Yesenin3

*****************************************************************************
Του χωριού στερνός ποιητής, και κουβαλώ
τα τραγούδια μου τ’ απλά σ’ αυτό το χώμα·
των αγίων το εικονοστάσι προσκυνώ·
σαν κερί αναμμένο λιώνει μου το σώμα.

Στο ρολόι του φεγγαριού, βραχνοί, βραχνοί,
όταν δώδεκα αυστηροί σημάνουν χτύποι,
τον Μεσσία θαϊδώ που ορθός θ’ αναφανεί
στο γαλάζιο, εκεί στο βάθος, ανθοκήπι.

Και το χέρι του από σίδερο σκληρό
το σανό των τραγουδιών μου θα θερίσει,
και τους σπόρους μου, που μόνο στον αγρό
θα μπορούσαν να βλαστήσουν, θ’ αφανίσει.

Τότε, στάχυα κι άλογά μου, θλιβερά
θα καλούν αυτόν που λείπει πέρα, πέρα
και το κλάμα τους θα χύνεται βουερά
και θα σβήνει μες στα ουρλιάγματα του αγέρα.

——————————-

Όχι φωνές, πικρίες και κλάματα.
Αντίο, μηλιές πούχα αγαπήσει·
μ’ άγγιξε κιόλας το φθινόπωρο
κι η νιότη απόμακρα έχει σβήσει.

Τα καρδιοχτύπια, πάει, περάσανε·
ναι, λίγη ψύχρα – η πρώτη. Το ίσο
χαλί των χωραφιών που αγάπησα
γυμνόποδος δεν θα πατήσω.

Αντίο, ωραίες περιπλανήσεις μου,
των αισθημάτων μου άγρια δάση·
νιότη τρελλή που τα τραγούδια μου
παράφορα είχες λαμπαδιάσει.

Κανένα πια τρανό λαχτάρισμα·
μη και μες στ’ όνειρο έχω ζήσει:
Καβάλλα σ’ ένα ρόδινο άλογο
μια χαραυγή έχω διασχίσει.

Φύλλα από μαυρισμένο μέταλλο
σπορπάει τριγύρω το σφεντάνι.
Ευλογημένο ας είναι ό,τι άνθησε
πάνω στη γη και θα πεθάνει.

Πηγή:
Σεργκέη Γεσένιν, Ποιήματα, 1981

Advertisements

Marios Prasinos_1964 (1)

 

***

Τίνος είναι τα δάση αυτά, θαρρώ το ξέρω.
Ωστόσο μένει στο χωριό, κι ενώ το στρώνει
Δεν θα το μάθει πως σταμάτησα εδώ πέρα
Να δω που σκέπασε τα δάση του το χιόνι.

Στ’ αλογατάκι μου θα μοιάζει ξένο πράμα
Που σταματώ καθώς δεν βλέπει γύρω σπίτι
Τούτο το πιο σκοταδερό του χρόνου βράδυ
Δίπλα σε δάση και μια παγωμένη κοίτη.

Δίνει ένα σείσμα στα κουδούνια της σαγής του
Ρωτώντας μήπως έχει γίνει κάποιο λάθος
Πέρα απ’ αυτό μόνο το θρόισμα των νιφάδων
Κι ο άνεμος θωπευτικός από το βάθος.

Χαριτωμένα, σκοτεινά, πυκνά τα δάση
Μα εγώ χω ακόμα μίλια εμπρός μου για να φτάσω
Κι έχω ένα πλήθος υποσχέσεις να τηρήσω
Πριν πέσω για να κοιμηθώ, να ξαποστάσω.

Πηγή:
Ρόμπερτ Φροστ, Εικοσιπέντε ποιήματα, 1997

Εικονογράφηση:
Μάριος Πράσινος, 1964

Μιχάλης Μανουσάκης, Με αφορμή τη Δωδώνη, 2001

***

Ο κόσμος αυτός θα περάσει.
Ψηλά, του Γαλαξία πυρώματα
και μέσα μου αναμμένα δάση.
Βήχω πέτρες και χρώματα –

Χώματα φλογερά. Ζωή μου στο φτερό
Αυτός ο κόσμος έχει ραγίσει.
Πέτρινη ρίζα, γκρίζο μου χωριό
στην άλω του θανάτου σου έχω ζήσει.

Στου Γαλαξία τ’ ασημένια δάση
σκορπίζει, άγνωστη, η ψυχή μου γύρη.
Από τη γέννα, στο βασίλεμα είχα γείρει.
Στον ώμο μου το κόκκινο πουλί θα ξαποστάσει.

Ο Ρήγας με τον Μαύρο του, έμαθα θα περάσει.
Το σφύριξε στον ύπνο μου το ιερό πουλί.
Ο κόσμος ένα ράγισμα και χύθηκα πολύ.
Μα της γενηάς μου οι φωνές ανάβουν, δάση –

Μια αγάπη να με πάρει· δίχως να δικάσει.

Πηγή:
Του νεκρού αδελφού, 2005

Εικονογράφηση:
Μιχάλης Μανουσάκης, Με αφορμή τη Δωδώνη, 2001

Δημοσθένης Αβραμίδης, Η Εις Άδου Κάθοδος, 2011

***

* * *

Με ένα ποίημα του Γ.Θ. Βαφόπουλου και μια αγιογραφία του Δημοσθένη Αβραμίδη, το Παμπάλαιο Νερό εύχεται σε όλους και όλες σας Καλές Γιορτές. 

