Baudouin Colignon,Το φτερούγισμα,2013

***

Στον κύριο Mário de Sá-Carneiro

Πριν τ’ όπιο η ψυχή μου υποφέρει.
Τη ζωή να νιώθεις τι ανημπόρια
και τώρα στ’ όπιο ζητάω παρηγόρια
όνειρα Ανατολής για να μου φέρει.

Η ναυτική ζωή θα με σκοτώσει.
Ο πυρετός πυρώνει το μυαλό
κι όσο κι αν ψάχνω για να λυτρωθώ
τη σωτηρία δεν μπορεί να μου τη δώσει.

Μες στο παράδοξο, την αστρική αγνωσία
ζω στου χρυσού τα κρόσσια τη ζωή μου,
κύμα όπου η άβυσσος είναι η τιμή μου
κι οι ηδονές της αρρώστιας μου η ουσία.

Καταστροφές που ο νους σου δεν τις βάνει,
τιμόνια ψεύτικα που γύρω μου γυρίζουν,
οράματα κρεμάλες ν’ ανεμίζουν
σε κήπους με ανθούς δίχως κοτσάνι.

Βαδίζω κουρασμένος δύσκολη ζωή
όλο δαντέλα και βερνίκια η ψυχή μου.
Νομίζω πως στο σπίτι έχω δική μου
τη μάχαιρα που καρατόμησε τον Βαπτιστή.

Για του προγόνου το έγκλημα σ’ αποσκευή κλεισμένος
ένοχος αισθητικής εκτίω την ποινή.
Τα νεύρα μου δεμένα είκοσι μαζί,
στο όπιο κυλίστηκα απελπισμένος.

Σαν η μορφίνη μ’ αγγίζει υπνωτισμένη
χάνομαι σε αιθέριους παλμούς
και σε μια νύχτα όλο ιριδισμούς
το φεγγάρι συναντάει την ειμαρμένη.

Ήμουνα πάντα ο τελευταίος μαθητής,
κοιτάζω τώρα το καράβι όλο βιάση
το κανάλι του Σουέζ για να περάσει
με τη ζωή μου αμφορέα της αυγής.

Έχασα ανώφελα την κάθε μέρα
Δούλεψα κι είμαι μόνο κουρασμένος
κι ο λαιμός μου σήμερα είναι σφιγμένος
από ’να χέρι που όλα τα διώχνει πέρα.

Παιδί ήμουν κι εγώ όπως όλοι σας μια μέρα.
Γεννήθηκα σε πορτογαλική επαρχία
γνωρίζω πολύ κόσμο απ’ την Αγγλία
που με περνούν για Άγγλο πέρα ως πέρα.

Ποιήματα και νουβέλες στο Παρίσι
στον Plon και στον Mercure θα επιθυμούσα,
κι άλλη από τούτη τη ζωή θα λαχταρούσα.
Θύελλες να ’χε το ταξίδι είχα ελπίσει!

Η ζωή στο πλοίο είναι θλιμμένη
αν και συχνά ο κόσμος διασκεδάζει.
Μιλώ με Άγγλους, Γερμανούς, λίγο με νοιάζει
αλλά η θλίψη της ζωής μου επιμένει.

Τον κόπο δεν αξίζει να ’χεις δει
Ανατολή, Ινδία, Κίνα και Περού.
Η γη είναι μικρή κι ίδια παντού
κι η ζωή καμιά δεν έχει εναλλαγή.

Γι’ αυτό για φάρμακο όπιο παίρνω.
Είμαι εδώ κλινήρης της Στιγμής.
Ζω στο ισόγειο της λογικής
και μαζί μου μόνο πλήξη σέρνω.

Καπνίζω. Κούραση πολλή. Γη
στην Ανατολή κι όχι στη Δύση!
Τι πήγα στις Ινδίες, τι ’χα ελπίσει;
Αν οι Ινδίες είναι μόνο στην ψυχή!

Πρωτότοκος κι άτυχος είμαι τόσο!
Την τύχη μου τσιγγάνοι κλέψαν.
Κι ούτε στο θάνατο προβλέψαν
ένα μέρος απ’ το κρύο να γλιτώσω.

Μηχανικός σπούδασα στη Σκοτία.
Όλη απ’ άκρη σ’ άκρη γύρισα την Ιρλανδία.
Η καρδιά μου σαν γριά κυρία
ζητάει ελεημοσύνη μπρος στην Ευθυμία.

Όχι στο Πορτ-Σάιντ μη σταματάς, καράβι της φωτιάς!
Στρίψε δεξιά, σ’ ισημερία άλλη πέρα.
Στο smoking room με τον κόμη όλη μέρα,
Γάλλο escroc, κόμη της συμφοράς.

Γυρίζω στην Ευρώπη για να γενώ μοιραία
ποιητής υπνοβάτης απλώς.
Είμαι μοναρχικός κι όχι καθολικός
πράγματα θα ’θελα να ’μουν σπουδαία.

Θα ’θελα να ’χα πεποιθήσεις και λεφτά,
άνθρωποι να ’μουν ασήμαντοι που ’δα εδώ.
Σήμερα τελικά άλλο δεν είμαι εγώ
παρά ένας ταξιδιώτης μοναχά.

Προσωπικότητα δεν έχω καμία.
Ο καμαρότος είναι από με πιο ευπρεπής
στους τρόπους του καθ’ όλα ευγενής
σαν Σκοτσέζος laird μέρες σε νηστεία.

Πουθενά να σταθώ δεν μπορώ. Για με είναι πατρίδα
όπου δεν είμαι. Αδύναμος είμαι και ασθενής.
Κι ο καπετάνιος γέρος χωρατατζής.
Με τη Σουηδέζα μ’ είδε… δεν έχω ελπίδα.

