5. Ανθολογία Αυγής, Αναγνωστάκης, 6.11.14

4. Ανθολογία Αυγής, Πάνος Θεοδωρίδης, 5.11.14

3. Ανθολογία Αυγής, Αλέξανδρος Σχινάς, 4.11.84

2. Ανθολογία Αυγής, Παπαγγελής, 2.11.14

1. Ανθολογία Αυγής, Ευσταθιάδης, 1.11.14

    Baudouin Colignon,Το φτερούγισμα,2013

***

Στον κύριο Mário de Sá-Carneiro

Πριν τ’ όπιο η ψυχή μου υποφέρει.
Τη ζωή να νιώθεις τι ανημπόρια
και τώρα στ’ όπιο ζητάω παρηγόρια
όνειρα Ανατολής για να μου φέρει.

Η ναυτική ζωή θα με σκοτώσει.
Ο πυρετός πυρώνει το μυαλό
κι όσο κι αν ψάχνω για να λυτρωθώ
τη σωτηρία δεν μπορεί να μου τη δώσει.

Μες στο παράδοξο, την αστρική αγνωσία
ζω στου χρυσού τα κρόσσια τη ζωή μου,
κύμα όπου η άβυσσος είναι η τιμή μου
κι οι ηδονές της αρρώστιας μου η ουσία.

Καταστροφές που ο νους σου δεν τις βάνει,
τιμόνια ψεύτικα που γύρω μου γυρίζουν,
οράματα κρεμάλες ν’ ανεμίζουν
σε κήπους με ανθούς δίχως κοτσάνι.

Βαδίζω κουρασμένος δύσκολη ζωή
όλο δαντέλα και βερνίκια η ψυχή μου.
Νομίζω πως στο σπίτι έχω δική μου
τη μάχαιρα που καρατόμησε τον Βαπτιστή.

Για του προγόνου το έγκλημα σ’ αποσκευή κλεισμένος
ένοχος αισθητικής εκτίω την ποινή.
Τα νεύρα μου δεμένα είκοσι μαζί,
στο όπιο κυλίστηκα απελπισμένος.

Σαν η μορφίνη μ’ αγγίζει υπνωτισμένη
χάνομαι σε αιθέριους παλμούς
και σε μια νύχτα όλο ιριδισμούς
το φεγγάρι συναντάει την ειμαρμένη.

Ήμουνα πάντα ο τελευταίος μαθητής,
κοιτάζω τώρα το καράβι όλο βιάση
το κανάλι του Σουέζ για να περάσει
με τη ζωή μου αμφορέα της αυγής.

Έχασα ανώφελα την κάθε μέρα
Δούλεψα κι είμαι μόνο κουρασμένος
κι ο λαιμός μου σήμερα είναι σφιγμένος
από ’να χέρι που όλα τα διώχνει πέρα.

Παιδί ήμουν κι εγώ όπως όλοι σας μια μέρα.
Γεννήθηκα σε πορτογαλική επαρχία
γνωρίζω πολύ κόσμο απ’ την Αγγλία
που με περνούν για Άγγλο πέρα ως πέρα.

Ποιήματα και νουβέλες στο Παρίσι
στον Plon και στον Mercure θα επιθυμούσα,
κι άλλη από τούτη τη ζωή θα λαχταρούσα.
Θύελλες να ’χε το ταξίδι είχα ελπίσει!

Η ζωή στο πλοίο είναι θλιμμένη
αν και συχνά ο κόσμος διασκεδάζει.
Μιλώ με Άγγλους, Γερμανούς, λίγο με νοιάζει
αλλά η θλίψη της ζωής μου επιμένει.

Τον κόπο δεν αξίζει να ’χεις δει
Ανατολή, Ινδία, Κίνα και Περού.
Η γη είναι μικρή κι ίδια παντού
κι η ζωή καμιά δεν έχει εναλλαγή.

Γι’ αυτό για φάρμακο όπιο παίρνω.
Είμαι εδώ κλινήρης της Στιγμής.
Ζω στο ισόγειο της λογικής
και μαζί μου μόνο πλήξη σέρνω.

Καπνίζω. Κούραση πολλή. Γη
στην Ανατολή κι όχι στη Δύση!
Τι πήγα στις Ινδίες, τι ’χα ελπίσει;
Αν οι Ινδίες είναι μόνο στην ψυχή!

Πρωτότοκος κι άτυχος είμαι τόσο!
Την τύχη μου τσιγγάνοι κλέψαν.
Κι ούτε στο θάνατο προβλέψαν
ένα μέρος απ’ το κρύο να γλιτώσω.

Μηχανικός σπούδασα στη Σκοτία.
Όλη απ’ άκρη σ’ άκρη γύρισα την Ιρλανδία.
Η καρδιά μου σαν γριά κυρία
ζητάει ελεημοσύνη μπρος στην Ευθυμία.

