img

***

Κοιτάξτε! Μια χοροεσπερίδα
στα έρημα κι έσχατα τα χρόνια!
Πλήθος αγγέλων πεπλοφόρο
και φτερωτό, κλαίοντας αιώνια,
στο θέατρο κάθονται να δούνε
φόβων κι ελπίδων κάποιο δράμα,
ενώ μια ουράνια μελωδία
η ορχήστρα παίζει κάτω αντάμα.

Σαν τον Θεό ντυμένοι μίμοι
σιγομιλούν και ψιθυρίζουν,
απλά νευρόσπαστα που τώρα
δώθε κι εκείθε φτερουγίζουν.
Όντα χωρίς μορφή τεράστια
αυτά τ’ ανδρείκελα προστάζουν
κι όταν χτυπούνε τα φτερά τους
απρόοπτες συμφορές τ’αρπάζουν.

Το ποικιλόχρωμο αυτό δράμα
κανένας δεν θα το ξεχάσει −
το φάντασμα που το διώκουν
(μα ο κυνηγός δεν θα το πιάσει)
γύρω στον κύκλο που επιστρέφει
ξανά στο ίδιο το σημείο.
Τρέλα και τρόμος κι αγωνία
του έργου αυτού είναι το στοιχείο.

Μα μες στη χλαλοή των μίμων
κάποιον παρείσακτο θα δεις:
ένα ματοβαμμένο πράγμα
από τα βάθη της σκηνής.
Και με θανάσιμες οδύνες
οι μίμοι γίνονται βορά του −
οι αγγέλοι κλαιν που ανθρώπου αίμα
στάζουν τα δόντια τα δικά του.

Μεμιάς τα φώτα σβήνουν όλα.
Πάνω από κάθε μια μορφή,
που τρέμει, λες καθώς σουδάρι
η αυλαία πέφτει ορμητική.
Σηκώνονται και λεν πως είδαν
κάτωχροι οι αγγέλοι δυστυχείς
την τραγωδία «Άνθρωπος», που είναι
ο σκώληξ πρωταγωνιστής.

Πηγή:
Ποιήματα, Τα Ανάλεκτα, 2015

Advertisements

+π+υ_Β+__Γ +γ+_+__Ε+__Δ_Η_Ξ_Β+__Γ_+Υ+__Ζ_Α_Ε+_+_+χ_2013

*****
Απ’την αρχή μέχρι τον πρόωρο θάνατό σου
η τρομερή ομορφιά επαγρυπνούσε
για σένα, όπως τους άλλους προσπερνούσε
η τύχη ή η ατυχία τους. Κι εμπρός σου
στεκόταν πάντα στου Λονδίνου τα χαράματα,
σε μια σελίδα μυθολογικού βιβλίου τυχαία,
ίσως στης μέρας τα απλόχερα οράματα,
σε μια φωνή, ένα βλέμμα ή τα μοιραία
χείλη της Φάνυ Μπράουν. Τα μύρια ρίγη
της ορμής σου, Κητς, ο χρόνος πια θαμπώνει∙
η ελληνική υδρία σου και το έξοχο αηδόνι
θα ’ναι η αθανασία σου, κι ας έχεις φύγει.
Στου πανικού της μνήμης, τώρα, τη δικαίωση
δεν είσαι η στάχτη, είσ’ η φωτιά. Η αποθέωση.

Πηγή:
Το χρυσάφι των τίγρεων, 1988

Εικονογράφηση:
Χάρης Κοντοσφύρης, 2012

Νίκος Χουλιαράς-Ζωγραφισμένος σε κλειστό δωμάτιο

88 8

Εσύ που μπήκες μαχαιριά
μες στην καρδιά μου τη θλιμμένη,
αγέλη εσύ δαιμονικιά
που αλλόφρονη και στολισμένη

το ταπεινό μου ήρθες μυαλό
να κάνεις κοίτη σου και χτήμα
– Άνανδρη που ’χεις με δετό
καθώς την άλυσο στο κρίμα,

καθώς τον παίκτη στα χαρτιά,
καθώς τον πότη στο μπουκάλι
και το νεκρό στη σκουλικιά,
– Καταραμένη ας είσαι πάλι!

Είπα του γρήγορου σπαθιού
τη λευτεριά να μου χαρίσει,
είπα του δόλιου φαρμακιού
τη δείλια μου να σταματήσει.

