+π+υ_Β+__Γ +γ+_+__Ε+__Δ_Η_Ξ_Β+__Γ_+Υ+__Ζ_Α_Ε+_+_+χ_2013

*****
Απ’την αρχή μέχρι τον πρόωρο θάνατό σου
η τρομερή ομορφιά επαγρυπνούσε
για σένα, όπως τους άλλους προσπερνούσε
η τύχη ή η ατυχία τους. Κι εμπρός σου
στεκόταν πάντα στου Λονδίνου τα χαράματα,
σε μια σελίδα μυθολογικού βιβλίου τυχαία,
ίσως στης μέρας τα απλόχερα οράματα,
σε μια φωνή, ένα βλέμμα ή τα μοιραία
χείλη της Φάνυ Μπράουν. Τα μύρια ρίγη
της ορμής σου, Κητς, ο χρόνος πια θαμπώνει∙
η ελληνική υδρία σου και το έξοχο αηδόνι
θα ’ναι η αθανασία σου, κι ας έχεις φύγει.
Στου πανικού της μνήμης, τώρα, τη δικαίωση
δεν είσαι η στάχτη, είσ’ η φωτιά. Η αποθέωση.

Πηγή:
Το χρυσάφι των τίγρεων, 1988

Εικονογράφηση:
Χάρης Κοντοσφύρης, 2012

+ν+_+¬_Ζ+¬+¦+υ+_+¬ +γ+-+¦+¦+¬+χ_Γ 2012

***

Την πεδιάδα διασχίζεις της Καστίλης
και σχεδόν δεν τη βλέπεις. Σε παιδεύει
ένα δύσκολο εδάφιο του Ιωάννη και της ύλης
δεν προσέχεις τον ήλιο που βασιλεύει.

Το φως σκορπίζεται σπαρταρώντας∙ διαυγής
στα βάθη του ήλιου ανοίγει εκείνη
η πορφυρένια σκωπτική σελήνη
που είναι ίσως ο καθρέφτης της Οργής.

Γυρνάς το πρόσωπο και την κοιτάζεις.
Κάποια σου μνήμη ξεπετάγεται χωρίς ήχο.
Χαμηλώνεις το λευκόμαλλο κεφάλι

και προχωράς βαθιά στης λύπης σου το χορτάρι
χωρίς να θυμηθείς εκείνο τον παλιό σου στίχο:
Και είχε επιτύμβιο, το ματωμένο φεγγάρι.

Πηγή:
Ο Δημιουργός και άλλα κείμενα, 1980

Εικονογράφηση:
Τζουλιάνο Καγκλής, 2012

Γεώργιος Κορμπάκης_Crisis 2012***

***

Τώρα μόνο μπορώ καλά να νιώσω
πώς βρήκε ο Buonarroti τον Θεό του,
και του Camões την πίκρα, και του πρώτου
στους πρώτους Shakespeare, το σονέττο, πόσο

ξεπέρασεν, αλήθεια, τον καιρό του.
Μα κ’ η Stampa, η Labé κι ο Ronsard, όσο
πάθος, σάρκα, καρδιά, θα υπάρχουν, τόσο
καθένας τους θα ζει στο αθάνατό του

σονέττο. Εκείνοι, ας εγενήκαν σκόνη.
Πάνε αιώνες, όπου η σάρκα τους πονεί
σ’ ένα μικρό τραγούδι κι αναλειώνει

δίχως ποτέ να λειώνει, τι η καρδιά τους
η χωμάτινη, η απλή, απ’ τον έρωτά τους
και σάρκα του Θεού πήρε και φωνή.