Όχι στο Πορτ-Σάιντ μη σταματάς, καράβι της φωτιάς!
Στρίψε δεξιά, σ’ ισημερία άλλη πέρα.
Στο smoking room με τον κόμη όλη μέρα,
Γάλλο escroc, κόμη της συμφοράς.

Γυρίζω στην Ευρώπη για να γενώ μοιραία
ποιητής υπνοβάτης απλώς.
Είμαι μοναρχικός κι όχι καθολικός
πράγματα θα ’θελα να ’μουν σπουδαία.

Θα ’θελα να ’χα πεποιθήσεις και λεφτά,
άνθρωποι να ’μουν ασήμαντοι που ’δα εδώ.
Σήμερα τελικά άλλο δεν είμαι εγώ
παρά ένας ταξιδιώτης μοναχά.

Προσωπικότητα δεν έχω καμία.
Ο καμαρότος είναι από με πιο ευπρεπής
στους τρόπους του καθ’ όλα ευγενής
σαν Σκοτσέζος laird μέρες σε νηστεία.

Πουθενά να σταθώ δεν μπορώ. Για με είναι πατρίδα
όπου δεν είμαι. Αδύναμος είμαι και ασθενής.
Κι ο καπετάνιος γέρος χωρατατζής.
Με τη Σουηδέζα μ’ είδε… δεν έχω ελπίδα.

Μια μέρα σκάνδαλο εδώ θα κάνω,
για να μιλήσουνε για μένα οι άλλοι.
Νιώθω το θυμό να με τυφλώνει πάλι
κι απ’ τη ζωή αυτή πάω να πεθάνω.

Όλη τη μέρα πίνω και καπνίζω ουσίες
αμερικάνικα ναρκωτικά που σε κοιμίζουν.
Ανάγκη εγώ δεν έχω για να με ζαλίζουν!
Αλλάξτε μου εγκέφαλο για νεύρα έχω ορτανσίες.

Γράφω στίχους. Αδύνατο μου φαίνεται εμένα
ταλέντο να ’χω. Δεν με νοιάζει μία!
Τούτη η ζωή είναι μια αγροικία
για τις ευαίσθητες ψυχές μέλλον κανένα.

Οι Εγγλέζοι για να υπάρχουν είναι πλασμένοι.
Απόλυτα ταιριάζουν με την Ηρεμία.
Ρίχνεις κάποιο κέρμα στη γωνία
κι όλο χαμόγελα ένας τους έξω βγαίνει.

Στων Πορτογάλων το γένος ανήκω εγώ
που αφού ανακαλύψαν την Ινδία
μείνανε δίχως δουλειά καμία.
Πολλές φορές το ’χω σκεφτεί. Το μνήμα είν’ εδώ.

Στο διάβολο η ζωή κι ο κόσμος που τη θέλει!
Στο προσκεφάλι μένει άκοπο το βιβλίο.
Η Ανατολή είναι ένα αδειανό δοχείο
που το κυλάς παντού κι ούτε σε μέλει.

Στ’ όπιο κατρακύλησα. Να θέλετε από μένα
ζωή μ’ ωράρια και τάξη απ’ αυτές
μην το ζητάτε τίμιες ψυχές
που τρώτε και κοιμάστε νοικοκυρεμένα.

Στο διάβολο να πάτε! Σας ζηλεύω.
Τα νεύρα τούτα είν’ ο θάνατός μου.
Κανένα πλοίο δεν υπάρχει εμπρός μου
να με πάει όσο μακριά γυρεύω!

Στο τέλος όλα θα ’τανε πάλι το ίδιο πράγμα.
Θα ’θελα άλλο όπιο να πιω για να ξεφύγω
άλλα όνειρα που αντί σ’ αυτά να καταφύγω
θα μ’ έριχναν σε κάποιο άθλιο μάγμα.

Τι άλλο από πυρετός να ’ναι αυτό που νιώθω!
Πυρετός όλο και πιο πολύς.
Η αλήθεια είναι πως είμαι ασθενής.
Φίλοι μου άλλο δεν έχω πόθο.

Νύχτωσε κιόλας. Χτύπησε το καμπανάκι
έτοιμοι για το δείπνο πάμε όλοι.
Κοινωνική ζωή όπως στην πόλη
ένας μετά τον άλλο πιασμένοι απ’ το χεράκι.

Όλα θα ’χουν τέλος άσχημο θα δεις
(άκου!) αίμα και περίστροφο θα βγει.
Απ’ την ανησυχία αυτή που με ταλαιπωρεί
τρόπος δεν υπάρχει να σωθείς.