Μια μέρα σκάνδαλο εδώ θα κάνω,
για να μιλήσουνε για μένα οι άλλοι.
Νιώθω το θυμό να με τυφλώνει πάλι
κι απ’ τη ζωή αυτή πάω να πεθάνω.

Όλη τη μέρα πίνω και καπνίζω ουσίες
αμερικάνικα ναρκωτικά που σε κοιμίζουν.
Ανάγκη εγώ δεν έχω για να με ζαλίζουν!
Αλλάξτε μου εγκέφαλο για νεύρα έχω ορτανσίες.

Γράφω στίχους. Αδύνατο μου φαίνεται εμένα
ταλέντο να ’χω. Δεν με νοιάζει μία!
Τούτη η ζωή είναι μια αγροικία
για τις ευαίσθητες ψυχές μέλλον κανένα.

Οι Εγγλέζοι για να υπάρχουν είναι πλασμένοι.
Απόλυτα ταιριάζουν με την Ηρεμία.
Ρίχνεις κάποιο κέρμα στη γωνία
κι όλο χαμόγελα ένας τους έξω βγαίνει.

Στων Πορτογάλων το γένος ανήκω εγώ
που αφού ανακαλύψαν την Ινδία
μείνανε δίχως δουλειά καμία.
Πολλές φορές το ’χω σκεφτεί. Το μνήμα είν’ εδώ.

Στο διάβολο η ζωή κι ο κόσμος που τη θέλει!
Στο προσκεφάλι μένει άκοπο το βιβλίο.
Η Ανατολή είναι ένα αδειανό δοχείο
που το κυλάς παντού κι ούτε σε μέλει.

Στ’ όπιο κατρακύλησα. Να θέλετε από μένα
ζωή μ’ ωράρια και τάξη απ’ αυτές
μην το ζητάτε τίμιες ψυχές
που τρώτε και κοιμάστε νοικοκυρεμένα.

Στο διάβολο να πάτε! Σας ζηλεύω.
Τα νεύρα τούτα είν’ ο θάνατός μου.
Κανένα πλοίο δεν υπάρχει εμπρός μου
να με πάει όσο μακριά γυρεύω!

Στο τέλος όλα θα ’τανε πάλι το ίδιο πράγμα.
Θα ’θελα άλλο όπιο να πιω για να ξεφύγω
άλλα όνειρα που αντί σ’ αυτά να καταφύγω
θα μ’ έριχναν σε κάποιο άθλιο μάγμα.

Τι άλλο από πυρετός να ’ναι αυτό που νιώθω!
Πυρετός όλο και πιο πολύς.
Η αλήθεια είναι πως είμαι ασθενής.
Φίλοι μου άλλο δεν έχω πόθο.

Νύχτωσε κιόλας. Χτύπησε το καμπανάκι
έτοιμοι για το δείπνο πάμε όλοι.
Κοινωνική ζωή όπως στην πόλη
ένας μετά τον άλλο πιασμένοι απ’ το χεράκι.

Όλα θα ’χουν τέλος άσχημο θα δεις
(άκου!) αίμα και περίστροφο θα βγει.
Απ’ την ανησυχία αυτή που με ταλαιπωρεί
τρόπος δεν υπάρχει να σωθείς.

Όποιος με βλέπει σαν τους άλλους με νομίζει
εμένα, τη ζωή μου… Κοίτα έναν νεαρό…
Το ματογυάλι μου με κάνει να περνώ
για κάποιον που απ’ το πλήθος δεν χωρίζει.

Α πόσοι σαν εμένα θα ’ναι τώρα
στα πλοία με ψυχή το ίδιο μυστική!
Πόσοι ντυμένοι μ’ αυστηρή περιβολή
τη φρίκη της ζωής κρύβουν αυτή την ώρα;

Ενδιαφέρων όσο και εντός μου
ας ήμουνα τουλάχιστον κι απ’ έξω!
Πηγαίνω στο Μαέλστρομ κι όσο αντέξω.
Δεν κάνω τίποτα, αυτός είν’ ο χαμός μου.

Άχρηστος είμαι. Μα είναι ωραίο άχρηστος να ’σαι!
Αχ να μπορούσες τους άλλους να περιφρονείς
ακόμη και μ’ αγκώνες πληγωμένους να γενείς
όμορφος, ήρωας, τρελός, καταραμένος, να ’σαι.

Τα χέρια μου θέλω στο στόμα να βάλω
να τα δαγκώσω με λύσσα και κακία.
Θα ήταν μια ενέργεια όλο πρωτοτυπία
και θα διασκέδαζαν οι λογικοί, το δίχως άλλο.

Το παράλογο σαν άνθος τάχα μ’ ινδικό
που δεν το βρήκα στην Ινδία ανθίζει
στο μυαλό μου που η κούραση αναβλύζει.
Τη ζωή Θεέ μου ν’ αλλάξεις ή ένα τέλος δώσε εδώ…

Στην καρέκλα αφήστε με στην ησυχία μου,
ώσπου να με βάλετε στο μνήμα βαθιά.
Είμαι μανδαρίνος εγώ από γενιά,
μα μου λείπουν το τσάι, η ψάθα κι η ηρεμία μου.

Α τι ωραία στον τάφο να γλιστρήσω με ορμή
Σαν σε καταπακτή μέσα να πέσω εδώ!
Η ζωή μυρίζει σαν τον ξανθό καπνό.
Άλλο δεν έκανα απ’ το να καπνίζω τη ζωή.

Αυτό που θέλω είναι πίστη, ηρεμία στη ζωή μου
αισθήσεις μπερδεμένες όχι άλλο.
Θεέ μου, βοήθεια, τέλος δώσε δίχως άλλο!
Όχι άλλες κωμωδίες στην ψυχή  μου!