Πηγή:
Τα ποιήματα, 1974

Εικονογράφηση:
Γεώργιος Κορμπάκης, Crisis, 2012

***
Σαν το τραγούδι της τρελής στην ακροποταμιά
Σαν το σαλό που ανάλαμψε και τώρα φέγγει ως πέρα
Σαν άλογο που υψώθηκε με φλόγες στον αγέρα
Σαν τη σιωπή που γέμισε σταυρούς την ερημιά

Σαν το κερί που τρέμισε χλομό στο μεσοφρύδι
Σαν άστρα που στραφτάλισαν στη νύχτα των ματιών
Σαν τις ψυχές που αδημονούν στα υπόγεια των σπιτιών
Σαν σπήλαιο που σε προσκαλεί στο πιο βαθύ ταξίδι

Σαν ποιητής που στο δικό του κόσμο έχει χαθεί
Σαν παραγιός που παίζοντας το φέρετρο καρφώνει
Σαν νύφη που μαρμάρωσε στο πετρωμένο χιόνι
Σαν τον προφήτη που έλιωσε προτού ν’ αναληφθεί

Σαν γέρος που αφουγκράζεται τη μνήμη του να λέει
Σαν κόρη που αναρίγησε στη μέλουσα ενοχή
Σαν άμαξα παλιοκαιρινή που τη χτυπά η βροχή
Σαν ένας σκούφος ναυτικός που στον αφρό επιπλέει

Σαν την καλύβα του ψαρά που πάει με τα νερά
Σαν πεταλούδα που έσβησε του αρρώστου το καντήλι
Σαν το ανεπαίσθητο άρωμα που βγάζει το ασφοδίλι
Σαν άγγελος που γδύθηκε τα κάτασπρα φτερά

Σαν ταξιδιώτης που έφτασε στο μακρινό παρόν του
Σαν δύτης που ξεχάστηκε στους κήπους των βυθών
Σαν πόλη που προσάραξε στο αέναο παρελθόν
Σαν επισκέπτης που έμεινε στη χώρα των νεκρών του

Σαν μια γυναίκα-φάντασμα στο τρίποδο του μπαρ
Σαν φλόγα που στο ρόδινο ποτήρι μέσα λάμπει
Σαν το παιδί που αποζητά στο παραμύθι να μπει
Σαν όνειρο που ζέστανε τον ύπνο του κλοσάρ

Σαν πόρνη που νοστάλγησε το παιδικό κρεβάτι
Σαν τη νεκρή που ζύμωνε τα Σάββατα ψωμί
Σαν τον τυφλό που ακολουθεί την ίδια διαδρομή
Σαν το λυχνάρι που έφεξε το δρόμο του υπνοβάτη

Σαν σήμαντρο που ακούγεται βαθιά στην προσευχή
Σαν οδοιπόρος που έχασε το σώμα του στο δρόμο
Σαν ένα χέρι αόρατο που σε χτυπά στον ώμο
Σαν κάποιος που κλειδώθηκε σε μια παλιά εποχή

Σαν τη γριά που φόρεσε το νυφικό της πέπλο
Σαν τον καθρέφτη που έδειξε στο φόντο το σταυρό
Σαν αστραπή που φώτισε το απρόσβατο ιερό
Σαν τον Χριστό που απρόσμενα κατέβηκε απ’ το τέμπλο

Σαν αίγαγρος που απ’ τον γκρεμό τον ωκεανό κοιτάζει
Σαν φίδι που υποτάχτηκε κι αγάπησε τη γη
Σαν τρένο που απ’ τη σήραγγα δεν έχει ξαναβγεί
Σαν βάρκα που πετάει ψηλά κι απ’ την καρένα στάζει

Σαν ό,τι στέκει αντίγνωμο στη μοίρα του κενού
Σαν ό,τι κλείνει τις ρωγμές στο ρημαγμένο σπίτι
Σαν ένα φέγγος διάχυτο στη νύχτα του ερημίτη
Σαν οδοδείχτης που οδηγεί στο δρόμο τ’ ουρανού

Σαν να ναι ο κόσμος εύ-μορφος κι ο χρόνος αδερφός
Σαν να μην κλείνουν πίσω σου για πάντα οι τόσες θύρες
Σαν να μη σκύβουν πάνω στις πληγές σου οι ψυχοθήρες
Σαν να μην έχουν σύνορα τα μάτια και το φως