Όποιος με βλέπει σαν τους άλλους με νομίζει
εμένα, τη ζωή μου… Κοίτα έναν νεαρό…
Το ματογυάλι μου με κάνει να περνώ
για κάποιον που απ’ το πλήθος δεν χωρίζει.

Α πόσοι σαν εμένα θα ’ναι τώρα
στα πλοία με ψυχή το ίδιο μυστική!
Πόσοι ντυμένοι μ’ αυστηρή περιβολή
τη φρίκη της ζωής κρύβουν αυτή την ώρα;

Ενδιαφέρων όσο και εντός μου
ας ήμουνα τουλάχιστον κι απ’ έξω!
Πηγαίνω στο Μαέλστρομ κι όσο αντέξω.
Δεν κάνω τίποτα, αυτός είν’ ο χαμός μου.

Άχρηστος είμαι. Μα είναι ωραίο άχρηστος να ’σαι!
Αχ να μπορούσες τους άλλους να περιφρονείς
ακόμη και μ’ αγκώνες πληγωμένους να γενείς
όμορφος, ήρωας, τρελός, καταραμένος, να ’σαι.

Τα χέρια μου θέλω στο στόμα να βάλω
να τα δαγκώσω με λύσσα και κακία.
Θα ήταν μια ενέργεια όλο πρωτοτυπία
και θα διασκέδαζαν οι λογικοί, το δίχως άλλο.

Το παράλογο σαν άνθος τάχα μ’ ινδικό
που δεν το βρήκα στην Ινδία ανθίζει
στο μυαλό μου που η κούραση αναβλύζει.
Τη ζωή Θεέ μου ν’ αλλάξεις ή ένα τέλος δώσε εδώ…

Στην καρέκλα αφήστε με στην ησυχία μου,
ώσπου να με βάλετε στο μνήμα βαθιά.
Είμαι μανδαρίνος εγώ από γενιά,
μα μου λείπουν το τσάι, η ψάθα κι η ηρεμία μου.

Α τι ωραία στον τάφο να γλιστρήσω με ορμή
Σαν σε καταπακτή μέσα να πέσω εδώ!
Η ζωή μυρίζει σαν τον ξανθό καπνό.
Άλλο δεν έκανα απ’ το να καπνίζω τη ζωή.

Αυτό που θέλω είναι πίστη, ηρεμία στη ζωή μου
αισθήσεις μπερδεμένες όχι άλλο.
Θεέ μου, βοήθεια, τέλος δώσε δίχως άλλο!
Όχι άλλες κωμωδίες στην ψυχή  μου!

Πηγή:
Άλβαρο ντε Κάμπος, Θαλασσινή ωδή και άλλα ποιήματα, 2008

Εικονογράφηση:
Baudouin Colignon, Το φτερούγισμα, 2013

***

Ταπεινός οπαδός της Αγίας Καικιλίας
μα και δούλος ευρώστου σαρκός και κοιλίας
από ποικίλας επιλέγει μουσικάς
μα προηγείται πάντα ο μουσακάς
ή μουσικό pasticcio του Ροσσίνι
μέσα σε μελωδίας ευφροσύνη
κι όταν του φωνογράφου τελειώνει η άρια
στο πιάτο λάμπουνε σεμνά απομεινάρια
κι όταν φινάλε σε αρπαγή απ’ τον οντά
μένει υπόλειμμα και στον κυνόδοντα
ρέκτης των πιο ακραίων συμβολισμών
από ουρανίων ηδυπότων πίνει τον εσμόν
με κάθε νέα γέυση κάθε ουσία
τον συνοδεύει η τρέλα απ’ τη Λουτσία.

Πάντοτε λέει «εν παραδείσω άδω»
μ’ ένα ρετσιτατίβο και στιφάδο
και πιπεράτη σος για το φιλέτο
το κλάμα το βουβό του Ριγκολέτο
κι αν τον ρωτήσεις για νησιώτικο μαστέλο
θα σου απαντήσει αβίαστα: Οθέλλο!

Θέλει την Κλέφτρα κίσσα και ψητή
και προτιμά την Πέστροφα ή τη
μαύρη αντίστιξη που πίκρα τού αφήνει
γι’αυτό
τον Ρήνο τον μετράει σε χρυσό
μα τη λιγούρα του σ’ ασήμι.

Ό,τι καλό ακούγεται στο ηχείο
βρίσκει το ανάλογό του στο ψυγείο
όταν στη σάλα τραγουδά ένας καστράτος
εξίσου μελωδεί ο κόκορας κρασάτος
και υπό τους ήχους μιας εύθυμης bourrée
με το ρυθμό της ετοιμάζει τον πουρέ

Και εν συνόψει
πάντοτε μ’ ερυθρά την όψη
τρελό γκαλόπ
για εσκαλόπ
ολίγον αλς
μαζί με βαλς
με impromptu
πατάτα οφτή
τενόρου άρια
τηγάνι ψάρια
πίτσα στο πιάτο
με pizzicato
και μ’ ένα presto
κάνει το πέστο.