Πηγή:
Άλβαρο ντε Κάμπος, Θαλασσινή ωδή και άλλα ποιήματα, 2008

Εικονογράφηση:
Baudouin Colignon, Το φτερούγισμα, 2013

Advertisements

Χαρίτων Μπεκιάρης, Κερυνίτιδα έλαφος, 2012***

***
Στα μάτια σου πετούν πουλιά
Και φλόγες στα μαλλιά σου.
Διατρέχουν σύννεφο φιλιά
Τ’ ανήσυχα όνειρά σου.

Στον κόρφο σου λιγοθυμούν
Νιογέννητα ζαρκάδια,
Στο στόμα σου λαμποκοπούν
Αστραφτερά πετράδια.

Θα φτερουγίσουν τα πουλιά,
Θα φύγουν τα ζαρκάδια,
Θα μείνει μόνο μια αντηλιά,
Κάτι θαμπά πετράδια.

Πηγή:
Εμπρός, φύλλο της 6ης Ιανουαρίου 1962

Εικονογράφηση:
Χαρίτων Μπεκιάρης, Κερυνίτιδα έλαφος, 2012

Αχιλλέας Χρηστίδης, 2010

***

Πολύφυτο, βαθύτοπο, στης σιγανής λαμπάδας
–καθώς αρχίζει μάχη σκιών στην βραδυνή θαμπάδα–
στο λαδικό το φως, στο ρείθρο της ψυχής
χωριό, πλατειά φυλλώθηκες, να με δεχθείς.

Πηλόχτιστο έχω το κορμί κι ένα σακκούλι χώμα –
μ’ όλα τα σύμφωνα μιας γλώσσας άγνωστης– καρδιά.
Ένα σταφύλι χώμα κι από φως μια καρυδιά
Στον πόνο ψήνονται. Ψυχή και σώμα.

Κι ο θάνατος ακόμα.

Πηγή:
Ανάστασις του Ανδρέα Ταρκόφσκι, 2008

Εικονογράφηση:
Αχιλλέας Χρηστίδης, 2010

.
15

Την κρίση εκκολάπτοντας, Κράτους περιουσία
λεηλατούσαν άπληστα πολιτικοί που τώρα
απ’ τον ανεύθυνο λαό, «για να σωθεί η χώρα!»,
ζητούν θυσίες θέλοντας να θάψουν την αιτία.

Θνησιγενής προσπάθεια θα βυθιστεί στον λάκκο,
δεν θ’ αθωώσουν εαυτούς οι λαοπλάνοι θύτες.
Ανέβλεψαν οι αδαείς και άσχετοι πολίτες,
συνήθους πλέον αψηφούν παραμυθιού τον δράκο.

Σπαταλημέν’ ατάσθαλα στα δανεικά του Κράτους
όσοι δεν ωφελήθηκαν πρόσθεσαν τα δικά τους
οι δικαιούχοι πενιχρών μισθών του Δημοσίου.

Μ’ αυτά πληροφορήθηκαν, κατέκτησαν την γνώση,
διεύρυναν ορίζοντες, έχοντας κατορθώσει
να δούνε πολυάριθμες χώρες της υφηλίου.
.

16

Απ’ το κεφάλι ως γνωστόν πάντα βρωμάει το ψάρι·
πάλιν επαληθεύεται η λαϊκή σοφία
αν και να ρίξουν ενοχής αλλού μ’ αναισχυντία
επιχειρούν δυσβάστακτα πρωταίτιοι τα βάρη.

Στο μόχθο δεν αρκέσθηκαν απλών εργαζομένων,
τα δανεικά που έλαβαν οι εκμεταλλευτές
ανάγκες δεν εκάλυψαν ποτέ κοινωνικές,
σε κέρδη μετετράπησαν εγχώριων και ξένων.

Άργησ’ η αγανάκτηση αλλ’ ήταν φυσικό
να έρθει όταν έλειψαν και τα ισχνά ψιχία.
Εγκαίρως να εξεγερθούν δεν είχαν τα στοιχεία,

λογιστικά τεχνάσματα κρύβανε μυστικό.
Swap και spread δεν ήξεραν υπάλληλοι του Κράτους
που σαν το μάννα εξ ουρανού παίρναν τα χρήματά τους.

Πρώτη δημοσίευση

.
13

Στην αιχμηρή της αγκαλιά λιτότητα σαν βάτος,
σε μια ειρκτή περικοπών κρατά οικονομία.
Άκρατη χειραγώγηση και η τρομοκρατία
της τρόικας κυρίαρχο καταρρακώνουν κράτος.

Άφθονες επιδέχεται το μένος ερμηνείες·
ένας ο άμεσος σκοπός παρά τις ταξικές,
θρησκευτικές ή εθνικές κι άλλες αναγωγές
σε όσες κι αν συντρέχουνε πρωταρχικές αιτίες.

Να καταπνίξουνε μοχθούν σαφώς καινοτομία,
την δημιουργικότητα και την φιλοπονία,
παντοειδούς θεμέλια γερά παραγωγής.

Πως θα ξηράνουν προσδοκούν τις δυο πηγές ισχύος,
μαζί με το εμπορικό, μέγιστο παγκοσμίως,
πως θα στραγγίσουν σύστοιχο πλεόνασμα ψυχής.

.
14

Ταχεί’ ανακατανομή της διεθνούς ισχύος,
άναρχες χρηματιστικών κινήσεις κεφαλαίων.
Βραχείς κρατούν στα χέρια τους τύχες των Ευρωπαίων,
τα μέγιστ’ αν και κρίνονται δεν κυβερνούν κυρίως.

Του ξένου τύπου όψιμες φώτισαν αναλύσεις
αυτά που ο μέσος Έλληνας εγνώριζε καλώς.
Οξύνους ο ηγέτης όσο και ο λαός,
έστεκε ως εξαίρεση αντίπαλος της κρίσης.

Στους φυσικούς συμμάχους του προσέφυγε πολίτες,
πρόσφορο βρήκε πρόσχημα η φθονερή χορεία
που μετατρέπει βαθμηδόν λαούς σε τρωγλοδύτες.

