, λημέρια
που των χρωμάτων λάμπει η εξουσία·
ζωγραφική χαρά χάρηκα ακέρια
με του φωτός τη διάσπαρτην ουσία
χυτή μπρος πίσω απ’ τ’ αντικείμενα, όπως
σα μουσική χρωμάτων να ’ναι ο τόπος
κι ο άνθρωπος ή γυμνός ή καθώς πρέπει,
κάθε μέρα πάω κάτι να κοιτάξω,
τέχνη στον τοίχο, στο ποτάμι σλέπι,
άμα δε δω δεν έχω τι να πράξω!

***

II

Του Παρθεναγωγείου τα κοράσια
τρέχαν εδώ κι εκεί μες στα Μουσεία·
μπρος στων πορτραίτων την ακινησία
ήταν η ζωή, ροή στ’ ακροθαλάσσια . . .
Και μια ξανθή, σαν την ευκινησία
του Ντεγκά, που τη δίνει στα κοράσια
τα δικά του, κάθε άλλη παρουσία
σβήνει — και μένουν μόνο τα θαυμάσια
μάτια γαλάζια δίδυμα πετράδια,
των μαλλιών οι αστραπές, οι νέες κνήμες,
ο μίσχος που ανεβαίνει προς τον πόθο·
ω και να μέναν τα Μουσεία τους άδεια,
θα τα ξαναπλημμύριζαν οι μνήμες
μ’ όσα είδαμε και με όσα ακόμη νιώθω . . .

Πηγή:
Βίος και αέτωμα, 1959

Εικονογράφηση:
Κάσπαρ Μπάουμ, Κόκκινη Πόλη, 2003

Παναγιώτης Τέτσης, 2009

* * *

Ο ήλιος ανατέλλει εδώ και δύει στην Αλαμπάμα,
τονώνοντας ξελιγωμένα μάτια :
Αλλού το όνειρο κι αλλού το θάμα,
στενάζει ο βετεράνος μετανάστης, Στα κομμάτια !
Οι σκέψεις του κατσιάζουν στο υποτιθέμενο χθες,
πτώμα εαυτού τού πλακώνει τη μνήμη —
ο κορμοράνος βολτάρει πάνω απ’ τη λίμνη
και ας το σήκωνε το ειδεχθές.

Πηγή:
Ήλιος στην Σκοτία, 2001

Εικονογράφηση:
Παναγιώτης Τέτσης, π. 2009

Παναγιώτης Τέτσης, π. 2004

* * *

Είναι ώρες-ώρες θάλασσα κι οι Πρέσπες,
μεγάλη, πρασινο-γάλαζη και γκρίζα,
δεν την περνάς με καντιλλάκ ούτε με βέσπες∙
εδώ λόγια πολύγλωσσα και τ’ άλογο πειθήνιο
σέρνει το κάρο με γκιούμια από αλουμίνιο
σύρριζα στων βράχων την ξέξασπρη μαρκίζα.

Τόπος τερματικός. Παλιές σκιές
από φως πλάγιο και πιωμένο
περιπολούν άοπλες. Βαραίνουν οι φασολιές,
το νερό αραίωσε, γδέρνεται η βάρκα
στην περιττή ακρογιαλιά∙ τα βράχια πέτρινες μασέλες,
τα οστά του Σαμουήλ γδυτά χωρίς τη σάρκα.

Γελάδια βόσκει στ’ αναδυμένα μέρη
το παιδόπουλο∙ προσεχής Έλλην από χέρι,
αξύριστος, λιγνός, λείψανο αχνό στ’ αγέρι
τα σαλαγάει σφυρίζοντας με το στόμα και το χέρι.

Πηγή:
Παλιές ηλικίες, 2002

Εικονογράφηση:
Παναγιώτης Τέτσης, π. 2004

***
Σου το ’πα για τα σύννεφα
σου το ’πα για τα μάτια τα κλαμένα
για τα σημάδια που άφησαν τα χέρια μας
πάνω στα τραπεζάκια τα βρεμένα
Στα φανερά και στα κρυφά
σου το ’πα για τα σύννεφα
Για σένα και για μένα

Σου το ’πα με τα κύματα
σου το ’πα με τη σκοτεινή ρουφήχτρα
με το σκυλί και με το κλεφτοφάναρο
με τον καφέ και με την χαρτορίχτρα
Ψιθυριστά και φωναχτά
σου το ’πα με τα κύματα
Σου το ’πα μες στη νύχτα

Σου το ’πα τα μεσάνυχτα
σου το ’πα τη στιγμή που δε μιλούσες
που με το νου μου μόνο λίγο σ’ άγγιζα
κι άναβε το φουστάνι που φορούσες
Από κοντά κι από μακριά
σου το ’πα τα μεσάνυχτα
Με τ’ άστρα που κοιτούσες

Πηγή:
Τα ρω του έρωτα, 1972

Εικονογράφηση:
Εύη Σιδέρη, Γυμνό, 2008