Συχνά τον κάπελα καλεί a capella
πότε δεινόσαυρος πότε κοπέλα
μέσα του εμπλέκονται αίνος και οίνος
πότε πεντάμορφη και πότε κτήνος.

Σε νύχτα πολυφωνική, σε υπογάστριο άστρων
μονήρης και καρδιαλγής μένει πάντα προγάστωρ·
ακρόασης και γεύματος το τέλος
με μήλο που ο Γουλιέλμος φέρνει Τέλλος.

Πηγή:
Johann Sebastian Bar, 2012

Εικονογράφηση:
Νικόλας Κληρονόμος, Θεοφαγία, 2010

Μανώλης Σκούφιας, Pictures of Instincts or Food Pornography, 1990

***

Τη χώρα όλη εγύρισα σαν σκύλος πεινασμένος
χοχλιούς να εύρω δεν μπορώ, σιντά ‘μαι μανιασμένος
ντάκους και στάκα να γευτώ μόνο γιατί τση τάσσει
κι αν έχει και γίδα βραστή να φέρη να τη φάσι.

Ω μακαρούνες με τυρί καλά ζαφοριαμένες
κι εσείς οι μυζηθρόπιτες πολλά μου ηγαπημένες
τα σιουφηχτά ελάτρευσα τσιτσιριστά ωσαύτως
το όσιον γαμοπίλαφο της μοναξιάς μου τάφος.

Πρόβαλε, κορασίδα μου, πρόβαλε να σε ιδούσι
πρόβαλε δώσ’ τωνε το φως σε τούτο το τσιμπούσι
πρόβαλε ναίσκε δώσε μου εσύ ψωμί κι αλάτσι
ο πεινασμένος στόμαχος απόψε να Χορτάτση.

Πηγή:
Johann Sebastian Bar, 2012

Εικονογράφηση:
Μανώλης Σκούφιας, Pictures of instincts of food pornography, 1990

Ζάφος Ξαγοράρης_Υπόγεια και Αιωρήσεις_2012 (2)

***

Επειδή καλοφαγάς καθώς ο Ροσσίνι
–per un barbiere di qualità–
μέσα στου παντός τη μεγαλοσύνη
τα μικρά μου προβλήματα όλα άλυτα.

Επειδή να διασωθώ ποτέ απ’ τους στίχους
–una voce poco fa–
δεν ελπίζω, στης σιωπής μου τους ήχους
τα στερνά μου άκου λόγια, τα υπόκωφα.

Όταν η μοναξιά μου φτάσει στον άδη
και η μνήμη δεν θά ’ναι σαφής,
η κληρονομιά του ασαφούς ευσταθιάδη

θα περνά διά της γεύσεως και της αφής,
κι αντί γι’ ανάμνηση κάποιου σονέτου
σώζεται στ’ όνομα ενός φιλέτου.

Πηγή:
Στιχουργήματα, 2004

Εικονογράφηση:
Ζάφος Ξαγοράρης, Υπόγεια και Αιωρήσεις, 2012

Παναγιώτης Τέτσης

* * *

Αβγάερος, αβγήλιος,
ο Μάρκος ο Αυρήλιος.

*

Να και το αβγόου
του Εδγάρδου Άλαντος Πόου.

*

Ατσούγκριστα αβγά,
βλέμματα γέμουν πάθος

*

Αβγό καλό κι αξάκριστο,
αβγό καλό μαντάτο.

*

Ραμφί, ραμφάκι που κροτείς
Στο ντελικάτο τσόφλι.

Πηγή:
Αβγά μάταια, 1998

Εικονογράφηση:
Παναγιώτης Τέτσης

***

Γυναίκα αυστηρών αρχών και ηθικής αψόγου, η Λεβίνα
εφρόντιζε το σπίτι της, κυρίως την κουζίνα.
Πέρσι το καλοκαίρι ξαφνικά, ως άπλωνε τα ρούχα
«Φεύγω για Βάιες αύριο, θέλω λουτρά θειούχα»,
είπε στον άντρα της και έφυγε ευθύς την επομένη
πλην πήγε Πηνελόπη εκεί και γύρισε Ελένη.

Πηγή:
Η Ρώμη και ο κόσμος της, Θεσσαλονίκη, 2005

Εικονογράφηση:
Σταύρος Χατζηϊωάννου, Το κόκκινο γάντι, 2006

***

10

Η Ελλάδα ολόκληρη μια κολυμβήθρα.
Απ’ άκρια σ’ άκρια γίνονται βαφτίσια.
Φτάνει και μια μονάχα δαχτυλήθρα,
τα «στραβά» μας να βαπτισθούνε σε «ίσια».