Την πτώση μεθοδεύοντας ηγήτορος εξόχου
πιο μισητή ανέδειξαν όλων την αριστεία·
ίση εκείνων, ευπειθούς, ολκή του διαδόχου.

Πρώτη δημοσίευση

.

11

Στα φανερά προσέφεραν υπνωτικές ρανίδες
πόρων κι επιδοτήσεων για να διατηρήσουν
του πετρελαίου θάλασσα κρυφή ώστε να σβήσουν
Ελλάδας γι’ ανεξάρτητη ανάπτυξη ελπίδες.

Έτσι δεν είν’ οξύμωρο ν’ αρνούνται οι δανειστές
δικού τους την εξόφληση κατοχικού δανείου.
Ακόμα και στα πλαίσια συμψηφισμού δολίου
οι τελικές προθέσεις τους προβάλλουνε γυμνές.

Ακολουθεί την πτώχευση απόληξη του χρέους:
πολίτες δούλοι έλκονται αλλοδαπού ελέους
ενώ τελείτ’ ακώλυτη πλούτου λεηλασία.

Ανοίκειο το θέαμα λαού ως αιχμαλώτου,
άλλη θα ήταν ασφαλώς η μοίρα του ασώτου
αν έπαιρνε ολόκληρη την πατρική ουσία.

.

12

Ενδέχεται μερίδιο να έχουν της ευθύνης
πολίτες αλλ’ ελάχιστο, δολίως οι ταγοί
τούτο τους παρεχώρησαν για να ναι συνεργοί,
λαού διαφθορά, γραμμή εσχάτη της αμύνης.

Των εκλογέων φάλαγγες πυκνές διεκδικούσαν
μέτρα για την προάσπιση συμφέροντος κοινού.
Οι αιρετοί στερούμενοι ανώτερου σκοπού
ρουσφέτια μόνον ευτελή να κάνουνε μπορούσαν.

Οι φαύλοι καλλιέργησαν λοιπόν την ανομία,
θέλουν σ’ αυτήν διάχυτη, ζητώντας αμνηστία,
δικά τους παραπτώματα ν’ αναμειχθούν βαρέα.

Κι ενώ την εύλογη οργή του κόσμου επωάζουν,
αριθμολάγνοι σκέπτονται και πολλαπλασιάζουν
με την πληθύ των πολιτών τα μέσα κλοπιμαία.

Πρώτη δημοσίευση

.

9

Μέσος εν μέσω κρίσεως κατανοεί πολίτης
πώς μετερχόμενοι ταγοί σκεδάζουν ανομία
που ερχομένη άνωθεν σαθρώνει κοινωνία.
Της αμοιβαίας πίστεως ο φόβος διαλύτης.

Μοιραία τότε τίθεται δίλημμα του εγκλείστου·
suboptimal στρατηγική ατομικό συμφέρον
πάντοτ’ επιδιώξεων προκρίνει ευρυτέρων,
αμυνομένου εκλογή και όχι του απλήστου.

Όταν  διακυβεύονται δίκαιες κατακτήσεις,
συλλογικών προσπαθειών, πολυετών, καρποί,
καινοφανή και συγγνωστό γεννούν οι απαιτήσεις

της εξουσίας πρόσκαιρο σ’ αυτούς ατομισμό
που έκραζαν παλιότερα την πάνδημη κραυγή:
«τι λες ωρέ μινάρα; ξέρεις ποιος είμ’ εγώ;»
.

10

Λαός θυμάται κρίσεως αν και ακούει ρόχθο
ότι σαν φίλτρα highpass οι νόμοι λειτουργούν,
που καταπνίγουν ταπεινούς κι αφήνουν να περνούν
σε ξέν’ όσους υψώνονται πολλών πατώντας μόχθο.

Κατά της εκμετάλλευσης προσφέρουν προστασία
αντίσταση των πολιτών, προσωπικοί αγώνες
και όχι ανεφάρμοστοι και άψυχοι κανόνες
που δικαιώνουν ισχυρών ωμή αυθαιρεσία.

Έτσι παντού προόδευσαν πάντα οι κοινωνίες,
έτσι κι εδώ ιστορικές διδάσκουν εμπειρίες.
Μεστό προτύπων παρελθόν τους σύγχρονους εμπνέει.

Ηρωική και πρακτική προς των Ελλήνων φύση
ανεκαλύφθη πρέπουσα και τελεσφόρος λύση:
αδιακρίτως απειθούν και οι μικρομεσαίοι.

Πρώτη δημοσίευση

.

7

Μπορεί ως διαταραχή κι αυτή να εκληφθεί
Ελλάδος παρομοίωση που συκοφάντες κάνουν
για την οσμή διαφθοράς, τον θόρυβο αγώνων
και την οικονομία της με βάση τον αέρα.

Με πεταλούδα πιο πολύ χώρα τιμιοτέρα
μοιάζει απ’ όσες φάνηκαν στο πέρασμα των χρόνων.
Του ασθενούς πετάγματος οι επιπτώσεις φθάνουν
σε βάθος ακατάληπτο για τον ηττοπαθή.

Κανείς να θίξει δεν τολμά πολιτισμού κοιτίδα
γιατί τους θύτες νέμεσις θα πνίξει πλημμυρίδα
καθώς κακά κυοφορεί πτωχεύσεων τσουνάμι.

Οι Έλληνες περήφανοι την κεφαλή δεν σκύβουν.
Αυτού του είδους την ισχύ φτερά εντόμου κρύβουν
που το συνθλίβει άνετα νηπιακή παλάμη.

.

8

Διαίρει και βασίλευε· πάντα η εξουσία
υπέθαλπε βραδύνοια για να επιβληθεί,
ύπνο στις μάζες λογικό ενέβαλλε βαθύ
ώστε κοινού συμφέροντος να θάλλει αγνωσία.