* * *

***

Στης γήινής σου πορείας το τέρμα σαν εγγίσεις
και των βημάτων σου διακόψεις τη γραμμή,
την υψηλή κ’ επίσημη τούτη στιγμή
σκέψου καλά το χρέος σου πόχεις να εξοφλήσεις.

Πρόσεξε στις αδυναμίες σου μην ενδώσεις,
που τις εκμεταλλεύτηκες τόσο πολύ.
Καιρό δεν έχεις πια για νέαν αναβολή.
Είναι η στιγμή που τον εαυτό σου θα δικαιώσεις.

Αν όμως σε λυγίσει κάποια αδυναμία,
όταν θα σέρνεσαι προς τη Γεθσημανή,
πρέπει πως λιποψύχησες να μη φανεί,
κάμνοντας την ανάγκη σου φιλοτιμία.

Όχι λυγμοί και «το ποτήριον παρελθέτω . . . »
Κι’ ούτε να πεις: «Ηλί, λαμά σαβαχθανί;»
Μια φορά πάει κανείς στη Γεθσημανή.
Σαν τέλειος θεατρίνος το ποτήρι πιε το.

Μην κάμεις στα στερνά καμιάν απροσεξία
κι’ αηδιάσεις με κανένα μορφασμό.
Αν δεν παίξεις με τέχνη και θεατρινισμό,
χάνεις στερνά μαζί και την ευθανασία.

Πηγή:
Τα ρόδα της Μυρτάλης, 1931

Εικονογράφηση:
Δημοσθένης Αβραμίδης, Η εις Άδου Κάθοδος, 2011

***

***

Σε καιρούς περασμένους, σιδηρούν πεπρωμένο κυβερνούσε των ανθρώπων τα διάσπαρτα γένη, με βία βουβή. Βαρειές, ζοφερές αλυσίδες περισφίγγαν τις δειλές τους ψυχές. Απέραντη απλωνόταν η γη – κατάλυμα και πατρίδα θεών. Από τα βάθη των αιώνων υψωνόταν η μυστική της κτίση. Πέρα απ’ τα ρόδινα βουνά της αυγής, στον ιερό κόρφο της θάλασσας κατοικούσε ο ήλιος, φως ζωντανό που κατέκαιε τα πάντα. Ένας γίγας πανάρχαιος βάσταζε τον μακάριο κόσμο. Δέσμιοι κάτω απ’ τα βουνά κείτονταν της μάνας γης τα πρωτότοκα τέκνα. Ανήμπορα και με μένος ανήλεο για των νέων θεών τη μεγάλη γενιά κι όσους μαζί της συγγένευαν, τις χαρούμενες φυλές των ανθρώπων. Του πελάγους τα σκοτεινά, μαυροπράσινα βύθη ήτανε μιας θεάς η αγκάλη. Στα κρυστάλλινα άνδρα ξεφάντωνε λαός τρυφηλός. Ποταμοί, δέντρα, άνθη και ζώα κατείχαν αισθήσεις ανθρώπινες. Γλυκό κερνούσε το κρασί η αφθονία της νιότης – ένας θεός μέσα στ’ αμπέλια – μια στοργική μάνα θεά μες στων σπαρτών τον άπεφθο χρυσό – η ιερή μέθη του έρωτα, λατρεία γλυκύτατη στην πιο ωραία θεά. – Αέναη, πολύχρωμη γιορτή των τέκνων τ’ ουρανού και των κατοίκων της γης, θρόιζε ο βίος, καθώς η άνοιξη μες στους αιώνες. – Με αφέλεια παιδική προσκυνούσε κάθε φυλή την αβρή, χιλιόγλωσση φλόγα, σαν νά ’ταν η πεμπτουσία του κόσμου. Μα όλα αυτά δεν ήταν παρά μια ιδέα μονάχα, μια σκαιά οπτασία,

Που στη γιορτή χύμηξε βίαια την τερπνή
Και τις ψυχές τις έζωσε με άγριο τρόμο.
Κανείς θεός δεν είχε πια μια συμβουλή,
Κανείς δεν βρήκε για να στηριχτεί έναν ώμο.
Καμιά δεν δάμασε ικεσία την οργή
Και το θηρίο από κρυφό προσήλθε δρόμο.
Ήταν ο θάνατος που αυτή την ευωχία
Με δάκρυα έπαυσε, μ’ οδύνες κι αγωνία.

Παντοτινά τώρα απ’ τα πάντα χωρισμένοι
Όσα η ψυχή γλυκά ποθεί κι αποζητά,
Μακριά από κείνους που τους ήταν λατρεμένοι,
Τους μάταιους θρήνους τους και τ’ αναφιλητά,
Είδαν σαν σ’ όνειρο μονάχα οι πεθαμένοι
Την ανημπόρια μας που δέσμιους μάς κρατά.
Σκόρπισε κι έσβησε πια της χαράς το κύμα
Πάνω στων βράχων των αιώνιων το μνήμα.

Με τόλμη οι άνθρωποι, λαχτάρα αληθινή,
Εξωραΐζαν τη φρικτή τη μάσκα του Άδη.
Πώς σβήνει πράο παιδί το φως πριν κοιμηθεί –
Θά ’ρθει το τέλος, λέγανε, σαν άρπας χάδι.
Λειώνουν κι οι θύμησες στων ίσκιων την ροή –
Έτσι τραγούδαγαν το θλιβερό σκοτάδι.
Μα η Νύχτα έμενε αίνιγμα βαρύ η αιώνια,
Σκληρό σημάδι από μια βία καταχθόνια.