Τα ρούβλια βαπτισθήκαν σε δολλάρια.
Ο Βάρναλης με τ’ όνομα προδότης.
Ο Καζαντζάκης άξιος για λιθάρια
κι ο Σικελιανός ανάξιος πατριώτης.

Ω «Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών», τί μένει
αβάπτιστο στη γη τη δοξασμένη;

* * *

11

Τώρα όλα στην Ελλάδα έχουν αλλάξει.
Οι ξενοκίνητοι έλειψαν προδότες.
Τα παλιά ρούβλια εγίνηκαν στην πράξη
δολλάρια, για τους γνήσιους πατριώτες.
 
Κι ας σχίζονται, μες στο Πολυτεχνείο,
οι αλήτες, δήθεν για Δημοκρατία,
ενώ συνωμοτούν στο καφενείο
για να φέρουν μια νέα Λαοκρατία.
 
Της «Νέας Ελλήνων Τάξεως» παίδες ίτε,
με το στιλέτο πάντα γρηγορείτε.

* * *

33

Παιδιά του Μετσοβίου Πολυτεχνείου
της λευτεριάς ανοίξατε τη στράτα.
Είστε ο Ιερός Λόχος του Δραγατσανίου,
πού χε κι εκείνος τα δικά σας νιάτα.

Σας φέρνουν οι δειλοί άνθινα στεφάνια
και κροκοδείλια τώρα χύνουν δάκρυα
εκείνοι, που προσμέναν στην αφάνεια
«ευκαιρίες», ζαρωμένοι σε μιαν άκρια.

Των μεγάλων τα όπλα η υποκρισία.
Το δικό σας προνόμιον η θυσία.

* * *

34

Εμείς, φιλήσυχοι νοικοκυραίοι,
τί τη θέλαμε τη Δημοκρατία;
Τί μας έμελλε αν γίναν αρουραίοι
όσοι μάχονταν την Επταετία;

Λιαζόμασταν στην ήλιο του Απριλίου
και καμαρώναμε τις παρελάσεις.
«Εξ αποστάσεως τώρα ενός μιλίου»
πρέπει να περπατάς, για να περάσεις,

όταν οι μακρυμάλληδες ουρλιάζουν
και τη Δημοκρατία τους γιορτάζουν.

* * *

35

Ιδεολόγοι και καταφερτζήδες,
τα βολέψαμε στην Επταετία.
Τώρα όλες του Έθνους οι παλιές ατσίδες
ορκίζονται στη Νέα Δημοκρατία.

Ο Παττακός; Τον άνθρωπον ουκ οίδα.
Κι ο Γεωργαλάς; Ποιος νά ναι τούτος πάλι;
Άγνωστοι κι ο Λαδάς με τον Καρύδα,
πού καταντήσανε σε τέτοιο χάλι.

Η μονέδα πάντα σκορπά ευωδία,
το ίδιο μες σ’ εκκλησιές και καφωδεία.

* * *

52

Πόλεμοι, διχασμοί κι εμφύλια πάθη,
παλιές «Οκταετίες» κι «Επταετίες»,
έπρεπεν ίσως να μας είχαν μάθει
των παθών μας ποιες ήσανε οι αιτίες.

Πατρίδα, σε προδώσαν τα παιδιά σου,
για τα ρούβλια, τις λίρες, τα δολλάρια.
Βάλανε ακόμα στόχο την καρδιά σου,
ρίχνοντάς σου των ξένων τα λιθάρια.

Ένα πόδι προμένουμε, Πατρίδα,
που θα λειώσει την ξένη αυτή ακρίδα.

Πηγή:
Λουκίλιος Γιουβενάλης (= Γιώργος Βαφόπουλος),
Τα Νέα Σατιρικά Γυμνάσματα, 1975

Εικονογράφηση:
Γιάννης Μαρκόπουλος, Ygeia Transmission, 2009

***

Φαντάζομαι τις έγχρωμες γυαλιστερές γυναίκες
στον τελευταίο τους χορό μ’ ένα στο χέρι κέρμα
μπροστά από το παλιό τζουκ μποξ τα ρούχα τους να σκίζουν
και ρίγος να διαπερνά το αμείλικτό τους δέρμα.

Απρόσιτες στον πύργο τους κι έχοντας δραπετεύσει
για μια συνάντηση κρυφή με κάποιον εραστή τους
στης θάλασσας των ηδονών βουλιάξαν το βελούδο
και βρέθηκαν αιχμάλωτες μες στην κοιλιά του κήτους.

Ναι, λάμπουνε φωσφορικά, νιώθοντας στο κορμί τους
ενός παράφρονα θεού να τους χαϊδεύουν γάντια.
Λικνίζονται στα δάπεδα λύνοντας το σπασμό τους
κι από τα μέλη τους τα ανοιχτά βγαίνουν υγρά διαμάντια.