Εξαπατώνται μερικοί που σε καιρό της κρίσης
έχουν ψευδή συνείδηση και στρέφοντ’ εναντίον
συντρόφων, ρίχνοντας νερό στον μύλο των κυρίων·
νοητικές φαντάζονται και ήθους διακρίσεις.

Αν ήσαν όσο έντιμοι νομίζουν κι ευφυείς
τότε δεν θα ελάνθανε αλήθεια προφανής:
όποιος δεν ωφελήθηκε τίποτα δεν οφείλει.

Δικαιωμένοι τάχατες τέρπονται υπερόπτες,
κακέκτυπα του Τίμωνα, χαιρέκακοι και σκώπτες
σατιρικά γυμνάσματα διαβάζουν και Κονδύλη.

Πρώτη δημοσίευση

.

.

5

Βρόχος αποκαλύπτεται ο τροφοδότης λώρος,
οικονομίας θάνατο, επώδυνο κι αργό,
φέροντας με την πρόσδεση σε νόμισμα σκληρό.
Θ’ αναπτυχθεί ελεύθερη κι όχι ως δορυφόρος.

Βεβαίως η μετάβαση ενέχει σοβαρές
δυσχέρειες και σύστοιχη, πρόσκαιρη απορία
που θα ’ναι αναμφίβολα πρόσφορη ευκαιρία
ώστε να λάμψουν έμφυτες του έθνους αρετές.

Αυτές και η εκπόνηση λεπτομερούς σχεδίου,
η ψύχραιμη εκτέλεση και ο συντονισμός
ταχεία εξομάλυνση του καθ’ ημέραν βίου

παρέχουν, κι αδιάφορο αν μόνος θεωρεί,
πάντοτ’ απαισιόδοξος ο συντηρητισμός,
βιαία διδασκάλισσα κάθε μεταβολή.

.

6

Εισέδυσε στο άσπιλο σώμα χωρών της Δύσης
απατηλώς, φθοροποιό της ασωτίας βέλος.
Δεν είναι πλέον δυνατόν, αφού κατέστη μέλος,
να το εκβάλουν αβλαβώς, κράτος αιτία κρίσης.

Διότι διαπλέκονται συμφέροντα κι υφαίνουν
ιστό που πάσχει αλγεινή την χρηματορραγία.
Αλλ’ άνοιξαν κι αόρατη στη συνετή χορεία
πληγή οδυνηρότερη όσα δεινά συμβαίνουν.

Ιδιοτέλεια μπορεί γεωπολιτική
την τιμωρό να συγκρατεί αλύτρωτη οργή,
του πρεσβυτέρου αδελφού, μα βράζει λυσσαλέα,

καθώς το ελπιζόμενο κοίτασμα σιτευτό
στους αναξίους έπαθλο προσφέρετ’ εν καιρώ,
ακόμη όμως εκκρεμεί μετάνοια βεβαία.

Πρώτη δημοσίευση

.

3

Εσχάτη περιφρόνηση του διεθνούς δικαίου,
αθέτηση των συνθηκών, χάλκευση των στοιχείων,
απόπειρα συγκάλυψης, νέων κρουνός δανείων,
φόρων κατασπατάληση του μέσου Ευρωπαίου.

Προφάσεις κι αποθράσυνση αντί της μετανοίας:
ευθύνεται λανθάνουσα κρίση «συστημική»
και περί γενικεύσεως η άσφαιρη βολή·
μοιραία η επιβολή ενδίκου τιμωρίας.

Εξάντλησαν την ανοχή γνησίων κληρονόμων
αρχαίου κλέους κίβδηλοι και παραβάτες νόμων,
Τούρκοι που νιώθουν Ιταλοί, οι άσωτοι του Νότου.

Άλλοι αισθάνονται βαθιά κι εκλεκτικά ιδέες
των κλασικών αφήνοντας παρεκτροπές χυδαίες,
σκέψεις χρησιμοθηρικές όπως του Διοδότου.

.

4

Υπάλληλοι, προμηθευτές, σύμβουλοι Δημοσίου
κι οι εργολήπτες· οι μικροί, μεσαίοι κι οι τεχνίτες·
αγρότες μ’ επιδότηση, εκπρόσωποι, μεσίτες·
νυκτερινές, εστίασης, και τάξεις εμπορίου·

θεράποντες ελεύθερων, κλειστών επαγγελμάτων
(άσημοι κι επιστήμονες), έπλεκαν φιλοπόνως
έναν ιστό κοινωνικό σκοπός οποίου μόνος
η προστασία ήτανε φτωχότερων στρωμάτων.

Ανθεκτικά τα νήματα: η τήρηση των νόμων,
συνέπεια, φιλότιμο, αλληλεγγύης έρως,
συνόλου το προβάδισμα έναντι των ατόμων.

Σοβεί εντούτοις κίνδυνος και αν διαρραγεί,
(μοχθούν μωροί κι ανάλγητοι), των πολιτών το μέρος
που η πλεκτάνη έθαλπε πρωτίστως θα πληγεί.

Πρώτη δημοσίευση

.

1

Ακόμα κι ο προπάτορας του συντηρητισμού
παραδεχότανε λαό ταυτόσημο με χώρα.
Αυτήν θα σώσουν τάχατες τα μέτρ’ ανθρωποβόρα
που κοινωνία οδηγούν στα πρόθυρα λιμού.

Με φόβητρο την πτώχευση, χωρίς ν’ αρθρώνουν λόγο,
εντολοδόχοι νάρθηκα υπερασπίζουν ξένο.
Προβάλλουν όσο τον λαό κρατούν διασπασμένο
ισχύος υποτίμηση και βούλησης τον ψόγο.

Αλλ’ εφικτή η αυτάρκεια και θα πραγματωθεί
ελλείψεις η ενότητα καθώς θ’ αναπληρώσει
αφού με άλλο σύστημα το κράτος οργανώσει.