Πηγή:
Νοβάλις, Ύμνοι στη Νύχτα, μτφρ. Κ. Κουτσουρέλης, Περισπωμένη 2011
(Βραβείο Μεταφρασμένης Ποίησης «Άρης Αλεξάνδρου» 2012)

Εικονογράφηση:
Σωτήρης Σελαβής, Άτιτλο, 2011
(από την έκδοση της Περισπωμένης)

.

.

Και εξήλθεν Ιακώβ από του φρέατος του όρκου
και επορεύθη εις Χαρράν, και απήντησεν τόπω
και εκοιμήθη εκεί· έδυ γαρ ο ήλιος· και έλαβεν
από των λίθων του τόπου και έθηκεν προς κεφαλής
αυτού και εκοιμήθη εν τω τόπω εκείνω. και ενυπνι-
άσθη, και ιδού κλίμαξ εστηριγμένη εν τη γη, ης η
κεφαλή αφικνείτο εις τον ουρανόν, και οι άγγελοι
του θεού ανέβαινον και κατέβαινον επ’ αυτής.

ΓΕΝΕΣΙΣ, 28 10-12

Γνωρίζω τι θα γράφατε, πατέρες,
γνωρίζω, μα δεν θέλω να το γράψω·
είναι νωρίς ν’ ανέβω στους αιθέρες,
ν’ αναπαυθώ στα μέρη σας, να κλάψω·
και είν’ αργά, ξεκλήρισαν τις μέρες,
κι οι νύχτες μου ηχούν σαν ιστορίες
που απόστρατοι ψελλίζουν σε κυρίες.

Πλαγιάσαμε μαζί για ν’ αναρρώσει
η γη της πληγωμένης Αρκαδίας·
κοιμήθηκα του ύπνου σας τη γνώση
να ονειρευτώ μιας ένδον Ιαπωνίας
τις ανθισμένες κερασιές, την πτώση
αγγέλων που εξαγόρασαν τα ψεύδη,
τα τρόπαια του κόσμου που καθεύδει.

Στηρίχτηκε η κλίμακα στη γη μας
μα πέρασε τα σύννεφα κι εχάθη·
κι ανέβαινε τις σκάλες της πνοής μας
ο αγώνας των αγγέλων, που απ’ τα βάθη
μετέφεραν τη φλόγα της ζωής μας·
κι έπεφτε αργά σαν στάχτη η βασιλεία
των ουρανών στην άδεια πολιτεία.

Γνωρίζω τι θα γράφατε, πατέρες,
πόσο βαθιά στη φλέβα σας να σκάψω·
μα θα ναι αργά, σαν έρθω στους αιθέρες
να καρπωθώ τη λύπη σας, να κλάψω
τους ήρωες που δόξασαν τις μέρες·
κι οι νύχτες μου θα ζουν σαν παρωδίες,
με ιππότες, ξωτικά και βαλκυρίες.

Μυστήριο η έναστρη λατρεία
μιας θερινής μας νύχτας μυρωμένης·
μυστήριο οι σιωπές στα καφενεία,
όταν σκυφτοί σε σκότος ειμαρμένης
φωτίζουμε μια μακρινή σοφία,
και  πνέει αργά σαν ύπνος στην οδύνη
μια προσεχής τού κόσμου καλοσύνη.

Μυστήριο οι κάμαρες του βίου
μ’ ό,τι αμυδρό θα ’ρθεί να τις φωτίσει,
οι αναμονές σε σπλάχνα αεροδρομίου
κι η Ελένη που μοιραία θα δακρύσει
βουβή σαν συνοδός επιταφίου·
οι μαίες πού χαρμόσυνα κομίζουν
το μέλλον μας με κόρες που δακρύζουν.

Γνωρίζω τι θα ψέλνατε, πατέρες,
γνωρίζω, μα δεν θέλω να το ψάλω·
είναι αργά να σβήσω τους αστέρες
που ευδοκιμούν στο βλέμμα σας, την άλω
που σας φορούν κοσμήτορες αιθέρες·
δική σας η σιωπή που βασιλεύει
κι η δόξα που αναπέμπουμε στα ερέβη.

Ήρθαν στον ύπνο κάλλιστα γραμμένα
ερώτων απογεύματα, τα χείλη,
τα μέλη που μυρώθηκαν, και ξένα
πολύ μου φάνηκαν· ήρθαν και φίλοι
αμίλητοι στην άπλετην αρένα·
ήρθε στον ύπνο μέριμνα και στήνει
μιαν άρρωστη, λεμφατική σελήνη.

Ήρθαν στον ύπνο μαύροι εντολοδόχοι,
αγγέλματα που δεν γυρίζουν πίσω,
οι μάταιες αποστολές, τα όχι
που δεν κατάφερα να εξανθρωπίσω,
τεράτων μορφασμοί σε κάθε κόχη·
ήρθε στον ύπνο απόκοσμο σινάφι
σαν πλήρωμα χρησμού που δεν εγράφη.

Φοβάμαι τις ελπίδες σας, πατέρες,
το σκάφος που κατάφωτο πηγαίνει
και χάνεται σε σύμβολα κι αστέρες,
τον ύπνο σας που απόκοσμα βαθαίνει
μεμιάς σ’ ανυπολόγιστους αιθέρες·
δικό σας κι ό,τι εντός συγκατανεύει
στον τρόμο που τον κόσμο λιτανεύει.