Κυνηγημένες μάγισσες χωρίς την πυρκαγιά τους,
μιλώντας με ακατάληπτες περίπλοκες διαλέκτους,
ωραίες, αλλοπρόσαλλες και απομακρυσμένες,
ίδιες με αυτά τα μανεκέν που βλέπω στα προσπέκτους.

Το υπόκωφο τραγούδι τους κρατά φυλακισμένο
μες στο βυθό του Ιωνά η σάρκινη μεμβράνη.
Αυτή που τις παγίδεψε σε ηλιοτροπίων τόπους
και που το κάθε ανόητο κορίτσι δεν την πιάνει.

Φαντάζομαι τις έγχρωμες γυαλιστερές γυναίκες
στον τελευταίο τους χορό, μ’ ένα στο χέρι κέρμα,
να με κοιτάζουν σαν τζουκ μποξ, να με περιγελάνε
κι όλο να μου επιστρέφουν το ματαιωμένο σπέρμα.

Πηγή:
Συγνώμη για την Άμυνα, 1991

Εικονογράφηση:
Γιάννης Μαρκόπουλος, Art War 2, 2010

Ο Γαβουνές, ο Μαμουνές, ο Παστροκωλαράκης,
Ο λαγναρμένιος Μπιθουλιάν και οι δυο σιαμαίοι Βούζοι,
Ολόκληρα μερόνυχτα συνέχεια θραπακιάζαν :
Μες στο βουρκί του μαγαζιού του Μπιθουλιάν χλιχλίβαν,
Τουμποκωρδομπαχλιάζονταν, λυσσοβουτοπαφτιάζαν,
Τρεμουλοπεφτοθρίαζαν, ιαχογαυλιούσαν,
Εναλλασσοπθακίζονταν κι αλληλοσφιχτομπλάφαν.
Κάναν ο ένας τ’ αλλονού λαχτάρ-καπουλοφρίξεις,
Κοιλιοδοντοτσικδισμούς και φτερνοσβερκοτρίγγια.
Ο Γαβουνές βαυλάκισε τον Παστροκωλαράκη.
Οι Βούζοι μακλατέψανε του Γαβουνέ τα οπίσθια,
Και ξαναβαυλακίσανε τον Παστροκωλαράκη,
Ο Μπιθουλιάν γλιβδίκωσε τρία αφτιά των Βούζων,
Κι ο Μαμουνές τζιτζίφτισε του Μπιθουλιάν τα ούλα.

Την πρώτη μέρα πλάνταξε ο Παστροκωλαράκης.
Κι ό,τι έμεινε απ’ τον Μπιθουλιάν τη δεύτερη εβυθίσθη
Και θάσπιφε μες στο βουρκί, που πηχτογλοιογλούσε
Απ’ τον κρεατοσίελο και την ιδρωμυελόρροια
Των θραπικών. Και το πρωί της τρίτης πια ημέρας
Οι μεν ήταν του θανατά, και οι Βούζοι ξεκολλήσαν.

Πηγή:
Πάλι, τχ. 2-3, 1964

Εικονογράφηση:
Γιώργος Κράλλης, Cirkus Mundi, 2010

Γρασσοσιδεροζούπηχτα, σφιχτογραμμοφρικιούντα,
Ατμοτσικνουδομέθυστα, ταπεινομαδερόβια,
Ομαδοφυτονείρικα, αλληλοεκχυτάτα,
Τυφλομηχανοφόβιστα, και όλα μαζί: Φριζέλι.
Κει που διαδοχαυνίζανε κι’ αυτοθολογουστώναν,
Ένας τους ξάφνου αρχινά να υπερφριζελίζει :
Υποσκοτεινομνήμικα τροχοβομβοπαρμένο
Οσφρητομαγγανέλκεται απ’ του Φουτσάφ το ούα,
Και θρασοστυφοφύτρωτα λοκομοτοτροπίζον,
Ραγοσκαρφαλαπλώνεται και λαγνοπεριεργεύει.
Μα το Φουτσάφ επέρασε ζαβομπλαχνιαρισμένο,
Βαρυπατηκομπούχτικο, θανατηδονοθλάχνο,
και το μεταλλοψυχοπάστοκολλημάξιασε.

Πηγή:
Περ. Πάλι, τχ. 2-3, 1964

Εικονογράφηση:
Σπύρος Μελάτος, Χωρίς τίτλο, 2012

***

Ο ΛΙΛΙΟΣ

Χαρούμενα δρουβούδιζαν και ζουπηχτά βρυξούζαν.
Μα μόλις είδαν τον Λιλιό, επέσαν και ζιζίβαν.