Τούτο αρκεί αυτόματα για να εξαλειφθεί
το αίτιο που γέννησε την ευνοιοκρατία,
διαφθορά, φοροκλοπή, ραστώνη, ανομία.

.

2

Αιώνιο κι αμείωτο κλέος του Παρθενώνος
ακόπως κληρονόμησαν τα τέκνα του Αισχύλου.
Την Αφροδίτη βάρβαροι βεβήλωσαν της Μήλου,
ακόμα τους κουτόφραγκους πικρός δαγκώνει φθόνος.

Σχεδίασαν επίτηδες δύσκρατο μέτρων μείγμα
για να βαθύνουν ύφεση ώστε σε κύκλο φαύλο,
που μόνο προς την πτώχευση εξασφαλίζει ναύλο,
η χώρα να εγκλωβιστεί χωρίς ελπίδας ψήγμα.

Εύκολα πια οι νουνεχείς μπορούν να διαβλέψουν
υποκρυπτόμενο σκοπό: λαό να μετατρέψουν
πλούσιο και περήφανο σε πένητες κι επαίτες.

Και πάλι να παράγονται πολλά ν’ αρχίσουν πρέπει
από αυτά που φούσκωναν πριν των Ελλήνων τσέπη:
υπηρεσίες, δάνεια, φρέντο και μεζονέτες.

Πρώτη δημοσίευση

.

«Αυτό σας κάνει;» Τόσο νέα, με κοιτάζει
σαν να μην έχει μπροστά της έναν πελάτη
μα τον παλιό καλό της γνώριμο, κεφάτη,
πρόθυμη να μου δείξει τα κομψοτεχνήματα
του χώρου της, άνετη που θα προσελκύσει
αυτή κυρίως τα βλέμματα,
χωρίς να το διαφημίζει,
χωρίς να ντύνει την υπεροχή με νάζι.

Και σαν να με μαγεύει η προθυμία της λάμψης της
φτάνω πιο γρήγορα από το συνηθισμένο
να ξεχωρίσω —αν και πάντα περιμένω
εκρήξεις ανασφάλειας— δυο-τρία ζευγάρια
ανάμεσα στα  οποία μάλλον προτιμάω
το πιο ακριβό. Τα μάτια-
-της το εγκρίνουν και τολμάω,
πλημμυρίζοντας αγαλλίαση απ’ τη στάση της.

Ήδη στο σπίτι, προτού φύγω, ήμουν γεμάτος
ορμή, κουράγιο για ζωή και μέλλον. Φαίνεται
η προσδοκία της κατανάλωσης μαζεύεται
σαν μια χιονοστιβάδα που μεταμορφώνει
ιδανικά στιγμές. Και τώρα αναρωτιέμαι
μήπως για λίγο ακόμη
μπορώ, κάνοντας πως κοιτιέμαι,
να μείνω εδώ, σ’ αυτό το μήκος και το πλάτος.

Στρέφει το βλέμμα στη συνάδελφό της, όπως
αλλού θα στρέφεται στο άναμμα τσιγάρου,
αφήνει τα γυαλιά στις κοπελιές του πάγκου,
γελάει: «Τρίτη και δεκατρείς, μα μέχρι τώρα
μου πάει καλά». Δεν μ’ αποχαιρετά, πληγώνομαι,
κρατάω όμως τα δώρα
απ’ το χαμόγελό της — χαίρομαι
που πρόλαβα να πληγωθώ, μ’ αρέσει ο τρόπος.

Βγαίνω ξετυλίγοντας το καινούριο απόκτημα
στη συννεφιά. Ξέρω, καταλαβαίνω ότι
ήταν ψέμα, παρά την τραβηγμένη νιότη
του ενθουσιασμού μου (κι όσο κι αν πιστεύω
πως, δεν μπορεί, θ’ ανταποκρίθηκε για λίγο).
Τα γυαλιά μου χαϊδεύω
και στη χρήση τα παραδίδω,
μόλο που δεν επιτρέπει να γίνουν έμβλημα.

Στο λεωφορείο προσπαθώ να μην κοιτάζω
τις κοπέλες, για ν’ ανιχνεύσει το μυαλό μου
πάλι (σαν να ζητούσα απ’ το ραδιόφωνό μου
μια μουσική δοσμένη μοναχά σε όνειρο)
το πρόσωπό της. Κάθε λεπτό που περνάει
προστίθεται στο άπειρο
της απομάκρυνσης. «Μου πάει…»:
συχνότητα παράδεισου που δεν θα πιάσω.

Προτού χαθεί τελείως, η ζήλια σαν προστάτης
μου την προσφέρει: συζητάει με τον επόμενο,
τον βλέπει να διαλέγει ένα αντικείμενο
πανάκριβο, η σιγουριά και η κίνησή του
δείχνουν τη δύναμη με την οποία θα παίρνει
το χρήμα για ζωή του —
μια απόδοση βελτιωμένη
στη σειρά των δειγμάτων που κυλούν μπροστά της.

Βραδιά στο “Flower”, 2001

.

Από το βράδυ ώς που να φέξει
Διαβάζω διάβαζε και Λέξη.
Κι αν βρέξει, απ’ την Ομπρέλα κάτου
να μπεις του Μάκη Αποστολάτου.
Αν θες να στείλεις τα γραφτά σου
για δημοσίευση στοχάσου:
o δρόμος προς τον ποιητή
περνάει απ’ τον συνδρομητή.

Φωστήρας γίνε με Φωστιέρη,
τον Σκοτεινό Έρωτα που ξέρει.
Κι αθανασία πιες λιγάκι
απ’ το Νερό του Πρατικάκη.
Τον Βλαβιανό με παρρησία
κλέψε και πες: κρυπτομνησία!
Γίνε του Τίποτα Αθλητής
και ο Κοντός προπονητής.