Σε τόπο θερισμένο περιφέρει
τα πάθη της η Ρουθ η Μωαβίτις·
βραδιάζει, κι απ’ τ’ ολόδροσο το χέρι
του αρχάγγελου κυλά ο αποσπερίτης
πιο πένθιμος στο πλήρες καλοκαίρι·
στα πόδια της, αθώοι παρωρίτες,
συνάζονται κοτσύφια και σπουργίτες.

Λαμπρύνεται η Ρουθ η Μωαβίτις
αθέριστη σε χώρα θεριζόντων·
στο στήθος της κατέλυσε ό θύτης
νυχτερινός Θεός της και των όντων
θλιμμένος λογιστής κι ονειροκρίτης·
κι υψώνεται σαν προσφορά στ’ αστέρια
με στάχυα που της πέφτουν απ’ τα χέρια.

Κρυώνουμε, πατέρες, μας σαρώνουν
διατάγματα θανάτου· τις αργίες
τα σώματα πονούν και ζευγαρώνουν·
σε γάμους, σε βαφτίσια, σε κηδείες,
φοβόμαστε και μας κατευοδώνουν
στις παγερές του σύμπαντος βεγγέρες
κυρίες των δυνάμεων, μητέρες.

Κι ήρθαν βαθιά στον ύπνο μιλημένα
(σαν λόγια τραγουδιών που ξεχαστήκαν,
σαν από χάδι μητρικό λυμένα
τα μάγια που τα φύλαγαν) και βρήκαν,
τ’ αδάκρυτα κι ανώνυμα, για μένα,
βαθύτερα κι απ’ του παιδιού το κλάμα,
μια πίκρα και μια δύναμη συνάμα.

Προσήλθαν κι οι τιμώμενοι του Άδη
με λάμψεις παιδικού ρεπερτορίου,
βασίλισσες χιονιού που κάθε βράδυ
μια μουσική σκορπούσαν δωματίου,
ανοίγοντας πατρίδες στο σκοτάδι·
και μόνος σε λυκόφως ιπποσύνης
τους φόβους πολεμούσα μιας Μυρσίνης.

Χαρίζετε, φιλάσθενοι πατέρες,
στον κόσμο μας ωραία παρελθόντα
κι ατέλειωτες δικάσιμες ημέρες·
τις νύχτες, μ’ ένα θρήνο κατιόντα,
κλητεύετε στους άχραντους αιθέρες
τις κόρες σας που σκόρπιζαν κοχύλια
με πέτρινο μειδίαμα στα χείλια.

Εξάντλησε τις λέξεις, και το σώμα
σαν κέλυφος λατρείας στο κρεβάτι
επέπλεε, κι ανέβαινε στο δώμα
η μουσική του μαύρου κωπηλάτη·
στο πλάι αποκοιμήθη η νοσοκόμα,
και τ’ όνειρό της μέσα στ’ όνειρό του
εμάντευε το φως, τον πυρετό του.

Ο θάνατος, μια νύχτα του Φλεβάρη,
τον πότιζε τ’ αργό ναρκωτικό του·
σαν βρέφος βυθιζόταν κι είχε πάρει
στο πρόσωπο μαλάματα του νότου,
στο σώμα του ανώνυμα τη χάρη
(για μια στιγμή, κι ο Άδης επικράνθη)
μιας δόξας δίχως μνήμα, δίχως άνθη.

Το ξέρω πως ο χρόνος μου τελειώνει,
κι ο όρκος σας με κέρδισε, πατέρες,
σαν άνεμος της νύχτας που σαρώνει
τα πάθη μας, τα έργα και τις μέρες,
και τα κεντά στην υψίστη οθόνη·
κι οι πόλεις μας ακούν τα μυστικά του
με θέα σε μια θάλασσα θανάτου.

Τον γνώρισα, με το χωλό του βήμα,
με τα σγουρά μαλλιά και τα μεγάλα
τα μάτια, καθώς άνοιγε το μνήμα
επίσημα στου ονείρου μου τη σάλα,
ντυμένος των πατέρων του το σχήμα,
και μίλησε σε πλήθος καλεσμένους,
βαρίσκιωτους προστάτες με τηβέννους.

Και θά γραφε, νεκρός, ο Λόρδος Βύρων,
στα μέρη των Ελλήνων ιστορία,
ο μέθυσος, ηδονολάτρης, είρων,
που κάποτε γυρεύοντας την Τροία,
κολύμπησε τον Βόσπορο, μαρτύρων
κι  ηρώων αδελφός και χορηγός μου,
εδώ, στα κατεχόμενα του κόσμου.

Φοβάμαι τη σημαία σας, πατέρες,
τα εμβλήματα στη φονική σας χλαίνη,
κομήτες, μισοφέγγαρα κι αστέρες·
το φθόνο σας που απόκοσμα βαθαίνει
και πυρπολεί τους άναρχους αιθέρες,
το  χέρι σας στο σχήμα του πολέμου
κι ό,τι σκιρτά στην ιαχή «λαέ μου».

Πλατεία Ομονοίας, κι έχει δύσει
ο ήλιος των ανθρώπων· απ’ τα βύθη
μιας πόλης που κι αυτός θα τη μισήσει
ξεπρόβαλε, εθελοντής στη λήθη,
ο πρόσφυγας του Πόντου, να ρωτήσει
απρόσιτους διαβάτες, Αθηναίους,
ονόματα των δρόμων και του κλέους.