Μ’ αλί! Φαρμάκι και σπαθί
μου αντείπανε με καταφρόνια:
«Δεν πρέπει σου νά ’χεις λυθεί
απ’ τη σκλαβιά σου την αιώνια,

γιατί απ’ Εκείνης τη σκλαβιά
–χαμένε– αν σ’ έλυναν, στοχάσου,
Θ’ ανάσταινες με τα φιλιά
Το πτώμα του βρυκόλακά σου!»

Πηγή:
Μπωντλαίρ, 16 ποιήματα, 1970

Εικονογράφηση:
Nϊκος Χουλιαράς, Ζωγραφισμένος σε κλειστό δωμάτιο

Απόστολος Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013**********

Στου πικραμένου την αυλή ήλιος δεν ανατέλλει
Μόνο σκουλήκια βγαίνουνε να κοροϊδέψουν τ’ άστρα
Μόνο φυτρώνουν άλογα στις μυρμηγκοφωλιές
Και νυχτερίδες τρων πουλιά και κατουράνε σπέρμα.

Στου πικραμένου την αυλή δε βασιλεύει η νύχτα
Μόνο ξερνάν οι φυλλωσιές ένα ποτάμι δάκρυα
Όταν περνάει ο διάβολος να καβαλήσει τα σκυλιά
Και τα κοράκια κολυμπάν σ’ ένα πηγάδι μ’ αίμα.

Στου πικραμένου την αυλή το μάτι έχει στερέψει
Έχει παγώσει το μυαλό κι έχει η καρδιά πετρώσει
Κρέμονται σάρκες βατραχιών στα δόντια της αράχνης
Σκούζουν ακρίδες νηστικές σε βρικολάκων πόδια.

Στου πικραμένου την αυλή βγαίνει χορτάρι μαύρο
Μόνο ένα βράδυ του Μαγιού πέρασε ένας αγέρας
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Κι αν θα διψάσεις για νερό θα στύψουμε ένα σύννεφο
Κι αν θα πεινάσεις για ψωμί θα σφάξουμε ένα αηδόνι
Μόνο καρτέρει μια στιγμή ν’ ανοίξει ο πικραπήγανος
Ν’ αστράψει ο μαύρος ουρανός να λουλουδίσει ο φλόμος.

Μα ήταν αγέρας κι έφυγε κορυδαλλός κι εχάθη
Ήταν του Μάη το πρόσωπο του φεγγαριού η ασπράδα
Ένα περπάτημα ελαφρύ σα σκίρτημα του κάμπου
Ένα φιλί της θάλασσας της αφροστολισμένης.

Πηγή:
Αμοργός, 1943

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Νίκος Γκάτσος, 2013

*Βλάσης Κανιάρης, Νέος, 1974**

***

Τα ρόδα ξενιτεύουνται σε μνημική εξορία
Απόστολος Μελαχροινός

Μοιάζει σαν στίχος λυρικός,
ο λυγμικός, στερνός της λόγος.
Είν’ ένας Αύγουστος ζεστός,
πονετικός, της θλίψης σπόγγος.

Με το Σεπτέμβρη που θα ’ρθεί
θα ’χει χαθεί μι’ ακόμη ελπίδα.
Δύση που τρέμει με θολή
μαρμαρυγή, πικρή σφραγίδα.

Ό,τι κι αν πόθησε κρυφά,
ψιθυριστά, δεν ήρθε πάλι.
Ρόδο Του Κανενός μαδά
την άγρια ερημιά να ράνει.