Με τον φαλλό να βγάζει μάτι
Στύσεως Εγκώμιον του Γαλάτη
μελέτησε – κι ένα Βραβείο
πάρε κι εσύ απ’ το υπουργείο.
Κι ένας φαλλός αν δεν σου φτάνει
πιάσε και του Υφαντή του Γιάννη,
που «αιρετικός» έγινε –αλί–
λέγοντας τον φαλλό καυλί.

Μες στην Στοά του Αρσακείου
η μασονία του βιβλίου.
Μέγας ο κάθε κακομοίρης
που προλογίζει ο Κώστας Μύρης.
Εδώ ανατέλλουνε τόσα άστρα –
ποιήτρια και η κάθε γλάστρα.
Κι όπου η γλάστρα τελικώς
εκεί και ο Βασιλικός.

Σ’ αυτήν την κόλαση του Δάντη
δόλιε ποιητή, πολιτικάντη,
γύρεψε μια έστω ρημαδο-
δάφνη –ό,τι πρέπει για στιφάδο–
και περιφέρσου άνω κάτω
στων σωματείων το αδελφάτο
κρατώντας μία συλλογή
στο χέρι σου γι’ ανταλλαγή.

Nobel λόγω ατεχνίας, 2008

.

ή τ ο ι

ΟΡΜΗΤΙΚΟΣ ΗΜΙΑΙΜΟΣ ΣΚΥΜΝΟΣ
ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΕΙΣ ΤΟΝ ΗΧΟΝ «ΜΙΑ ΣΥΝΤΑΓΗ ΜΕΓΑΛΗ»

Ώς πότε θα μας βάζουν, τζιμάνια, στα «ψιλά»,
Κατοσταριές, χιλιάδες, αράδα στην ουρά;
Μ’ ένα μας ποιηματάκι, με κάποια κριτική,
Στην εφημεριδούλα την επαρχιακή;
Ν’ αρπάζουμε πασπάλαις αφ’ όλαις τις μεριαίς,
Να κρύβουνε τα γέλοια με βια στις συντροφιαίς;

Καλλιό ναι μια φυλλάδα, κ’ εμείς μοναδικοί,
Παρά μεσ’ στους αιώνες με τους στερνούς στερνοί.

Τι σ’ ωφελεί κι αν μείνης σε μια παραπομπή;
Στοχάσου πως για τούτο κουράστηκες πολύ!
Ενώ, τζουτζές, παλιάτσος, μπαμπέσης αν σταθής,
Μπορεί να σε προσέξουν και δυο-τρεις αφελείς.
Ξεσκίζεσαι, δουλεύεις την Τέχνη μια ζωή,
Κ’ εκεί που ξέρουμ’ όλοι σε γράφει πάλι αυτή.

( Εδώ σηκώνονται οι Ημίαιμοι ορθοί, και, υψώνοντες
τας χείρας προς τον Δομοκόν, κάμνουν τον Όρκον. )

Μη στοχασθή κανένας πως ήταν για σκατά
Και ξέπεσ’ εδώ-πέρα να παίζη τον Πασά!
Τιμώ την αφεντιά του κι ορκίζομαι σ’ αυτό:
Σε γνώμην ειδημόνων να μην υποταχθώ!
Εν όσω ζω στον κόσμον, ο μόνος μου σκοπός
Για να τους αφανίσω, θε να ναι σταθερός.
Κι αν παραβώ τον όρκον, να πέση μι’ αστραπή
Και να με κατακάψη, σα να χα λογική.

( Τέλος του Όρκου. )

Μπόγιες, τσανακογλείφτες, τσολιάδες, μανιακοί,
Στραγαλατζήδες, πάμε, για μιαν «Αληθινή»
(Τάχατες) «Ιστορία»* να ζώσωμεν σπαθί
Κι ότ’ είμασθε βλαμμένοι παντού να ξακουσθή.
Να βάλωμεν αδέλφια, ξαδέλφια και γονείς,
Τους φίλους, τα παιδιά μας κι όλους τους συγγενείς.

Μάιος 1981

* Ν. Παππά, Αληθινή ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας, 1973

koutsourelis.gr, 2008

.

Από τον ύπνο του έδυσε τ’ αστέρι,
και τ’ όνειρό του έχει αμετάκλητα κριθεί.
Α! Δεν έχει πια τίποτα να φοβηθεί
κανείς σ’ αυτά τα μέρη.

Κατά βάθος ασφαλώς το ξέρει:
Το κόμμα κρέμεται από μια κλωστή.
Η ψήφος του όμως έμεινε πιστή
κι αυτή η ψήφος θα το φέρει

αύριο και πάλι τιμημένο στη Βουλή.
Η πάλη για το μέλλον, φίλε, είναι επιστήμη
κι αν είναι εμπόδιο η μνήμη, κάνουμε και δίχως μνήμη.

Βάλε το λοιπόν μακρύ μανίκι, κρύψε την ουλή
και πάψε το τροπάρι με την εξορία.
Απόψε πρόταση μομφής: Προβλέπεται ολονυχτία. . .

Σημειώσεις, τχ. 42, Δεκέμβριος 1993

.

Μάγκες ό,τι προλάβαμε
ό,τι ήπιαμε ό,τι φάγαμε
το μήνυμα το λάβαμε
γραπτά προφορικά

Το τόνισε η Τρόικα
σε λίγο δε θα τρώει κα-
σε λίγο δε θα τρώει κα-
κανένας τελικά

Είναι πικρό σαν κώνειο
ρε μάγκα το μνημόνιο
και σαν τρελό δαιμόνιο
μας τρώει τα σωθικά

Κι όπως είπε κι η Τρόικα
σε λίγο δε θα τρώει κα-
σε λίγο δε θα τρώει κα-
κανένας τελικά

karabouzouklides.blogspot.com, 10.11.2010

 

.

Πατρίδα έχω τα βουνά, τις λίμνες και τ’ αγκάθια,
τα βοσκοτόπια τα χλοερά κι όλα τα κατακάθια.