***

ΤΑ ΑΠΡΑΓΑΔΙΑ

Ρειθραδιασμένα στα μουχτιά αμμωνόνερα,
Κάνοντας χθου και πθου,
Στις τσίνιες και στις γάβωνιες :
Το αναμπουφτούρδισμα,
Και το κακό πιτσιπιτού
Στο γιο του Φιφλιτζή,
Ζούνε τα απραγάδια.

Πηγή:
Περ. Πάλι, τχ. 2-3, 1964

Εικονογράφηση:
Πέτρος Σοροπάνης, Ανατολικά-Δυτικά και Νότια, 2011

.

Tη γνώρισα στο internet σε room που κάνουν chat
μιλήσαμε, ανταλλάξαμε απόψεις και ιδέες,
εγώ είχα για nickname μου το Yasser_Arafat
κι αυτή είχε το ψευδώνυμο kanw_pipes_spoudaies.

Δειλά δειλά είπα στην αρχή να κάνω μία κλήση,
να πάμε λίγο private να γίνει γνωριμία.
Αφού τις πίπες σκέφτηκε στο room να διαφημίσει
μάλλον δε θα ʼχει αντίρρηση κι εγώ να δώσω μία.

Κλικάρω. Ανοίγει private παράθυρο με θέα,
γράφω age, sex, location και πως πολύ γουστάρω
και μου απαντά στα greeklish της eimai poly wraia
kai dexomai an epithymeis mia pipa na sou parw.

Το δέχτηκα και πίστεψα πως θα τη συναντήσω,
της ζήτησα διεύθυνση -γαμίκος παιδιόθεν-
κι αυτή μου είπε εικονικά λέει να τη γαμήσω
γιατί γουστάρει πιο πολύ το σεξ εκ του μακρόθεν.

Άκου να δεις! Από μακριά πίπα θέλει να πάρει…
Πώς γίνεται τώρα αυτό δεν το ʼχω καταλάβει,
πώς διάολο μέσω internet θα στείλω το παπάρι;
Και πώς θα διασφαλιστεί πως όλο θα το λάβει;

Με φίλους κουβεντιάζοντας πήρε το αυτί μου κάτι,
είναι καλό το cybersex πίσω από την οθόνη,
δε θέλει προφυλακτικά δε θέλει ούτε κρεβάτι.
Το γαμημένο το internet τον κόσμο πώς ενώνει!

Από την άλλη όμως μπορεί -αν τέτοια επιλέγεις-
να μπει μέσα η γυναίκα σου στα πράσα να σε πιάσει
μπροστά από την οθόνη σου την πούτσα σου ν’ αρμέγεις.
και τότε ένα είναι σίγουρο. Ο γάμος θα χαλάσει.

Τζάμπα το ρίσκο. Cybersex και άλλες αηδίες,
πρόστυχα τηλεφωνικά με ζουμερές ατάκες,
οι νέες τάσεις των καιρών, οι on line γνωριμίες,
να δείς δεν το γλιτώνουμε, θα γίνουμε μαλάκες.

stixakias.wordpress.com, 2007

.
15

Την κρίση εκκολάπτοντας, Κράτους περιουσία
λεηλατούσαν άπληστα πολιτικοί που τώρα
απ’ τον ανεύθυνο λαό, «για να σωθεί η χώρα!»,
ζητούν θυσίες θέλοντας να θάψουν την αιτία.

Θνησιγενής προσπάθεια θα βυθιστεί στον λάκκο,
δεν θ’ αθωώσουν εαυτούς οι λαοπλάνοι θύτες.
Ανέβλεψαν οι αδαείς και άσχετοι πολίτες,
συνήθους πλέον αψηφούν παραμυθιού τον δράκο.

Σπαταλημέν’ ατάσθαλα στα δανεικά του Κράτους
όσοι δεν ωφελήθηκαν πρόσθεσαν τα δικά τους
οι δικαιούχοι πενιχρών μισθών του Δημοσίου.

Μ’ αυτά πληροφορήθηκαν, κατέκτησαν την γνώση,
διεύρυναν ορίζοντες, έχοντας κατορθώσει
να δούνε πολυάριθμες χώρες της υφηλίου.
.

16

Απ’ το κεφάλι ως γνωστόν πάντα βρωμάει το ψάρι·
πάλιν επαληθεύεται η λαϊκή σοφία
αν και να ρίξουν ενοχής αλλού μ’ αναισχυντία
επιχειρούν δυσβάστακτα πρωταίτιοι τα βάρη.

Στο μόχθο δεν αρκέσθηκαν απλών εργαζομένων,
τα δανεικά που έλαβαν οι εκμεταλλευτές
ανάγκες δεν εκάλυψαν ποτέ κοινωνικές,
σε κέρδη μετετράπησαν εγχώριων και ξένων.