Πηγή:
Από μνήμης, 2010

Εικονογράφηση:
Βλάσης Κανιάρης, Νέος, 1974

Τάσος Μισούρας, Από το σκοτάδι στο φως, 1991

***

Αφήστε όλα τα φώτα αναμμένα
Κάποτε θα χορτάσετε σκοτάδι

Πηγή:
Χρονοσυλλέκτης, 2011

Εικονογράφηση:
Τάσος Μισούρας, Από το σκοτάδι στο φως, 1991

Βαγγέλης Γκόκας, Ο νεκρός μαέστρος

***

Πεθαίνουμε κι’ αφήνομε το κάλλος του Χειμώνα,
που είναι ο ουρανός σαν σάβανον ωχρός, σαν τέφρα ωχρός·
κι’ αφήνομε την Άνοιξη, που είναι ο καιρός
ο ήπιος, μοσκοβολάει στον κάθε ανθώνα
ο αγέρας που ανασαίνομε. Πεθαίνομε, και την εικόνα
αφήνομε του υπέροχου Καλοκαιριού, που ο χλιαρός
μας περιλούζει ολόκληρους χαυνωτικός ιδρώς,
που οι οπώρες μέλι αργοσταλάν. Και την Κορόνα
του Πένθους, το Φθινόπωρο, το αφήνομε κι’ αυτό.
— Για τούτο και μας έζωνε την Άνοιξην η λύσσα
για τις απόλαυσες· το Καλοκαίρι το ζεστό,
μύριων πόθων αδύνατων η επιθυμία·
κι’ η Ελπίδα το Φθινόπωρο μας έζωνε, καθώς εφύσα
ο άνεμος· και το Χειμώνα, η θεία Μελαγχολία.

Πηγή:
Εκλογή Β´, 1962

Εικονογράφηση:
Βαγγέλης Γκόκας, Ο νεκρός μαέστρος

+Φ+_+-+χ_Ε_Β+__Γ +Υ+¦+-+_+_+φ+¬+¬_Γ_+θ +_+__Α+__Δ+-+φ+_+¬_Γ +Φ+__Β+-+ψ_Δ+__Γ_2012

***

Σε ψηλό βουνό που δεσπόζει
στη μοναξιά τριγύρω και στην ειρήνη
της Δυτικής Σκιάθος, που αφήνει
απ’ το ένα μέρος το ευρύ πέλαγος να κρώζει
τη νύχτα, ενώ από τ’ άλλο οιμώζει
πλουσίων βουνών ο άνεμος, – αντί σε κλίνη,
έστω και καλογερικά στρωτή, το σώμα παραδίνει
σε αγκαθόσπαρτο μνήμα, (μόλις που σώζει
ένα σταυρόν ώς σήμερα από ξύλο που ξεβάφει
και διαβιβρώσκεται) ο ακατανόητος ιεροφάντης
και μυστικός, Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης.

Τον ελεεινόν σταυρό τούτος ο λόγος επιγράφει:
« Ο κάθε στοχασμός σου – ασμάτων άσμα·
» στον κόσμο τον δικό σου – κόσμος το κάθε πλάσμα ».

Πηγή:
Εκλογή Β´, 1962

Εικονογράφηση:
Δημήτρης Γιαννέλος, Ξεπεσμένος δερβίσης, 2012

Λίτσα Μαυρογεώργη, Far away from home, 2012

***

Μνήμη Μανώλη Μ.

Σε κλείσανε άστοργοι καιροί
σε κάγκελα και σε καθρέφτες
έρχονταν ύστερα σαν κλέφτες
να σου ανάψουνε κερί.

Δε μίλαγες, δεν έβγαζες φωνή
βουβός και παραπεταμένος
μες στη ζωή σου ήσουν ξένος
ποιος κλαίει κρυφά και ποιος πονεί;

Έγειρες να ξεκουραστείς
αμέτρητες μέτρησες ώρες
πάνω σου στέγνωσαν οι μπόρες
δεν είχες να τις μοιραστείς.

Εκεί, στο τέλος της ποινής σου
σου ’ταξε η μοίρα μιαν ευχή
τη δέχτηκες σαν προσευχή
και σαν κλειδί του παραδείσου.

Τώρα αναπαύεσαι στο χώμα
βρήκες εκεί μιαν αγκαλιά
μαζί μ’ αδέσποτα σκυλιά
μοιράζεσαι το ίδιο στρώμα.

Μα δε σε νοιάζει, δε λυπάσαι, δεν ρωτάς
αυτός ο κόσμος όλα λάθος τα ζυγιάζει
ανάπηρος περνά, δε λογαριάζει
πόσες ρυτίδες μέσα σου μετράς.

Πηγή:
Σε ξένο ουρανό, 2011

Εικονογράφηση:
Λίτσα Μαυρογεώργη, Far away from home, 2012

***

Είμαι μια στάμνα ραγισμένη
έν’ ακυβέρνητο καράβι
που χρόνια τώρα περιμένει
τη μοίρα του να καταλάβει.

Είδα καπνούς θριάμβους ήττες
και το γυμνό σπαθί του μπόγια
είδα κι αλλόκοτους προφήτες
με κούφια φουσκωμένα λόγια.

Aδιάφορα περνάν της γης τα τρένα
κανένα δεν σταμάτησε για μένα.
Μα εγώ με τα παιδιά μαζί του δρόμου
ανάσταση έχω κάνει τ’ όνειρό μου
και μέσ’ από βροχή κι ανεμοζάλη
το φως μου ακολουθώ κι όπου με βγάλει.