*

Πατρίδα μου η Πάρνηθα που κάρβουνο έχει γίνει,
πατρίδα μου ο ανεύθυνος που δεν σηκώνει ευθύνη.

*

Πατρίδα μου είναι οι θάλασσες κι όλα τα ξερονήσια
που επιτελούνται τουρισμός και ξέφρενα γαμήσια.

*

Πατρίδα μου είναι ο Εφραίμ, οι βίλες και οι πισίνες.
Η Κλυταιμνήστρα που έγινε φόνισσα στις Μυκήνες.

*

Πατρίδα μου είναι οι υπουργοί, η Ζήμενς κι ο Τσουκάτος,
της Βιστωνίδας το νερό, οι όχθες και ο πάτος.

*

Πατρίδα μου το Ψυχικό, που όποιος το περπατήσει
θα νιώσει πως ανήκουμε αληθινά στη Δύση.

*

Πατρίδα μου η Αχαρνών και η πλάζα Κουμουνδούρου.
Κάθε γωνιά κι ένας καημός και το άρωμα του. . . ούρου.

*

Πατρίδα μου τα Ζωνιανά κι ο κουμπουροκουμπάρος
που στάζει από λεβεντιά και τον φοβάται ο Χάρος.

*

Πατρίδα μου το μακιγιάζ των πάντων κι όπως λάχει,
και ο Λεωνίδας στα στενά που έπεσε στη μάχη.

*

Πατρίδα μου η Ολυμπιακή που με φτερά σπασμένα
την παν για παρθενορραφή να πουληθεί. . . παρθένα.

*

Πατρίδα μου οι λιπαρές κοιλάρες των Ελλήνων,
τα τέσσερα επί τέσσερα και η δόξα των κρετίνων.

*

Πατρίδα μου τα διόδια και η κόκα που ρουφάμε.
Θρησκεία, πάστρα, πουτανιά: ωραία δεν περνάμε;

*

Πατρίδα μου έχω τη σιωπή και το δωμάτιό μου,
τον θρήνο της γειτόνισσας μες στον φωταγωγό μου.

*

Πατρίδα έχω μια στιγμή του ξύπνιου και του ονείρου
και ψάχνω στο τηλέφωνο τα εγγόνια του Ομήρου.

Ελευθεροτυπία, 11.10.2008

.

Δ η μ ώ δ ε ς

Ποιος είδε πλούσιον σεβνταλή, ποι0ς κρεπερί με ουζάκια
ποιος είδε σε δεξίωση τζέπωμα πανακότας
να δει και τον υπάλληλο να κόβγουν τα μιστά του!

Κατηγορούνε τον λουφέ, γκουβέρνα επιτιμούνε
και παραβλέπουν νομικούς, Οργανισμούς που στήνουν
παράλογους, παράταιρους, τίγκα στους νοματαίους.

Τώρα θε νά ρθει ρέμπελο και γεμιτζήδων φάραις
να βάζουν τα πετρέλαια στα μαύρα χαλκοπούλια
και νά χουν τσιγαρόβηχα εννιάχρονα γυφτσέλια.

Αντί να δίνουν φιπϊά, θα δίνουν για λαθραία
ντονακαράν και λάμπερτζακ, τα ντόκστεπς στα καλάθια
πίσω από τους Γκανέζηδες, με τσάντες των Κινέζων.

Κοντραμπατζήδες ήμασθεν ότε οι θρασείς ναπαίοι
κωλετικοί τραμπάκουλες και ο Μαυρογορδάτος
φέρανε δάνειο σαν τσιβί και σαν ξεδοντιασμένο.

Πάλι θε να ορμήσωμεν σε λαθρεμπόρου μοίρα
ευτύς να δυστυχήσωσι τελώναι τμηματάρχαι
και της Αβρούπας μπιστικοί, θα χάφτωσιν τας μύγας.

Στο τέλος θα μπατάρωμεν και θα μπατιρευθώμεν
εύμορφα πάντως κλέπτοντες αντίδωρον γερόντων
καθότι ακμήν του Δουνουτού, ο μπατακτσής προσμένει.

petefris.blogspot.com, 30.4.2010

.

Χαμήλωσα στο έλαχιστο τον ήχο
Κι οι πρόστυχες φωνές αυτοστιγμεί
Ακούγονται σαν ψίθυρος αγνές·
Σαν ψίθυρος μαζί με τις φωνές
Οι γλωσσικοί βιασμοί κι οι ξενισμοί
Που δεν απαριθμούνται σ’ ένα στίχο.

Διότι αν πρέπει να ’χω τέτοια γλώσσα
Με σόου τζάκποτ ζάπινγκ και τι-βι
Την καταργώ καλλίτερα εντελώς
Κι ας μείνει μόνο ως ψίθυρος απλός
Μιας πίστης υπενθύμιση ακριβή
Καθώς κοιτώ τα σύννεφα στην Όσσα.

Πλανόδιον, τχ. 21, 1994

.

Eγώ μονάχος να γυρνώ στα χάη,
χωρίς μιλιά ν’ αντέχω φονικά
κι εσύ στις 5 να καλείς για τσάι
κι η μάμυ σου να φτιάχνει τα γλυκά.

Μες το χειμώνα εγώ κι εσύ στο Μάη
στ’ άνετα εσύ κι εγώ στα ξαφνικά.
Κι όλο το πάθος σου για με να σπάει
σε γράμματα πολύ ρομαντικά.

Φύγε, μια στέρεη, κούφια γη σού πρέπει,
όπως ωραία το γράφει ο ποιητής,
δεν είναι η αγάπη τσάι και σαλέπι

μα πρέπει μέσα της ν’ αφανιστείς.
Κι όλο να διδαχτείς το αλφαβητάρι
της νύχτας, που στο ωμέγα θα σε πάρει.

Παυσίλυπα, 1987