Σε καφενεία Αλβανών κι Αράβων,
σε ξένη θαλπωρή καταποντίζει
μια νοσταλγία μακρινή των κάβων,
μια πρότερη ζωή που δεν αξίζει·
ο ύπνος ο ανέραστος των σκλάβων,
μπροστά σε κάποια πρόστυχην οθόνη,
σαν άγνωστο θεό τον βαλσαμώνει.

Το ξέρω πως ενήμεροι τελείτε
κι ενήμερους μας παίρνετε, πατέρες,
εκεί που αορίστως κατοικείτε,
ψηλά, στους πεισιθάνατους αιθέρες,
μηχανικοί μιας δόξας που αιωρείται·
προσφάτως, με τον άρρωστό μου γύπα,
σας έστειλα τραγούδια που δεν είπα.

Και φάνηκε στον ύπνο μου φερμένος
απ’ το βορρά, συνένοχος στο φως μου,
ο Βιζυηνός, αλλόκοτα ντυμένος,
προσφύγων συμπολίτης και του κόσμου
αντίδικος στη δόξα και το μένος,
μετρώντας, όπως τό ’θελεν ή τύχη,
μια τσακισμένη τέχνη με την πήχη.

Μου φάνηκε, σε μια στιγμή φενάκης,
την ώρα που προσεύχονταν οι κήποι,
πως κατοικούσαν στις σιωπές της Θράκης
συνέταιροι στο θάμβος και τη λύπη,
ο Σολωμός κι ο Κώστας Καρυωτάκης,
κι ανέβαινε στο φως κατακορύφως
σαν σκαλωσιά της τέχνης τους το ύφος.

Μικρύνατε στον κόσμο μας, πατέρες,
σαν πλάσματα νωχελικά μιας νήσου
που πλέει στους απόμακρους αιθέρες
πλησίστια με ναύλο παραδείσου·
στον ύπνο μας λικνίζονται γαλέρες,
που φέρνουν επιστρέφοντας στο μέλλον
μια νόσο από τα μέρη των αγγέλων.

Στηρίχτηκε η κλίμακα στη γη μου
μα πέρασε τα σύννεφα κι εχάθη·
κι ανέβαινε τις σκάλες της πνοής μου
ο αγώνας των αγγέλων, που απ’ τα βάθη
μετέφεραν τη φλόγα της ζωής μου·
κι έπεφτε αργά σαν στάχτη η βασιλεία
των ουρανών στην άδεια πολιτεία,

και σκέπασε τις μέρες μου σαν φάσμα
η λύπη σας, πατέρες, κι η  σοφία,
μα κράτησα για μια στιγμή στο χάσμα
του κόσμου που αποσύρθηκε μέ βία
μια δόξα που λαμπάδιασε σαν άσμα:
Θεέ, με δόσεις παίρνε με μαζί σου
στο φως του τεχνητού σου παραδείσου.

Υπό κλίμακα, 1991

.

Κύριε, είναι ώρα
να βοηθήσεις μια ψυχή
δρόμο να βρει τώρα
η ζωή μου η ρηχή.

Δεν μπορώ να ζω αντίθετα
με Σένα, κι όπου σταθώ
μ’ άγνωστους ρυθμούς κι επίθετα
βοήθεια Σου ζητώ.

Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω δικό μου Θεό.

Κύριε, δως μου θάρρος
το σκοινί να μην κοπεί
θέλω να ’μαι φάρος
που φωτίζει τη σιωπή.

Θέλω να πετάξω ελεύθερα
πιο πέρα κι απ’ το κενό
πράγματα μικρά και δεύτερα
δεν ξέρω ν’ αγαπώ.

Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω δικό μου Θεό.
Είμαι ακροβάτης
και γυρεύω καινούργιο Θεό.

Μ. Χατζιδάκις, Αντικατοπτρισμοί, 1993

.

Αν (όπως βάζει ο Έλληνας στο στόμα του Κρατύλου)
το όνομα είναι αρχέτυπο για κάθε πράγμα,
τα γράμματα που αποτελούν το ρόδο είναι το ρόδο
και στη λέξη Νείλος ρέει το νερό του Νείλου.

Έτσι, από φωνήεντα και σύμφωνα φτιαγμένο,
κάπου θα υπάρχει ένα φοβερό Όνομα που περιέχει
το νόημα του Θεού και η Παντοδυναμία το έχει
μέσα σε συλλαβές και γράμματα κρυμμένο.

Οι γενεές το έχουν σήμερα λησμονήσει.
Μόνο ο Αδάμ και τ’ άστρα το γνωρίζαν
μέσα στον Κήπο. Η οξείδωση της αμαρτίας
(λένε οι καββαλιστές) το έχει πια σβήσει.

Η αθωότητα και τα τεχνάσματα του νου
είναι άπειρα. Και ξέρουμε πως ήρθαν οι αιτίες
και οι καιροί που ο λαός του Θεού
έψαξε το όνομα στις εβραϊκές ολονυχτίες.

Αντίθετα από άλλες μνήμες, που παρεμβάλλουν
θολές σκιές μέσα στης ιστορίας τη θολάδα,
αξέχαστη και ζωντανή είναι ακόμα η μνήμη
του Ιούδα του Λέοντα, ραβίνου στην Πράγα.