Τις νύχτες μελετάν οι γλάροι
των άστρων τις γεωμετρίες
κι εγώ με πήλινο λυχνάρι
για πεθαμένες ψάχνω Τροίες.

Αχ ανθρωπάκια του σωλήνα
ποτέ δεν βγήκατε ταξίδι
εκεί που ζούσε η Μπουμπουλίνα,
Ύδρα Ψαρά και Γαλαξίδι.

Από τα »Κατά Μάρκον»
Δίσκος: Αγάπη είν η ζωή, 1994

Εικονογράφηση:
Γιάννης Γαΐτης (1923-1984)

 

Γενέθλια κι αγόρασα σκοινί,
τον κόμπο μου τον έχω φτιάξει πρόχειρα
παραληρώντας πάνω στο σκαμνί,
στον τελευταίο ρόλο του αυτόχειρα.

Πίσω μου τίποτα, τίποτα στο μέλλον,
μονάχα η κηδεία των ψηλών καπέλων.

Γενέθλια και φτύνω τις ευχές,
σοκολατάκια στήνω για ικρίωμα.
Ελπίζω με τις πρώτες τις βροχές
να ξεχαστώ και γω και το σημείωμα.

Πηγή:
Όλα από χέρι καμένα, 1988

Εικονογράφηση:
Εδουάρδος Σακαγιάν, 1993

***
Σας προσκαλώ σε σιωπηλό διαλογισμό
Τόσοι νεκροί μες στη σιωπή μας κατοικούνε
Μορφές σβημένες που εναγώνια προσπαθούνε
να κρατηθούν να μην κυλήσουν στον γκρεμό

Δεν ξέρω αν έχετε εννοήσει το κενό
ή αν ο καθρέφτης σας τη νύχτα σάς τρομάζει
Καθένας βρίσκει τη ματιά που του ταιριάζει
το ρούχο εκείνο που τον δέχεται γυμνό

Κλείστε τα μάτια σας για λίγο      Ακινητήστε
πάνω στον κόκκο της στιγμής που σας κρατεί
Μαζί με σας το σύμπαν όλο ακινητεί
Και τώρα αργά το πρόσωπό σας ψηλαφήστε

Λησμονηθείτε σιωπηλός στο αιθέριο λίκνο
Δε θα ταράξει τη γαλήνη σας κανείς
Γύρω μας λάμπουν τα νερά της προσμονής
μα εμείς κοιτάμε ειρηνικά τον μαύρο κύκνο

Μην περιμένετε τον άυλο ταχδρόμο
Κανείς δε θα ρθει να μας φέρει το κλειδί
Μείνετε πάντα το ανεξήγητο παιδί
που αποστηθίζει τη βροχή στον άδειο δρόμο

Πηγή:
Ο απόπλους, 1999

Εικονογράφηση:
Γιάννης Τζερμιάς, Τρίστρατο ΙΙ, 2002-2010

***

 

Μέρα Μαγιού μού μίσεψες, μέρα Μαγιού σε χάνω,
άνοιξη, γιε, που αγάπαγες κι ανέβαινες απάνω

Στο λιακωτό και κοίταζες και δίχως να χορταίνεις
άρμεγες με τα μάτια σου το φως της  οικουμένης

Και με το δάχτυλο απλωτό μου τά δειχνες ένα-ένα
τα όσα γλυκά, τα όσα καλά κι αχνά και ροδισμένα

Και μού δειχνες τη θάλασσα να φέγγει πέρα, λάδι,
και τα δεντρά και τα βουνά στο γαλανό μαγνάδι

Και τα μικρά και τα φτωχά, πουλιά, μερμήγκια, θάμνα,
κι αυτές τις διαμαντόπετρες που ίδρωνε δίπλα η στάμνα.

Μα, γιόκα μου, κι αν μού δειχνες τ’ αστέρια και τα πλάτια,
τά βλεπα εγώ πιο λαμπερά στα θαλασσιά σου μάτια.

Και μου ιστορούσες με φωνή γλυκειά, ζεστή κι αντρίκια
τόσα όσα μήτε του γιαλού δε φτάνουν τα χαλίκια

Και μού λεες, γιε, πως όλ’ αυτά τα ωραία θά ναι δικά  μας,
και τώρα εσβήστης κ’ έσβησε το φέγγος κ’ η φωτιά μας.