Πηγή:
Μου γνέφουν, 2000

Εικονογράφηση:
Σπύρος Στούκας, 2012

***

Ο ποιητής υποφέρει           Ο ποιητής υποφέρει
γιατί έχει χάσει το δρόμο και πού πηγαίνει δεν ξέρει
και περπατά δίχως μνήμη σ’ αυτή τη χώρα του νότου
ενώ ένα μαύρο ποτάμι μπαίνει συχνά στ’ όνειρό του

Ο ποιητής δε γνωρίζει μόνο αγρυπνά και δακρύζει
σαν να τον κράζουν οι ρίζες υπόγειους κήπους σκαλίζει
και μέρα νύχτα τα ερείπια της ύπαρξής του ανασκάβει
κι ένα σκυλί σκοτωμένο μέσα στα τρόχαλα θάβει

Κι άλλοτε πάλι μονάχος κωπηλατεί σε μια λίμνη
και λυπημένος κοιτάζει την άδεια θέση στην πρύμνη
Κι ενώ απ’ τα βάθη των χρόνων ένα παιδί τον φωνάζει
νιώθει που η βάρκα του γέρνει κι αγάλι αγάλι βουλιάζει

Κι ακούει μια μάνα να λέει την ίδια πάντα ιστορία
Κρυμμένη πίσω από ράφια και σκονισμένα βιβλία
Κι όπως η νύχτα ζυγώνει και το σκοτάδι πυκνώνει
Βλέπει -απ’ αλλού- το κορμί του να το σκεπάζει το χιόνι

Πηγή:
Μου γνέφουν, 2000

Εικονογράφηση:
Γιώργος Λαναράς, Αναζήτηση ανθρώπου, 2007

Στον Κώστα Καρυωτάκη

Ω, δε χωρεί καμία αμφισβήτηση, ποιητές
είμαστ’ εμείς με κυματίζουσα την κόμη
-έμβλημ’ αρχαίο καλλιτεχνών- και χτυπητές
μάθαμε φράσεις ν’ αραδιάζουμε κι ακόμη

μια ευαισθησία μας συνοδεύει υστερική,
που μας πικραίνει ένα χλωμό, σβησμένο φύλλο,
μακριά ένα σύννεφο μαβί. Χιμαιρική
τη ζωή μας λέμε και δεν έχουμ’ ένα φίλο.

Μένουμε πάντα σιωπηλοί και μοναχοί,
όμως περήφανα στα βάθη μας κρατούμε
το μυστικό μας θησαυρό, κι όταν ηχεί
η βραδινή καμπάνα ανήσυχα σκιρτούμε.

Θεωρούμε ανίδεους, ανάξιους κι ευτελείς
γύρω μας όλους, κι απαξιούμε μια ματιά μας
σ’ αυτούς να ρίξουμε, κι η νέα ξανά σελίς
το θρήνο δέχεται του ανούσιου έρωτά μας.

Αναμασάμε κάθε μέρα τα παλιά
χιλιειπωμένα αισθήματά μας· εξηγούμε
το τάλαντό μας: «κελαηδούμε σαν πουλιά»·
την ασχολία μας τόσ’ ωραία δικαιολογούμε.

Για μας ο κόσμος όλος μόνο είμαστ’ εμείς,
και τυλιγόμαστε, μανδύα μας, ένα τοίχο.
Μ’ έπαρση εκφράζουμε τα πάθη της στιγμής
σ’ έναν -με δίχως χασμωδίες- μουσικό στίχο.

Γύρω μας κι άλλοι κι αν πονούν κι αν δυστυχούν,
κι αν τους λυγίζει, αν τους φλογίζει η αδικία
– ω, τέτοια θέματα πεζά ν’ ανησυχούν
τους αστρικούς μας στοχασμούς, είναι βλακεία.

Πηγή:
Tρακτέρ, 1934

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γεωργίου, Καταπίεση, χ.χ.