Άργησ’ η αγανάκτηση αλλ’ ήταν φυσικό
να έρθει όταν έλειψαν και τα ισχνά ψιχία.
Εγκαίρως να εξεγερθούν δεν είχαν τα στοιχεία,

λογιστικά τεχνάσματα κρύβανε μυστικό.
Swap και spread δεν ήξεραν υπάλληλοι του Κράτους
που σαν το μάννα εξ ουρανού παίρναν τα χρήματά τους.

Πρώτη δημοσίευση

.
13

Στην αιχμηρή της αγκαλιά λιτότητα σαν βάτος,
σε μια ειρκτή περικοπών κρατά οικονομία.
Άκρατη χειραγώγηση και η τρομοκρατία
της τρόικας κυρίαρχο καταρρακώνουν κράτος.

Άφθονες επιδέχεται το μένος ερμηνείες·
ένας ο άμεσος σκοπός παρά τις ταξικές,
θρησκευτικές ή εθνικές κι άλλες αναγωγές
σε όσες κι αν συντρέχουνε πρωταρχικές αιτίες.

Να καταπνίξουνε μοχθούν σαφώς καινοτομία,
την δημιουργικότητα και την φιλοπονία,
παντοειδούς θεμέλια γερά παραγωγής.

Πως θα ξηράνουν προσδοκούν τις δυο πηγές ισχύος,
μαζί με το εμπορικό, μέγιστο παγκοσμίως,
πως θα στραγγίσουν σύστοιχο πλεόνασμα ψυχής.

.
14

Ταχεί’ ανακατανομή της διεθνούς ισχύος,
άναρχες χρηματιστικών κινήσεις κεφαλαίων.
Βραχείς κρατούν στα χέρια τους τύχες των Ευρωπαίων,
τα μέγιστ’ αν και κρίνονται δεν κυβερνούν κυρίως.

Του ξένου τύπου όψιμες φώτισαν αναλύσεις
αυτά που ο μέσος Έλληνας εγνώριζε καλώς.
Οξύνους ο ηγέτης όσο και ο λαός,
έστεκε ως εξαίρεση αντίπαλος της κρίσης.

Στους φυσικούς συμμάχους του προσέφυγε πολίτες,
πρόσφορο βρήκε πρόσχημα η φθονερή χορεία
που μετατρέπει βαθμηδόν λαούς σε τρωγλοδύτες.

Την πτώση μεθοδεύοντας ηγήτορος εξόχου
πιο μισητή ανέδειξαν όλων την αριστεία·
ίση εκείνων, ευπειθούς, ολκή του διαδόχου.

Πρώτη δημοσίευση

.

11

Στα φανερά προσέφεραν υπνωτικές ρανίδες
πόρων κι επιδοτήσεων για να διατηρήσουν
του πετρελαίου θάλασσα κρυφή ώστε να σβήσουν
Ελλάδας γι’ ανεξάρτητη ανάπτυξη ελπίδες.

Έτσι δεν είν’ οξύμωρο ν’ αρνούνται οι δανειστές
δικού τους την εξόφληση κατοχικού δανείου.
Ακόμα και στα πλαίσια συμψηφισμού δολίου
οι τελικές προθέσεις τους προβάλλουνε γυμνές.

Ακολουθεί την πτώχευση απόληξη του χρέους:
πολίτες δούλοι έλκονται αλλοδαπού ελέους
ενώ τελείτ’ ακώλυτη πλούτου λεηλασία.

Ανοίκειο το θέαμα λαού ως αιχμαλώτου,
άλλη θα ήταν ασφαλώς η μοίρα του ασώτου
αν έπαιρνε ολόκληρη την πατρική ουσία.

.

12

Ενδέχεται μερίδιο να έχουν της ευθύνης
πολίτες αλλ’ ελάχιστο, δολίως οι ταγοί
τούτο τους παρεχώρησαν για να ναι συνεργοί,
λαού διαφθορά, γραμμή εσχάτη της αμύνης.

Των εκλογέων φάλαγγες πυκνές διεκδικούσαν
μέτρα για την προάσπιση συμφέροντος κοινού.
Οι αιρετοί στερούμενοι ανώτερου σκοπού
ρουσφέτια μόνον ευτελή να κάνουνε μπορούσαν.

Οι φαύλοι καλλιέργησαν λοιπόν την ανομία,
θέλουν σ’ αυτήν διάχυτη, ζητώντας αμνηστία,
δικά τους παραπτώματα ν’ αναμειχθούν βαρέα.

Κι ενώ την εύλογη οργή του κόσμου επωάζουν,
αριθμολάγνοι σκέπτονται και πολλαπλασιάζουν
με την πληθύ των πολιτών τα μέσα κλοπιμαία.

Πρώτη δημοσίευση