Ζητώντας να μάθει ό,τι ξέρει ο Θεός, δηλαδή,
ο Ιούδας αφιερώθηκε στις μεταθέσεις γραμμάτων
και λεπτές, περίπλοκες παραλλαγές ονομάτων
ώσπου πρόφερε Εκείνο, που αποτελεί το Κλειδί,

την Ηχώ, τον Αφέντη και τη Θύρα του Ανακτόρου,
πάνω σ’ ένα ανδρείκελο που με αδέξια είχε φτιάξει
χέρια σκυμμένος, και πάσχιζε να το διδάξει
τα μυστήρια των Γραμμάτων και του Χωροχρόνου.

Το πλάσμα άνοιξε τα νυσταγμένα μάτια
και είδε χρώματα, άγνωστε μορφές μες σε μιά δίνη·
δεν καταλάβαινε και, ξάφνου, του τη δίνει
να δοκιμάσει ανοδικές κινήσεις προς τα σκαλοπάτια.

Με τον καιρό κατάλαβε πως ήταν (καλή ώρα
όπως κι εμείς) αιχμάλωτο σε μιαν ηχητική σαγήνη
γεμάτη από Πριν, Ενώ, Κατόπιν, Χτες ή Τώρα,
Δεξιά, Εγώ, Αριστερά, Εσύ, Άλλοι, Εκείνοι.

(Ο ραβίνος νομίζοντας τον εαυτό το πλάσμα Θείο
ονόμασε το πελώριο κατασκεύασμα Γκόλεμ·
γεγονός που αναφέρεται απ’ τον Σόλεμ
σε κάποιο περισπούδαστο χωρίο.)

Του εξήγησε λεπτομερώς το σύμπαν ο ραβίνος:
«Αυτά είναι τα πόδια μας, μ’ αυτά πατάς τη γη»
κι έτσι, μέσα σε λίγα χρόνια, εκείνο το κτήνος
κουτσά στραβά έμαθε να σκουπίζει τη συναγωγή.

Ίσως κάποιο να έγινε λαθάκι στα ψηφία
ή στου Θείου Ονόματος την προφορά·
γιατί παρόλη την απίστευτη μηχανορραφία
ο μαθητευόμενος άνθρωπος δε μίλησε ούτε μια φορά.

Τα μάτια του –μάλλον σαν σκύλου παρά ανθρώπου
ή, μάλλον, μάτια αντικειμένου, ούτε καν σκύλου–
πιστά ακολουθούσαν τον αφέντη του όπου
κι αν έστριβε στο σύθαμπο του μυστικού του ασύλου.

Κάτι αφύσικο και φρικαλέο είχε το Γκόλεμ
αφού, στο διάβα του, κρυβόταν ώς κι ο γάτος
του ραβίνου. (Τον γάτο δεν τον αναφέρει ο Σόλεμ,
εγώ τον επινόησα προσφάτως.)

Υψώνοντας τα χέρια στο Θεό του, χιλιάδες
μιμήσεις έκανε του Θεού του και χαιρόταν
ή, ηλίθια χαμογελώντας, διπλωνόταν
σε ανατολίτικους εδαφιαίους τεμενάδες.

Τρυφερά, μα και κάπως τρομαγμένος ο ραβίνος
το κοιτούσε και μονολογούσε κρυφά:
«Πώς μπόρεσα να δημιουργήσω τέτοια παρωδία
και δεν καθόμουν άπρακτος, φερόμενος σοφά;

Γιατί στ’ άπειρα σύμβολα να φτιάξω ένα ακόμα;
Γιατί σ’ αυτό το μάταιο κουβάρι των νοημάτων
που αιώνια ξετυλίγεται, ακόμα μια φορά
προσθέτω κι άλλον γύρο, άλλη μία συμφορά;»

Την ώρα που η ψυχή του αναχωρούσε,
είχε το βλέμμα του στο Γκόλεμ του στραμμένο.
Τάχα ο Θεός τί νά ’νιωσε καθώς κοιτούσε,
στην Πράγα τον ραβίνο του κατ’ εικόνα πλασμένο;

Χ.Λ. Μπόρχες, Ποιήματα, μτφρ. Δ. Καλοκύρης, 2006

.

Μια παραφωνία η γη. Πιστολιά σε κονσέρτο. Υπερ-
……………….βολική δόση
που ο υγιής οργανισμός θ’ αποβάλει. Κάποιος μας
………………σβήνει
απ’ το χάρτη: γράψε, λάθος· υπόθεση ρουτίνας
………………η διόρθωση.
Έτσι επιστρέφουμε σαν άσωτοι υιοί. Κανείς δεν
………………θ’ απομείνει.
Ούτε ο ήλιος. Ήλιε είσαι το φλας του ουράνιου θόλου.
Σαν γκογκ ξεκουφαίνεις τις ελπίδες. Υποταγμένη η γη,
ακολουθώντας τις δονήσεις, σταθερά, κάθε στιγμή
αποτυπώνεται στη σιωπηλή πλευρά του χρόνου.

Βραδιά στο «Flower»,  2001

.

Σαν να χα αποκοπεί απ’ την αλήθεια μου

Και σήκωσα ψηλά τα μάτια κι είδα
επάνω απ’ το κεφάλι μου μια Ανάσταση.

Ο κρότος του χρόνου, 2007

.

Πρόσμενα εδώ την άφιξη κάποιου μεγάλου πλοίου,
γεμάτου με μαλάματα, πέτρες, μπαχαρικά,
όταν, τα χέρια φέρνοντας στα μάτια, ξαφνικά.
μου ρθε η αίσθηση του ανώφελου, και του εντελώς γελοίου.