.
Συχνά για να σκοτώσουνε τον άδειο τους καιρό
οι ναύτες παίζουν με «άλμπατρος» που πιάνουν επιτήδεια·
τεράστιους γλάρους που πετούν απάνω απ’ το νερό
κι ακολουθούν, νωχελικοί συντρόφοι, τα ταξίδια.
 
Μόλις πάνω στου καραβιού τα ξύλα με χαρές
τους βασιλιάδες του γλαυκού ο ναύτης ακουμπάει,
αφήνουν τις φτερούγες τους εκείνοι χαλαρές
να τους κρεμούν σαν δυο κουπιά αχρείαστα στο πλάι.
 
Οι αγέρωχοι ταξιδευτές πώς φαίνονται δειλοί!
Τι αστείοι που ’ναι κι άσκημοι οι ωραίοι αιθεροβάτες!
Κάποιος το ράμφος τους με το τσιμπούκι του ενοχλεί
ή αναγελά κουτσαίνοντας τους φτερωτούς σακάτες.
 
Όμοια μ’ αυτούς τους πρίγκηπες του αιθέρα κι ο Ποιητής
ούτε για βέλη νοιάζεται ούτε αν βροντά κι αστράφτει·
μα μέσ’ στη χλεύη εξόριστος μιας κοινωνίας αστής
απ’ τα γιγάντια του φτερά στο βάδισμα σκοντάφτει.
.
Κάρολος Μπωντλαίρ, Δεκαπέντε ποιήματα, 1994
.
Στους προσφιλείς νεκρούς η Ποίηση κάνει λαμπρή κηδεία.
Μ’ επισημότητα και μ’ αίγλη μυθική
Βαθιά τούς θάβει. Χαιρετάει με μουσική
Τους ρίχνει στέφανα, μια πλάκα κρύα,
Πίσω των στίχων η ατέλειωτη πομπή
Κι απάνω μια επιτύμβια Ιστορία.

Αγγέλων χούφτες τους σφραγίζουν τη σιωπή
Μέχρι τη Δεύτερή τους Παρουσία
Που με συντρίμμια την ταφόπλακα οι νεκροί
Το νοτισμένο θα κινήσουνε κορμί

Κάποιες ασύνορες αφήνοντας πατρίδες
Ωριμασμένη να μας δρέψουν τη ζωή.

Αναστημένες οι νεκρές μας οι ελπίδες
Με νέα δύναμη γιγάντια, νέα ορμή,
Τα χέρια γύρω απ’ το λαιμό μας θα τυλίξουν.

Εκδικητές, τυραννοκτόνοι, να μας πνίξουν.

Το μεγάλο ταξίδι, 1971


.  

Στη Σοφία Κολοτούρου 

Τα όνειρα, οι φιλοδοξίες και οι προσδοκίες μας
κρέμονται από τα ράφια των βιβλιοπωλείων.
Κι εμείς ανακατεύουμε τους στίχους μας
ξεγελώντας τους φύλακες των νεκροταφείων.

Κρέμονται από τα ράφια των βιβλιοπωλείων
οι αγωνίες, τα πάθη και οι μνήμες μας,
ξεγελώντας τους φύλακες των νεκροταφείων
και κοιτούν από μακριά τις ψυχές μας.

Οι αγωνίες, τα πάθη και οι μνήμες μας,
γίνονται βορά στους αδηφάγους αναγνώστες
και κοιτούν από μακριά τις ψυχές μας
καθώς παραδίδονται στης ποίησης τους γνώστες.

Γίνονται βορά στους αδηφάγους αναγνώστες…
Κι εμείς; Ανακατεύουμε τους στίχους μας
καθώς παραδίδονται στης ποίησης τους γνώστες
τα όνειρα, οι φιλοδοξίες και οι προσδοκίες μας.

Πρώτη δημοσίευση

.