Πηγή:
Eπιτάφιος, 1936

Εικονογράφηση:
Απόστολος Γιαγιάννος, Ξάφνιασμα Νο 2, 1990-1

.
Στους προσφιλείς νεκρούς η Ποίηση κάνει λαμπρή κηδεία.
Μ’ επισημότητα και μ’ αίγλη μυθική
Βαθιά τούς θάβει. Χαιρετάει με μουσική
Τους ρίχνει στέφανα, μια πλάκα κρύα,
Πίσω των στίχων η ατέλειωτη πομπή
Κι απάνω μια επιτύμβια Ιστορία.

Αγγέλων χούφτες τους σφραγίζουν τη σιωπή
Μέχρι τη Δεύτερή τους Παρουσία
Που με συντρίμμια την ταφόπλακα οι νεκροί
Το νοτισμένο θα κινήσουνε κορμί

Κάποιες ασύνορες αφήνοντας πατρίδες
Ωριμασμένη να μας δρέψουν τη ζωή.

Αναστημένες οι νεκρές μας οι ελπίδες
Με νέα δύναμη γιγάντια, νέα ορμή,
Τα χέρια γύρω απ’ το λαιμό μας θα τυλίξουν.

Εκδικητές, τυραννοκτόνοι, να μας πνίξουν.

Το μεγάλο ταξίδι, 1971


.

Σκάζανε αυγά
κι έβγαιναν στον κόσμο
άρρωστα παιδιά
σα σπασμένα άστρα
μαύρα περιστέρια
διώχνανε τον ήλιο
με κακές πετσέτες
μ’ άχαρες στριγκλιές
έβραζε η θάλασσα
καίγαν τα πουλιά της
τα διωγμένα ψάρια
κλαίγαν στο βουνό
κι ένα λυσσασμένο
κόκκινο φεγγάρι
ούρλιαζε δεμένο
σα σφαγμένο βόδι

Ο περίπατος, 1960

.
Στάχτη στα πόδια, στάχτη στα μαλλιά
και της Ραχήλ αντιλαλούν οι θρήνοι
Μαύρες χλαμύδες φόρεσαν οι κρίνοι
κι ατέλειωτα ανεβαίνουμε σκαλιά.

Μας δολοφόνησαν τις Εποχές
και τις κρεμάσαν σ’ ένα κυπαρίσσι.
Τη θλίψη μας ποιος θα την ιστορήσει,
πού να γυρνούν οι πρώτες μας ιαχές;

Στον ύπνο μας φωλιάζει ολονυχτίς
αλλάζοντας μορφές ο μανδραγόρας.
Κι από τα χέρια φεύγουν της Πανδώρας
τα στυγερά λεπίδια της οργής.

Στις φλέβες στάχτη, στάχτη στα μαλλιά
κι η ώρα της απόφασης σιμώνει.
Ερωτηματικό σκληρό μας ζώνει
που όσο πάει γίνεται θηλιά.

Περιοδικό «Ο αιώνας μας», τχ. 5, 1949 ( Ποίηση, 1977)

Χαιρετισμό στερνό απόψε σου απευθύνω,
Ποιητή των όλων, Νεφεληγερέτη, Μάστορα.
Του έργου σου το μεγαλείο δεν θα κρίνω.
Μπροστά σου άφωνος θα στέκω ώσπου το χέρι

ενός απ’ τους αγγέλους σου νά ρθει να μ’ ευλογήσει.
Θυμάμαι έναν λουθηρανό πάστορα
που έλεγε με περίσκεψη πως σαν ο ήλιος δύσει
στου πλήρους σκότους αποσύρεται τα μέρη.

Κοινοτοπίες, σχόλια για να περνά η ώρα
κι όμως ηχούν πολύτιμα τώρα που ξεμακραίνω
κι εγώ απ’ τη ζωή. Στου βίου μου την αιώρα
κούρνιαζα πριν μ’ απαρνηθεί η θνητή μου φύση.

Του Άδη τη θύρα τώρα αργοδιαβαίνω
μες στων νεκρών ψυχών την κατηφόρα.
«Άρατε πύλες» κάποιος κραύγασε. Ποιος όμως;
Ο θάνατος, που είν’ της ζωής η διχοτόμος.

Στα δυο την κόβει εν τάχει κι έπειτα αφανίζεται.
Στη θεοσκότεινη γωνιά του πάει κι οδύρεται
γιατί πιο πέρα κι απ’ αυτόν μας αναμένει
νέα ζωή, μελλούμενη, περίσσια
σαν το φεγγάρι που όταν γείρει ο ήλιος βγαίνει
πίσω απ’ του ησυχαστηρίου τα κυπαρίσσια.