Γιατί εγώ ποτέ δεν είχα γιους μονογενείς,
να στέλνω σ’ υπεράνθρωπα ταξίδια έξ’ απ’ τους Πόντους,
κι ούτε με θρέψανε φυλές από ευσεβείς γερόντους
που άλλους, με τρόμο, να κρατούν στο χέρι ιθαγενείς.

Εγώ είχα μόνο μου πουλί στην κιβωτό τα λόγια,
κι αυτά θαλασσοπνίγηκαν, πριν φτάσουν ώς εκεί
όπου άγρια τα περίμενε ελπίδα, και κακή
έμπνευση, που στοχάστηκε μια Κόλασιν υδρόγεια!

Εντευκτήριο, τχ. 61, Απρίλιος-Ιούνιος 2003

.
 
I

Τα εβδομήντα – όταν άλλοι είναι νεκροί
και άλλοι γέροι – είναι μιά ηλικία πικρή
για τους ζωντανούς. Αλλά και τους υπόλοιπους
δεν θα τους υποδεχτεί ο Όλυμπος.
 
 Γιατί μετά θάνατον το σώμα
δεν θα ξαναπλάθεται από χώμα.
Αφού μετατρέπεται σε λίπασμα,
θα κυκλοφορεί ως απείκασμα.
 
 
II
  
Όλα δείχνουν πως διαβαίνουμε την Πύλη
δίχως τη σωματική μας ύλη:
 
 καθαρές ψυχές, άυλα πνεύματα,
άτρωτα απ’ τα μαγειρέματα
 
 του χρόνου, που –όμως σ’ εκείνα τα ύψη–
πολύ φοβάμαι πως θα μας λείψει.
 
 
III
 
Γιατί δίχως σώμα (έστω νεοσύστατο)
η αιωνιότητα θα ’ναι υποκατάστατο.
Χωρίς χείλια, ρώγες, στήθος,
θ’ απομένει μόνο η ιδέα, ο μύθος
 
 – βέβαια κι η μουσική των κόσμων,
αλλά μια μορφή διακόσμου,
όπως το βιολί ή το μαντολίνο
συνοδεύει λόγια, όχι εκείνο
 
που συνέβη (δίχως συνοδεία λαγούτου)
στον καιρό του. Ως εκ τούτου
από το να ζω μονάχα με τον ήχο
προτιμώ τα εβδομήντα και να βήχω.
 
Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001
.
Ποδήματα φθαρμένα, σαν της γριάς τα γνέματα,
και λαμπραστέρι μου έκπτωτο, τραυλό μαράζι,
κι εσύ, ψυχούλας σκιά, που βάλτωσες στα φλέματα
του γέρο-σατανά, που βλασφημά, κομπάζει,
τα τρόπαιά του πάρ’, τ’ αναίσχυντα, και κρέμα τα,
όπου η νύχτα, πιο από νύχτα, σε δαμάζει.
θαμμένος στου ανοσίου φαράγγια, λόγγους, ρέματα,
αιστάνσου το γλυκύτατον να πνεύσει αγιάζι,
σταλμένο, όλο, της σωτηρίας σου τα δέματα,
απ’ το Αρνίον, οπού πραότατα βελάζει.
μην κύπτεις, είναι πλάι σου, τα κακά πολέμα τα
με φως του, από σμαράγδι, αδάμαντα, τοπάζι.
διά του στεφάνου, πάντα καταλεί τα ψέματα
φουστάνι πια, της ανθρωπότητας, και νάζι,
κι ως οι άκανθες, τρυπώντας, πλημμυρίζουν αίματα,
η μυστική θυσία τον θάνατον αγιάζει.
 
Ο άνθρωπος από την Γαλιλαία, 2005

.

Από ποτάμι άνυδρο έφτασαν δυο σταγόνες
νιότης. Πού θα ’βρουν τις πηγές αυτοί που ’ναι να ’ρθούν;
Θα τους ζητήσουν τα κλειδιά αδάκρυτοι τελώνες
Στημόνι πίσω χάραξα,
να μη χαθούν.

Ρόδι μεστό ξεχύθηκε στο χώμα
Και πότισε
από άρραγο γυαλί
Λόγος που κυοφόρησε πολλών ανθρώπων στόμα
Κεραυνός μήτρας ήρθε η εντολή.

Ποιος ποταμός μάς γύμνωσε
Φέρνοντας στάχτες πύρινες ακόμα ζωντανές!
Έστρεψε αλλού τη μοίρα για
Να μετρήσει ανάστημα μπροστά στο αχανές.

Στίγμα, 2004

.

Θα ’ναι μια κρύα νύχτα ( αλλά και η νύχτα
πριν από αυτήν θα ’ναι εξίσου κρύα ).
Θα μας σκεπάζουν λειχήνες, βρύα,
χόρτα των τοίχων. Το σκοτάδι θ’ αλυχτά.

Χίλιοι άνθρωποι δεν θα μπορούν να σηκώσουν
μαζί ένα πεσμένο φύλλο.
Κι άλλο για ένα σάπιο μήλο
θα πουλάν την ψυχή τους όσο-όσο.

τρομαγμένοι –θα σκούζουν οι σειρήνες–
οι άγγελοι ( ανάποδα, με το κεφάλι
προς τα κάτω ) θα πέφτουν με αλεξίπτωτα.