Πόσες ώρες θυσίασες, εαυτέ ταξιδιάρη,
τα πελάγη κοιτάζοντας και τα πέρα βουνά,
καρτερώντας παλίρροια ταξιδιών να σε πάρει
απ’ τα φώτα του τίποτα στο λευκό πουθενά.

Τι σοφία σπατάλησες, εαυτέ στιχοπλέκτη,
τις προτάσεις σου σπέρνοντας σε απότιστη γη
και ποθώντας η ποίηση, σα μια αίσθηση έκτη,
ν’ αναγάγει το χάος σου σε γαλήνια σιγή.

Πόσο θάνατο ξόδεψες, εαυτέ ριψασπίδα,
προσπερνώντας τη γένεση σιωπηλής ενοχής
και ρολόγια συνείδησης αγνοώντας, μ’ ελπίδα
ν’ ανταλλάξεις τη ζήση σου με ειρήνη ψυχής.

Εαυτοί, στις τρεις διαστάσεις σας με χτίσατε
κι ούτε στιγμής ελευθερία δε μ’ αφήσατε . . .

Όσο υπάρχει ποίηση, 6 Δαφνοστέφανα, 1993

.

Μου φυγε ο στίχος κι είμαι πάλι δίχως άλλον
φίλο που να βαθαίνει τις σχισμές της λύπης,
θρύμματα, φύλλα κάτω, χάδι που εκλείπεις
ξανά. Δεν έχω το κεφάλι που να βάλω.

Στα εισαγωγικά προστατευμένη η ρήση
κείνου που λείπει κι όμως πια δεν τον θυμάμαι
στρέφω εκεί την προσοχή, ακούω και να μαι
δίχως γραφτό, ψυχή, να κλαίω· και το μεθύσι

που δεν με σέβεται αρκετά να με τουμπάρει
προσφέρει κατακόκκινη μια ωραία γλώσσα,
ό,τι ζητώ, μια στάλα σάλιου· αραιώσαν
τα χρώματα, οι φωνές, οι μαύροι ιαγουάροι

της σκέψης μου. Σκεβροί, σκισμένοι παλιοκλώνοι,
κρέμονται οί λέξεις σαν παιδιά κι έχω παγώσει:
«Μην την αφήνεις. Δεν το θέλεις. Aς σε νιώσει
όπως το δάκρυ ένα τέλος φαρμακώνει».

Ό,τι φέρει η βροχή, 2010

.
Είναι  η  Μούσα  μου  μοιραία
δέσποινα  με  καλσόν.
Στην  πόλη  μας  από  μπετόν
υψώνεται  ακεραία

στου  ήλιου  το  πλάι  να  βρεθεί
στο  θόλο  τον  πριγκηπικό.
Μεταξωτό  φορά  βρακί
και  την  ποθούν  ένα  σωρό

φιλότεχνοι  αχρείοι
έτσι  που  σεργιανάει  με  χάρη.
Τώρα  που  ο  έρωτάς  μας  δύει
στο  κρυφό  της  συρτάρι

βρίσκω  τετράστιχα  γραμμένα
με  τέχνη  ισόθεου  αοιδού
που  έλειπε  πάντοτε   από  μένα.
Μασάει  τα  λόγια  της , «Στο  νου

άλλον  δεν  έχω  παρά  μόνο
εσένα  υμνητή  μου  ατσίδα!»
Αλλού  αυτά , της  λέω. Τη  διώχνω
ως  οπτασία  που  δεν  είδα.

poeticanet.com, 2007

.

Από το βράδυ ώς που να φέξει
Διαβάζω διάβαζε και Λέξη.
Κι αν βρέξει, απ’ την Ομπρέλα κάτου
να μπεις του Μάκη Αποστολάτου.
Αν θες να στείλεις τα γραφτά σου
για δημοσίευση στοχάσου:
o δρόμος προς τον ποιητή
περνάει απ’ τον συνδρομητή.