Η δόξα της ανεμελιάς, 2008

.

Το λεβεντόπαιδο που υπήρξα, το ’χει πάρει
εδώ και χρόνια ο κατήφορος, και πάει…
Στην κοινωνία ώρα μηδέν, κάθε τομάρι
κλέβει μια Στέλλα που ένας άλλος αγαπάει.

Οι πόθοι στον καταραμένο βάλτο, πάντα
γεμίζουν λάσπη την ψυχή κι ακολασία.
Πάω στα κόκκινα φανάρια –στα σαράντα–
όμως ποτέ την Κυριακή στην εκκλησία.

Ποιον ουρανό τάχα παντρεύτηκε η Αστέρω
κι έμεινα σαν νυμφίος ανύμφευτος στην λάβρα;
Καμιά Μαρία Πενταγιώτισσα δεν ξέρω
κι είναι η ζωή σαν το κορίτσι με τα μαύρα.

Την Γερακίνα πήραν σκλάβα οι λεφτάδες.
Κυριαρχούν σαπίλα κι αριστοκρατία.
Επανακάμπτει ο νόμος 4.000
και την διαπόμπευση την λεν δημοκρατία.

Ταινία παίζει στης Ομόνοιας το σεντόνι
η Οδύσσεια ενός ξεριζωμένου – και φοβίζει!
Ψάχνω ρωμαίικη καρδιά σε μια οθόνη,
ενώ το έθνος σαν κωθώνι μαϊμουδίζει.

Αν γίνεις τώρα πρώτος μες στους τελευταίους
βρίσκεις δουλειά, γιατί παντού ζητείται ψεύτης.
Με πιάνει ο ίλιγγος – αλίμονο στους νέους
Όταν οι τίμιοι σιωπούν, φωνάζει ο κλέφτης.

Σαν τον Ξανθόπουλο αντιπάλεψα την μοίρα,
μα σαν τον Βέγγο έχω πεθάνει στις σκουντούφλες.
Κι αφού κατάντησε η ζωή κάλπικη λίρα,
έγινα πλέον ένας ήρωας με παντούφλες.

dimsol.blogspot.com, 2011

.
Το προσωπείο του έρωτα δακρύζει,
το πρόσωπο από μέσα σιωπηλό
σαν πέτρα∙ είτε πλασμένοι από πηλό
είτε από μέταλλα ευγενή, ορίζει

άλλος την ώρα της επιστροφής:
έγκλειστος μέσα μου σε χαμηλό
κελί, περνούν οι μέρες μου, μιλώ
μόνος με τις σκιές της οροφής

κι εκτίω μιας αόριστης ποινής
τις εποχές∙ με λίγο φως τα βράδια
μετέρχομαι μιας τέχνης ταπεινής

την ταπεινή παρηγοριά σκοτάδια
αργοπορούν τριγύρω μου σαν χάδια,
εδώ που δεν αγάπησε κανείς.

Εδώ κι εκεί, 2010

.

Φθινόπωρο στον έρωτα απόψε ανατέλλει
αρισμαρί και μέλι μύρισαν τα βουνά
κι εγώ κοιτάζω σιωπηλός το χώμα το βρεγμένο
σαν κάρβουνο αναμμένο η ομορφιά πονά.

Φιλί γυρεύω του ουρανού κι αυτός μου δίνει στάχτη
μα απ’ της καρδιάς τ’ αδράχτι σαν θέλω να κοπείς
σαλεύουν τα πορτόφυλλα κι η κλειδωνιά γυρίζει
αέρας μου σφυρίζει, αν έρθεις μην αργείς.

Γδύσου κι από τα μάτια μου πάρε νερό και πλύσου
ο χωρισμός θυμήσου είναι χειμωνανθός
την λύπη την κατοίκησα σε νύχτα και σε μέρα
σ’ αφήνω στον αέρα για να σε βρω στο φως.

Η αγάπη φόβους κι όνειρα δειπνά προτού ραγίσει
στου πόνου το ξωκλήσι αγιάζει η ερημιά
κι εγώ μια θλίψη που ζητώ για να με σημαδέψει
το φως πριν βασιλέψει θα σ’ αρνηθώ ξανά.

δίσκος : Γιάννης Χαρούλης, Χειμωνανθός, 2006