Χλωμούς, ανήμπορους από τη ζάλη,
θα τους ρουφούν ηδονικά οι δίνες
του μηδενός, του τίποτα.

Σκοτεινές μπαλλάντες, 2001

.

Στο παράθυρο οι νιφάδες του χιονιά·
η καμπάνα η βραδινή αργά σημαίνει.
Η φωτιά τρίζει κι αχνίζει στη γωνιά
και στρωμένο το τραπέζι περιμένει.

Από δρόμο έχοντας φτάσει σκοτεινό
οδοιπόρος την εξώπορτα χτυπάει.
Δέντρο ολάνθιστο το έλεος, χρυσό,
το χυμό τον παγερό της γης ρουφάει.

Μπαίνει ο Ξένος τυλιγμένος τη σιωπή·
το κατώφλι οδύνη τώρα το πετρώνει.
Στο τραπέζι το ψωμί και το κρασί
λαμπυρίζουν μες στο φως που τα κυκλώνει.

koutsourelis.gr, 2007

.

*** Οι «Νέοι Ήχοι στο Παμπάλαιο Νερό» εύχονται σ’ όλους και σ’ όλες γιορτινές μέρες χαρούμενες και ανέμελες. Το προσεχές δεκαήμερο είναι για μας περίοδος  ανθολογικής ανάπαυλας. Θα τα ξαναπούμε πια  με τη νέα χρονιά, τη Δευτέρα, 4 Ιανουαρίου 2010.

.

Στη θλίψη έλιωσε η φωνή μου δε Σ’ ακούω
τώρα είμαι θόρυβος και λόγια και βοή
τώρα είμαι αντίλαλος αυτών που έχω μισήσει
μάτι κενό δράση ανερμάτιστη τυφλή

πρέπει ξανά ξανά στον άνθρωπο να εγκύψεις
ο Λόγος αίμα στο αίμα πάλι ν’ ακουστεί
θανάτωσέ με αν έτσι θέλησες μα πες μου

εκεί που Εγώ εκεί που Εγώ μαζί μου εσύ.

theodosisvolkof.blogspot.com, 2009

.

Μάθετε να μιλάτε καλά ελληνικά !
Στην γλώσσα αυτή δικάζει ο Πανταχού Παρών.
Ήγγικεν οσονούπω η βασιλεία των ουρανών.
Κι εκεί, στου φοβερού κριτήριου τον χώρο,
ίσως δεν βρείτε μεσολαβητή και δικηγόρο,
αφού η Παναγιά μιλάει μονάχα εβραϊκά,
κι ο Παύλος τρέχει και δεν φτάνει, άρον-άρον,
την υπεράσπιση να κάνει πολυπληθών βαρβάρων.

Για τον καθένα οι Άγγελοι, σε απλή δημοτική
έγραψαν και κρατούν κιτάπια μ’ έπαινους και ψόγους.
Δεν είν’ λοιπόν ανάγκη σοφούς να πείτε λόγους.
Η γλώσσα του παππού και της γιαγιάς αρκεί.

Μέμφομαι τον αιώνα, 2001

.

Σκούζουν κοράκοι, τα κωφάλαλα κρωξίματα
που απ’ ίσκιο τρόμου απλώνονται σ’ όλα τα μέρη.
μη σέρνεις, λύματα, τ’ αμαρτωλά σου βήματα,
στην επικράτεια που δε φέρει μεσημέρι.
αρνήσου τα δαιμονικά κρυφογνεψίματα,
τα μολυσμένα αρτύματα που σου προσφέρει.
θυμήσου ποιος περιπατεί πάνω στα κύματα,
κι είναι η καρδιά του αιματωμένο περιστέρι,
χέρι, που διώκει δόλους και φτενά κλεψίματα,
ποιος σφάζει τη θεότητά του κι υποφέρει.
οικεί σε ποιήματα κι υψόμετρα και κλίματα
που κελαηδεί κορυδαλλός και πνέει τ’ αγέρι,
και σβήνει του διαβόλου τα κακά ταξίματα
με το ν’ ανάφτει τον σταυρό του λιανοκέρι.
κι οίνο κερνάει την ανθρωπότητα απ’ τα κλήματα
που κάρπισαν στο σώμα του, όλο καλοκαίρι.

Ο άνθρωπος από τη Γαλιλαία, 2004

.

Φτάνω στην κόλαση αναλφάβητος. Μαθαίνω
τα βογγητά και τον ωμό τρόμο του ξένου.
Ακούω τριγύρα αυτό μονάχα· να πεθαίνου-
νε μ’ ένα «μάνα» στην ψυχή. Διαβαίνει τραίνο

με μηχανοδηγό τυφλό που χει βοηθό του
πανέμορφη, φρικτή την τύψη των ανθρώπων,
στη μνήμη των καρφί καιρών, των ένδον τόπων.
Του παντοαδύναμου γαμώ το κέρατό του.

Αίφνης, εδώ θα ψάλλουν δέντρα·  ελάτια, πεύκα·
κι εν τέλει εδώ θ
ανθίσει ρόδο η δικαιοσύνη·
θα
ρθεί ο Θεός, κανέναν πλέον να μην κρίνει·
και θα υψωθεί στο φως, μια φουντωμένη λεύκα.

Ουράνια λεύκα που εν τω βίω ποτέ δεν είδα,
να με φέρει σ’ εσέ τερπνή, αληθής πατρίδα.

Πράξη υποταγής, 2000