Φωστήρας γίνε με Φωστιέρη,
τον Σκοτεινό Έρωτα που ξέρει.
Κι αθανασία πιες λιγάκι
απ’ το Νερό του Πρατικάκη.
Τον Βλαβιανό με παρρησία
κλέψε και πες: κρυπτομνησία!
Γίνε του Τίποτα Αθλητής
και ο Κοντός προπονητής.

Με τον φαλλό να βγάζει μάτι
Στύσεως Εγκώμιον του Γαλάτη
μελέτησε – κι ένα Βραβείο
πάρε κι εσύ απ’ το υπουργείο.
Κι ένας φαλλός αν δεν σου φτάνει
πιάσε και του Υφαντή του Γιάννη,
που «αιρετικός» έγινε –αλί–
λέγοντας τον φαλλό καυλί.

Μες στην Στοά του Αρσακείου
η μασονία του βιβλίου.
Μέγας ο κάθε κακομοίρης
που προλογίζει ο Κώστας Μύρης.
Εδώ ανατέλλουνε τόσα άστρα –
ποιήτρια και η κάθε γλάστρα.
Κι όπου η γλάστρα τελικώς
εκεί και ο Βασιλικός.

Σ’ αυτήν την κόλαση του Δάντη
δόλιε ποιητή, πολιτικάντη,
γύρεψε μια έστω ρημαδο-
δάφνη –ό,τι πρέπει για στιφάδο–
και περιφέρσου άνω κάτω
στων σωματείων το αδελφάτο
κρατώντας μία συλλογή
στο χέρι σου γι’ ανταλλαγή.

Nobel λόγω ατεχνίας, 2008

.

Δεν χάσαμε και τίποτα σπουδαίο
στις παρακάμψεις των καλών ελπίδων
ψεύτικοι φάροι μας θαμπώσανε για λίγο
— κάτι χρονάκια που είχαμε τα δώσαμε στο γραίγο.

Ύστερα συνεχίσαμε σονέτο τη μισή ζωή
δεχτήκαμε κατάστηθα το μέλλον
— όσοι ξεφύγαν τις ριπές των αρχαγγέλων
δεθήκαν σε 12σύλλαβο σκοινί.

Μια τέχνη άχρηστη σε όλους.
Όμως ακούω να τρίζει στο κουπί
βήξιμο αποτσίγαρου του πρόγονου η φωνή
«Αν θέλεις τον Παράδεισο, βρες τα με τους διαόλους».

(Μια τέχνη άχρηστη σε όλους. Όμως καλύτερα έτσι, παρά εμι-
γκρές Πολωνός, γράφοντας εγγλέζικα αριστουργήματα.)

Σημειώσεις, τχ. 56, Ιούνιος 2002

.

Η φόρμα και το μάνταλο έπρεπε εξ αρχής να σπάσουν,
από τις κάννες άνθρωποι να βγουν, να προελάσουν :
η φόρμα ειρήνη και ηδονή είναι, ουράνια ελευθερία,
γι’ αυτό να οργώσω τους αγρούς με πιάνει μιά μανία·
η φόρμα επιζητεί να με στριμώξει, να με δέσει,
μα εγώ παντού ν’ απλώσω το είναι μου ποθώ με ζέση. –
Σκληρή είναι η φόρμα, καθαρή, ανελέητη, σιχαμένη,
που μου συστήνει στους πτωχούς τω πνεύματι εν γένει
τον εαυτό μου αφειδώλευτα να διαμοιράσω,
τη ζωή μου με ουσία να ταΐσω, μέχρι να χορτάσω.

alonakitispoiisis.blogspot.com, 2010

.

ΣΑΝΣΟΝ(έτο)

Στα πράγματα της Μούσας μπήκε ο Άρης
Όταν ο Ελύτης ήταν πια ογδοντάρης
Και φύλαγαν των στίχων δερβενάκια
Ξεφτίλες του εβδομήντα και μειράκια.

Κι ευθύς κάνει, με επένδυση μεγάλη
Σε Λάγιο, Κοροπούλη και Καψάλη,
Του λεύτερου του στίχου την κηδεία
Τη μύτη του βαστώντας μ’ αηδία.

Αμ δε! Του λάκκου πέρσευε ο κοπρίτης!
Μ’ όλον που σμπρώχναν όλοι σαν τα βόδια
(Ήτον λίγο μακρύς ο «μακαρίτης»).

Και, φυσικά, τους έστειλαν ισόβια
Ριμάδας ποίησης να σκάβουν το Μαντούδι
Μια-δυο χοντρές κωλιές του Γαργαντούδη.

* Το κώλον· (γραμμ.) τμήμα περιόδου που τελειώνει σε άνω τελεία || (μετρ.) μέρος στρ0φής· τμήμα στίχου που αποτελείται από δύο ή περισσότερους πόδες || κ.λπ. (Τα λεξικά)

Αντί, τχ. 529, 6.8.1993

..

Αγριομυρίκη εν τη ερήμω
επικατάρατος εν γη αλμυρά. . .
Έτσι το θέλησα και μη ρωτάς
Κι αν τώρα θλίβομαι είναι που σ’ αφήνω

στους πέντε δρόμους δίχως να χω πει
για σένα όσα σου άξιζαν και δίχως
να σε δοξάσει ένας μου στίχος
Τόσο βαθιά τόσο πολύ

σε σώπασα μέσ’ στη ζωή μου
Δεν ήτανε για να φανερωθεί
ούτε με ουράνια λόγια να ειπωθεί
αυτό το μυστικό που ήσουν κι ήμουν

Σε όσους με ποιήματα τα αισθήματα μετρούν
τι θα χεις από μένα να τους δείξεις;
Μια τέτοια αγάπη. . . δίχως αποδείξεις. . .
Και ποιος αυτός ο Βέρνερ Λέιο θα ρωτούν

Με τι καρδιά με τι πνοή είχα πάρει
τή ζωή. . . Μα δεν την άλλαξα· ούτε εσύ
Γι’  αυτό λοιπόν «χαμένη υπόθεση»
ο ποιητής Βύρωνας Λεοντάρης

Εν γη αλμυρά, 1996

.

ΓΙΑ ΤΗΖ ΖΩΗΝ

Κατζ’ η ζωή, καλή
η πόρτα της έμ πάντα χαμηλή
τούτομ ποττέ μεν το ξιχάσης
πρέπει να σιύβκεις να περάσης.

.

ΠΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΝ

Μεμ μου λαλής εξιζουμίστηκες ας γράψουν τζ’ άλλοι
τζ’ ο ποιητής έν όπως τ’ όξυνον,
π’ ώσπου το σφίγγεις βκάλλει.

.

ΓΙΑ ΤΗΓ ΚΑΡΔΙΑΝ

Έν η αλήθκεια πως συνέχειαν
έσιει μας πάσ’ στην τζεφαλήν της
αμμά έγ κόσμος τούτος, να χαρής,
να την αφήκης μανισιήν της;

.

Η λέξη, τχ 152, Ιούλιος-Αύγουστος 1999

.

Τ’ άλογο τ’ άλογο πάει εγέρασε
τ’ άλογο τ’ άλογο έγειρε κι έπεσε
τ’ άλογο τ’ άλογο πάνω στις λέξεις

κίνδυνος, θάλασσα, άνεμος
ούριος, πόλεμος, θρίαμβος

έρωτας, όνειρο, αίσθηση,
θύμηση, ποίηση, θάνατος.

Ποιητική τεχνολογία, 1998

.

Μια γυναίκα κοιτάζει τη θάλασσα
Μια γυναίκα μ’ ολόμαυρη ράχη
Μια γυναίκα μονάχη.

Και το κύμα που σπάει
–καθώς βγαίνουν τ’ αστέρια–
ταπεινά ακουμπάει
στην ακτή τον ανάπαιστο∙
τον ανάπαιστο
που της γλείφει τα χέρια

Ποιητική τεχνολογία, 1998